Απόψεις

Ποια είναι η στρατηγική πίσω από τις «στρατηγικές επενδύσεις» της Ν.Δ.;

Χωρίς κριτήρια, χωρίς διαφάνεια, χωρίς τη συμμετοχή της κοινωνίας και των παραγωγικών φορέων της χώρας

*Του Χάρη Μαμουλάκη

Η ανάρτηση σε δημόσια διαβούλευση του νέου νόμου για τις στρατηγικές επενδύσεις από το υπουργείο Ανάπτυξης και Επενδύσεων έθεσε εκ νέου το ερώτημα της αξίας και της συνεισφοράς τους στην ελληνική οικονομία. Για τον παραπάνω λόγο έχει ενδιαφέρον να κοιτάξουμε τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες υπό τη σκιά της ιστορίας του εν λόγω κανονιστικού πλαισίου. Ο θεσμός των στρατηγικών επενδύσεων έχει εισαχθεί στη χώρα μας με τον Ν. 3894/2010, με ελάχιστα αποτελέσματα. Ο νόμος τροποποιήθηκε με τον Ν. 4146/2013 και από αυτή τη δεύτερη εκδοχή του έχουμε και τις πρώτες αιτήσεις την περίοδο 2015-2019.

Η κεντρική ιδέα πίσω από τους νόμους για τις στρατηγικές επενδύσεις ήταν ότι βασικός ανασταλτικός παράγοντας για την επίτευξη άμεσων ξένων επενδύσεων στη χώρα μας ήταν τα γραφειοκρατικά εμπόδια που υποτίθεται ότι έθετε η ελληνική δημόσια διοίκηση. Σύμφωνα με τους αρχικούς εμπνευστές του, η Ελλάδα, η τελευταία χώρα στην Ευρώπη χωρίς κτηματολόγιο, δασικούς χάρτες και κωδικοποιημένη πολεοδομική νομοθεσία εκείνη την εποχή, χρειαζόταν γενναίες τομές για να καταστεί business friendly. Ο τότε νόμος όμως, αντί να επιταχύνει όλες αυτές τις απαραίτητες μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες που θα καθιστούσαν τη χώρα φιλική προς το επιχειρείν, υποδείκνυε ως βασική μεταρρυθμιστική προτεραιότητα της χώρας τη δημιουργία μιας υπηρεσίας διαμεσολάβησης, που θα εξυπηρετούσε μεμονωμένους επιχειρηματίες, ώστε να μη χρειάζεται να έρχονται σε επαφή με το “κακό” ελληνικό Δημόσιο. Η ιδέα ήταν αμφισβητούμενης αξίας εξαρχής, καθώς τα προβλήματα δε λύνονται βάζοντάς τα κάτω από το χαλί ή με επίκληση στη φιλοεπενδυτική διάθεση των πολιτικών.

Ταυτόχρονα όμως, ο θεσμός των στρατηγικών επενδύσεων εμπεριείχε και μια καινοτομία. Σε όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο, οι κρατικές ενισχύσεις, η ενίσχυση του κράτους προς τον ιδιωτικό τομέα, γίνονταν μέσα από χρηματικές επιχορηγήσεις. Αντίθετα, ο θεσμός των στρατηγικών στηριζόταν στην ιδέα ότι, στον βαθμό που οι εταιρείες στις οποίες απευθύνονταν είχαν πρόσβαση στις διεθνείς αγορές χρήματος, αυτό που μπορούσε και έπρεπε να παρέχει το κράτος ήταν χρόνος. Στην αρχική εκδοχή του νόμου, η Διεύθυνση Στρατηγικών Επενδύσεων αναλάμβανε να κάνει αυτή το “τρέξιμο” για την έκδοση των απαραίτητων αδειών κάθε επένδυσης και στη δεύτερη εκδοχή του, δημιουργούνταν μικρές αδειοδοτικές υπηρεσίες για όλα τα ζητήματα, πλην της χωροθέτησης, στο εσωτερικό του υπουργείου Ανάπτυξης για την εξυπηρέτηση των επενδυτών.

Η δεύτερη βασική καινοτομία του νόμου, λιγότερο επιτυχημένη κατά την άποψή μου, ήταν ο θεσμός τον ΕΣΧΑΣΕ. Τα ΕΣΧΑΣΕ εξαρχής αποτέλεσαν ad hoc μικρά χωροταξικά σχέδια, τα οποία θα αγνοούσαν τον εθνικό ή κλαδικό χωροταξικό σχεδιασμό και θα νομιμοποιούσαν τη χρήση που θα ήθελε να προσδώσει στη γη του ο εκάστοτε επενδυτής. Σύλληψη προβληματική εξαρχής, αλλά επί του συγκεκριμένου αντιφατική με το Σύνταγμα, καθώς κάθε ανάλογη πράξη πρέπει να επικυρωθεί με Προεδρικό Διάταγμα και να λάβει έλεγχο νομιμότητας από το ΣτΕ. Άρα, η ιδέα ότι θα μπορούσε να παρακαμφθεί το κενό της χωροταξικής και πολεοδομικής νομοθεσίας της χώρας μέσα από μια ad hoc υπηρεσία αδειοδότησης κολλούσε σε εκείνο ακριβώς το στάδιο της αδειοδοτικής διαδικασίας, που ήταν και το πιο δύσκολο: τη χωροθέτηση.

Ο χρόνος κύλησε, ο θεσμός των στρατηγικών επενδύσεων εφαρμόστηκε και όταν πλέον ο Νόμος 4608/2019 εισήχθη προς ψήφιση στη Βουλή από την τότε κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, το Ελληνικό Κοινοβούλιο είχε και ένα μικρό δείγμα από την εφαρμογή του. Ποια ήταν λοιπόν τα πρώτα αποτελέσματά του; Το θεσμικό πλαίσιο για τις στρατηγικές επενδύσεις χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά και μόνο από εκείνους ακριβώς τους κλάδους που δεν είχαν καμία ανάγκη κρατικής ενίσχυσης. Οι 15 επενδύσεις που είχαν ενταχθεί μέχρι το 2019 ήταν ξενοδοχειακές μονάδες, ΑΠΕ (που πολλές “πάγωσαν” εξαιτίας του νέου θεσμικού πλαισίου για την αδειοδότηση και την τιμολόγησή τους κατά την περίοδο των μνημονίων) και τα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που εντάσσονται αυτοδίκαια στο νέο καθεστώς.

Για τον παραπάνω λόγο, κατά την τροποποίηση του νόμου το 2019, η τότε κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ προσπάθησε να πατήσει στην κεντρική ιδέα της παροχής μη χρηματοδοτικών κινήτρων για να προσελκύσει επενδύσεις σε κλάδους και τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως την καινοτομία, τη μεταποίηση και τις νεοφυείς επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα, ο νέος νόμος προσπαθούσε να εξειδικεύσει τα κριτήρια αξιολόγησης των προτάσεων που υποβάλλονται, καθώς και να δημιουργήσει ένα πλαίσιο ανταποδοτικών ωφελειών για τις τοπικές κοινωνίες, που θα υποδέχονταν στρατηγικές επενδύσεις που σήμερα το υπουργείο προτίθεται να καταργήσει. Εξάλλου, όλες οι μορφές κρατικών ενισχύσεων δεν υπάρχουν για να υποκαταστήσουν την ιδιωτική πρωτοβουλία. Υπάρχουν για τις περιπτώσεις των market failures. Για τα πεδία και τους τομείς που η εθνική οικονομία έχει ανάγκες και προοπτικές, αλλά η αγορά δεν μπορεί να υποστηρίξει χρηματοδοτικά.

Στη σημερινή συγκυρία, της πανδημίας, του Ταμείου Ανάκαμψης και της ιστορικής ευκαιρίας για τη χώρα μας να προσανατολιστεί σε ένα νέο παραγωγικό πρότυπο, θα περίμενε κανείς ότι η τροποποίηση του νόμου που εισηγείται η παρούσα κυβέρνηση θα προσπαθούσε να επενδύσει στη “ρότα” που τράβηξε η προηγούμενη. Δυστυχώς όμως, ο νόμος που επιμελήθηκαν οι κύριοι Παπαθανάσης και Γεωργιάδης δεν έχει αυτόν τον προσανατολισμό.

Τι κάνει λοιπόν ο υπό ψήφιση νέος νόμος για τις στρατηγικές επενδύσεις που έθεσε τις προηγούμενες μέρες η κυβέρνηση σε δημόσια διαβούλευση. Μια κωδικοποίηση της νομοθεσίας, μια επιλεκτική διεύρυνση ορισμένων προνομίων για τις επιχειρήσεις που θα ενταχθούν στις διατάξεις του, συμπεριλαμβανομένης και της απολύτως προβληματικής διάταξης που έχει συγκεντρώσει ήδη πλήθος αντιδράσεων για τους αιγιαλούς, αλλά κυρίως, μια διεύρυνση του νέου καθεστώτος των “Εμβληματικών επενδύσεων”, με τρόπο τέτοιο ώστε να αλλάζει την ουσία του νόμου. Ποια είναι η μεγάλη διαφορά του νέου νόμου για τις στρατηγικές απ’ όλες τις προηγούμενες εκδοχές του; Βασικά μία: Η δυνατότητα παροχής χρηματοδοτικών κινήτρων σε όσες επιχειρήσεις ενταχθούν στο καθεστώς του.

Αν όμως το ζητούμενο του νέου νόμου είναι η ενίσχυση μεμονωμένων επιχειρήσεων με grants, γιατί η κυβέρνηση δεν το έκανε αυτό μέσα από τον Αναπτυξιακό ή μέσα από ένα πρόγραμμα τύπου ΕΣΠΑ; Η αιτιολογία είναι, δυστυχώς, πολύ ανησυχητική. Πρώτον, κάθε πρόγραμμα κρατικών ενισχύσεων στη χώρα μας πρέπει να περνάει από μια λίστα αντικειμενικών κριτηρίων, τα οποία θα τα ελέγχει μια δημόσια υπηρεσία. Εδώ όμως έχουμε μια απολύτως νεφελώδη διαδικασία επιλογής “Εμβληματικών επενδύσεων” και άρα δικαιούχων των ενισχύσεων του Ταμείου Ανάκαμψης. Στο σύστημα που έχει επιμεληθεί σήμερα το υπουργείο Ανάπτυξης η έγκριση θα δίνεται από τρεις τεχνοκράτες, χωρίς διαφανή κριτήρια που να έχουν τεθεί εις γνώση της αγοράς και της κοινωνίας. Δεύτερον, αν οι συγκεκριμένοι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης μοιράζονταν μέσα από αναπτυξιακούς νόμους, τότε θα έπρεπε να υπακούσουν και σε ένα κανόνα σχετικά με τη γεωγραφική κατανομή των πόρων ανά περιφέρεια. Περιορισμό που επίσης η κυβέρνηση ήθελε να αποφύγει, γεγονός που αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε μια ακραία αθηνοκεντρική διάθεση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, που θα κατευθυνθούν προς τον ιδιωτικό τομέα.

Άρα ο νέος νόμος για τις στρατηγικές επενδύσεις είναι, πράγματι, οργανικό τμήμα ενός σχεδίου για την απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Ενός σχεδίου όμως πολύ ανησυχητικού για την κατάσταση που θα διαμορφωθεί στην αγορά μετά την πανδημία. Στην πραγματικότητα, το σχέδιο που υλοποιεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν έχει ιστορικό προηγούμενο στη χώρα μας, με εξαίρεση ίσως την ίδια την περίοδο του σχεδίου Μάρσαλ. Όχι μόνο επειδή καλείται να διαχειριστεί τον τρόπο διάθεσης μιας τεράστιας εξωτερικής βοήθειας που, σε αντίθεση με την περίοδο των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής, θα κατευθυνθούν σε επενδύσεις. Κάτι τέτοιο είχε συμβεί και με τα πρώτα Μεσογειακά Προγράμματα. Αλλά κυρίως επειδή προσπαθεί να διαθέσει τους παραπάνω πόρους χωρίς κριτήρια, χωρίς διαφάνεια, χωρίς τη συμμετοχή της κοινωνίας και των παραγωγικών φορέων της χώρας και χωρίς τη δημόσια διοίκηση.

Η παραπάνω ζοφερή εικόνα που τείνει να διαμορφωθεί στον ιδιωτικό τομέα στη χώρα μας είναι άκρως ανησυχητική για τη λειτουργία του υγειούς ανταγωνισμού και άκρως προβληματική για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που θα παραμένουν αποκλεισμένες από τον τραπεζικό δανεισμό. Πάνω απ’ όλα όμως, το τοπίο που διαμορφώνεται στο ιδιωτικό επιχειρείν είναι άκρως ανησυχητικό για την ίδια τη λειτουργία της Δημοκρατίας, αν κάθε επιχειρηματίας που θέλει να έχει μέλλον σε αυτή τη χώρα θα πρέπει να οικοδομήσει προνομιακές σχέσεις με το κυβερνών κόμμα εξουσίας, το Μέγαρο Μαξίμου και τους συμβούλους του.

* Ο Χάρης Μαμουλάκης είναι αν. τομεάρχης Ανάπτυξης & Επενδύσεων Κ.Ο. ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ., βουλευτής Ηρακλείου - πολιτικός μηχανικός BEng MSc.

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια