Απόψεις

Χ. Καμπουράκη: Έκρηξη της ακρίβειας στη χώρα μας

Πρωτοφανές κύμα ανατιμήσεων πλήττει τα ελληνικά νοικοκυριά

Στο “κόκκινο” σκαρφάλωσε η ακρίβεια στην Ελλάδα, που ανάγεται σε μείζον κοινωνικό πρόβλημα. Πρωτοφανές κύμα ανατιμήσεων πλήττει τα ελληνικά νοικοκυριά, γονατίζει τους ήδη φτωχοποιημένους πολίτες, τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.

*Της Χρυσάνθης Καμπουράκη

Εκτινάσσονται οι τιμές στο ρεύμα έως 50%, στα καύσιμα 30%, στη βενζίνη και στο πετρέλαιο κίνησης-θέρμανσης, ενώ στο φυσικό αέριο η αύξηση-ρεκόρ αγγίζει το 91%. Η κυβέρνηση, ωστόσο, απέρριψε την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. για μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης καυσίμων και την επιδότηση του ενεργειακού κόστους νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Μεγάλες αυξήσεις όμως εδραιώνονται, έως 30%, και σε 500 είδη των σούπερ-μάρκετ, κάνοντας πανάκριβο το καλάθι της νοικοκυράς. Μια τρίτεκνη, για παράδειγμα, οικογένεια δαπανά για τις βασικές ανάγκες της 500 ευρώ περισσότερα τον μήνα, λόγω ακρίβειας.

Οι ανεξέλεγκτες, άλλωστε, αυξήσεις συνεπάγονται μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, το οποίο ήδη έχει μειωθεί τουλάχιστον 20% τα δύο τελευταία χρόνια, ενισχύοντας τη φτωχοποίηση των λαϊκών στρωμάτων. Δύσκολος και ταραγμένος διαφαίνεται έτσι ο φετινός χειμώνας, εν μέσω πανδημίας, για την ελληνική κοινωνία, τα χιλιάδες ευάλωτα νοικοκυριά, τα εξαθλιωμένα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, τους αποδυναμωμένους εργαζόμενους και την κατεστραμμένη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, τη ραχοκοκκαλιά της ελληνικής οικονομίας.

Οργιάζουν, ωστόσο, τα καρτέλ, που ανεβάζουν τις τιμές και οι κερδοσκόποι, οι μεγάλοι όμιλοι, χωρίς κρατικές παρεμβάσεις, χωρίς ελέγχους, χωρίς κρατική μέριμνα, χωρίς ενισχυτικά μέτρα και ρυθμίσεις. Η κυβέρνηση είναι απλός θεατής στις αυξήσεις, με απλές υποκριτικές διαπιστώσεις, καθώς εξυπηρετεί τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου. Ο πρωτογενής επιπρόσθετα τομέας καταστρέφεται, οι μεσάζοντες αγοράζουν κάτω του κόστους, ενώ στους καταναλωτές φτάνουν τα προϊόντα σε πολύ ακριβές τιμές.

Έχει ήδη επιφυλάξει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με την αντιλαϊκή πολιτική του, σε εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά αναξιοπρεπή και ανασφαλή διαβίωση, ανεργία, αναστολή εργασίας, αδυναμία προσέγγισης βασικών αγαθών και ειδών πρώτης ανάγκης, αδιαφορώντας για την κοινωνική πλειοψηφία.

Δυσβάστακτες κατά συνέπεια είναι οι αυξήσεις, καθώς η κυβέρνηση της Ν.Δ. έχει τους μισθούς καθηλωμένους, τον κατώτατο “παγωμένο” τα τελευταία 2,5 χρόνια, ενώ για το 2022, εμπαίζοντας του εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, τον αυξάνει 12 ευρώ τον μήνα - 40 λεπτά την ημέρα. Η αγοραστική τους δύναμη ήταν ήδη μειωμένη και οι υπέρογκες αυξήσεις την αποδυναμώνουν περισσότερο.

Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ., η δαπάνη των νοικοκυριών για αγορές, που ήταν σταθερά ανοδική την περίοδο 2016-2019, συρρικνώθηκε κατά 10% το 2020, το 50% των νοικοκυριών δαπανά λιγότερα από 1.080 ευρώ τον μήνα, ενώ τα φτωχότερα καταναλώνουν ελάχιστα, απλώς για την επιβίωσή τους. Αυξάνονται συνεπώς οι κοινωνικές ανισότητες και ο κίνδυνος της απόλυτης φτώχιας απειλεί το 15,6% του ελληνικού πληθυσμού.

Το κόστος ζωής, εξάλλου, είναι πολύ μεγάλο στην Ελλάδα, σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ε.Ε., στις οποίες οι εργαζόμενοι έχουν πιο υψηλούς μισθούς. Η Ελλάδα έχει το πιο ακριβό ρεύμα στην Ευρώπη, χωρίς καμιά προστασία των καταναλωτών, τους οποίους καταδικάζει να το πληρώνουν ακόμα πιο ακριβό, αφού, σε καιρό ενεργειακής κρίσης, η κυβέρνηση Μητσοτάκη χάρισε τη ΔΕΗ σε ξένα ιδιωτικά συμφέροντα, τη μεγαλύτερη δημόσια επιχείρηση, ζημιώνοντας τον ελληνικό λαό, την οικονομία και τα εθνικά μας συμφέροντα.

Σε χώρες της Ευρωζώνης, ωστόσο, αυξάνουν τους μισθούς για να αντιμετωπίσουν το κύμα των ανατιμήσεων, μέτρο που η ελληνική κυβέρνηση αγνοεί, όπως απέρριψε και την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. για αύξηση του κατώτατου μισθού στα 800 ευρώ (από τα 650).

Εκρηκτικό, δε, είναι το μείγμα, από τη μια, της αποτυχημένης διαχείρισης της πανδημίας, της εργαλειοποίησής της από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, που κατάφερε και πέρασε τα πιο αντικοινωνικά μέτρα, υπέρ της οικονομικής ολιγαρχίας. Από την άλλη, προστίθεται το εφιαλτικό κύμα αυξήσεων, που γιγαντώνεται, χωρίς καμιά κρατική παρέμβαση, αφήνοντας απροστάτευτους τους πολίτες. Οι νεοφιλελεύθερες, εξάλλου, εμμονές υποδεικνύουν ότι οι αγορές αυτορυθμίζονται και ότι ο ανταγωνισμός θα ρίξει τις τιμές.

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, από την άλλη μεριά, χωρίς ρευστότητα, χωρίς ρυθμίσεις του πανδημικού και λοιπού χρέους τους, οδηγούνται εκατοντάδες χιλιάδες σε “λουκέτα”. Οι αυξήσεις στη συνέχεια τούς δίνουν τη χαριστική βολή διπλά, καθώς αυξάνονται τα έξοδα και μειώνονται τα έσοδα, εξαιτίας της μειωμένης ζήτησης. Αυτή όμως είναι η στόχευση της εφαρμοζόμενης πολιτικής της Ν.Δ., να εξαφανίσει τις μικρές ή μεσαίες επιχειρήσεις, υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων και των ισχυρών ομίλων.

Ανεύθυνη έως εγκληματική χαρακτηρίζεται λοιπόν όλη αυτή η πολιτική της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, ενώ είναι αδιανόητοι οι πανηγυρισμοί της για την πορεία της οικονομίας και το επίπλαστο ενδιαφέρον της να ευημερούν οι αριθμοί και όχι οι άνθρωποι.

* Η Χρυσάνθη Καμπουράκη είναι μέλος της Ν. Επιτροπής ΣΥΡΙΖΑ Ηρακλείου και πρώην υποψήφια βουλευτής.

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια