Απόψεις

Περί ψεύτικου κλασικισμού

Μερικές σκέψεις γύρω από τα μαθήματα του κλασικισμού και την υποβάθμιση των κοινωνικών επιστημών

Το 2009 έδωσα πανελλαδικές εξετάσεις. Έγραψα 18,3 στα Αρχαία Ελληνικά (συνολικός μέσος όρος μαζί με την προφορική προσαύξηση 18,5) και 18,7 στα Λατινικά (συνολικός μέσος όρος με την προφορική προσαύξηση 19,1). Από τότε μέχρι και σήμερα έχουν μεσολαβήσει 12 ολόκληρα χρόνια. Και πολλές φορές, είτε σε μια συζήτηση με τον εαυτό μου είτε με άλλους συνομιλητές, προσπαθώ να διερευνήσω τι πρέπει να γίνει ώστε το εκπαιδευτικό πρόγραμμα να γίνει πιο ελκυστικό.

Είναι ένα ερώτημα εξάλλου που “αγγίζει” από τον Πλάτωνα μέχρι και τη σημερινή ακαδημαϊκή κοινότητα με όρους φιλοσοφικούς. Πιστεύω πως όλοι όσοι ενδιαφερόμαστε, ανεξαρτήτως επαγγέλματος, για την εκπαίδευση στη χώρα μας, έχουμε εκφράσει τις προτάσεις και τις ανησυχίες μας γύρω από τον συγκεκριμένο προβληματισμό.

Τα μαθήματα που ανέφερα, όπως υποστηρίζονται και από το εκπαιδευτικό προσωπικό της χώρας, είναι τα λεγόμενα “μαθήματα του κλασικισμού”. Ο κλασικισμός, εάν ανατρέξουμε στο διαδίκτυο, ταυτίζεται με ένα ολόκληρο ρεύμα διανοουμένων, στοχαστών και καλλιτεχνών. Στην Ελλάδα, η χρήση του όρου “κλασικισμός” είναι γενικότερη και πιο “χοντροκομμένη”. Αξιοποιείται από εκπαιδευτικούς κυρίως με σκοπό να υποστηρίξουν πως τα μαθήματα των Αρχαίων Ελληνικών και των Λατινικών μυούν τον μαθητή σε μια δραστηριότητα σκέψης που λειτουργεί ως καταλύτης για την πνευματική ωρίμανσή του. Η Αρχαία Ελλάδα και η Αρχαία Ρώμη λειτουργούν ως πυξίδες πολιτισμού και γνώσης στον τωρινό μαθητή και μελλοντικό πολίτη.

Σε αυτά τα δώδεκα χρόνια, αυτό που σκέφτομαι ή τουλάχιστον έχω καλλιεργήσει μέσα μου από συζητήσεις είναι πως είτε το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής είτε το εκάστοτε υπουργείο Παιδείας δεν έχουν “δει” το πρόβλημα όπως είναι. Και ας εκφράσω ένα προβληματισμό που λίγο ή πολύ όλο το εκπαιδευτικό προσωπικό αποδέχεται είτε ορατά (μέσω αρθρογραφίας και δημόσιων παρεμβάσεων) είτε ακόμη και μέσω συζητήσεων. Τα Αρχαία Ελληνικά και το μάθημα των Λατινικών δεν εξυπηρετούν τους στόχους του κλασικισμού, καθώς καλλιεργούν τη μονομέρεια της σκέψης και κυρίως δεν προάγουν το κριτικό πνεύμα. Προτού αναφερθώ στα επιχειρήματα που κατά καιρούς έχω ακούσει ή διαβάσει για τον παραπάνω ισχυρισμό, ας κάνω μια προσωπική τοποθέτηση...

Η πιο σπουδαία μεταρρύθμιση, όπως εγώ τη βλέπω, στο πρώτο πεδίο έγινε επί ΣΥΡΙΖΑ, όταν ακυρώθηκε η μετάφραση γνωστού κειμένου στα Αρχαία Ελληνικά και καταργήθηκαν τα Λατινικά. Κάτι που λέω συχνά στους μαθητές μου είναι πως η αυτούσια αποστήθιση είναι μια καταναγκαστική δραστηριότητα. Αναγκάζεις τον εγκέφαλο να μάθει κάποια πράγματα αυτολεξεί και, όταν τελειώσει η δύσκολη, αγχωτική και άκρως ψυχοφθόρα περίοδος των εξετάσεων, επειδή κουράστηκε ο εγκέφαλος, τα ξεχνάει. Και όπως συμβαίνει με κάθε καταναγκασμό, σου στερεί την ελευθερία, κάτι που στην εκπαίδευση μεταφράζεται ως δημιουργική πρωτοβουλία ή πρωτότυπο επιχείρημα. Ποιο είναι όμως το βασικό πρόβλημα;

Για μένα, το βασικό πρόβλημα είναι πως έχουμε δώσει υπερβολική έμφαση στη μετάφραση και σε χρονικές και συντακτικές αναλύσεις, αμελώντας την ουσία. Όταν λες σε έναν μαθητή να κάνει την τάδε χρονική αντικατάσταση σε ένα ρήμα, είναι κουραστικό και καθόλου δημιουργικό. Για μένα, ο μαθητής πρέπει να φιλοσοφήσει πάνω στο αρχαίο ελληνικό κείμενο. Να παίξει με τις έννοιες και να μάθει. Να προβάλει την κριτική του με παρρησία. Να αντιπαραθέσει το χθες με το σήμερα. Γι’ αυτό ο φιλόλογος, όπως μου λέει συχνά ένας φίλος μου, πρέπει να είναι ένας διανοούμενος. Ο μαθητής πρέπει να εστιάσει πάνω στην έννοια της δικαιοσύνης όπως την προβάλλει ο Πλάτωνας στην “Πολιτεία”, με την αίσθηση της δικαιοσύνης τού σήμερα όπως την αντιλαμβάνεται από τη σκοπιά των 17 ετών. Να προβάλει την άποψή του για την πολιτική, κατανοώντας το επιχείρημα του Αριστοτέλη, ο οποίος υποστηρίζει την Πολιτεία, που σε καμία περίπτωση δεν ακυρώνει τη φύση της Δημοκρατίας, αλλά την αναβαθμίζει, αφού της δίνει τα απαραίτητα “checks and balances” που λέμε στην Πολιτική Επιστήμη. Να διερωτηθεί σε πλαίσιο εσωτερικό για την έννοια του μέτρου.

Όπως επίσης και στο μάθημα των Λατινικών, ο ψευτο-κλασικισμός είναι πιο ορατός και εμφανής. Είναι ένα μάθημα παπαγαλίας που, εάν ρωτήσει κάποιος έναν οποιοδήποτε μαθητή ή μαθήτρια, δεν έχει ιδέα τι διαβάζει. Μικρές παράγραφοι που “ζητούν” μετάφραση και δε βγάζουν νόημα. Όχι απλά δε μαθαίνουν οι μαθητές και οι μαθήτριες τις παρακαταθήκες γνωστών Λατίνων συγγραφέων, αλλά μπαίνουν σε μια διαδικασία αγχωτική, να μάθουν ρήματα και ουσιαστικά σε μια άλλη γλώσσα. Δεν υπάρχει ενδιαφέρον. Και πάλι η επανεκκίνηση του ενδιαφέροντος μπορεί να επέλθει μέσω της ενασχόλησης μ’ ένα κείμενο γραμμένο στα Λατινικά.

Ο κλασικισμός παράγεται μέσα από το “φιλοσοφείν” σ’ ένα κείμενο. Το κείμενο από μόνο του πρέπει να δημιουργεί τις συνθήκες για θαυμασμό και για μελέτη. Όσο παιδαριώδης και να είναι ο συλλογισμός, δεν παύει να είναι συλλογισμός. Να έχεις σκεφτεί και να έχεις επεξεργαστεί μια ιδέα. Nα την έχεις συγκρίνει ή και να την έχεις αφαιρέσει. Το αποτέλεσμα είναι θριαμβευτικό, καθώς κατάφερες κάτι δημιουργικό, γόνιμο και παραγωγικό για σένα.

Και πάμε στον χώρο των κοινωνικών επιστημών. Πολλοί εκπαιδευτικοί του συγκεκριμένου χώρου έχουν τονίσει την υποβάθμιση των κοινωνικών επιστημών στα σχολεία. Πράγματι, η θεωρητική κατεύθυνση - ή το πρώτο πεδίο με σημερινούς όρους - θεωρείται ένα πεδίο κατεξοχήν για φιλόλογους. Η υποβάθμιση των κοινωνικών επιστημών, όμως, όπως έχουν επισημάνει, είναι αδικαιολόγητη και δε στηρίζεται εύλογα σε κριτήρια, καθώς η σιωπή τόσο του υπουργείου Παιδείας όσο και του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, όπως τονίζουν, είναι εκκωφαντική.

Τα μαθήματα των κοινωνικών επιστημών σήμερα δεν έχουν θέση στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Αυτό είναι το μήνυμα το οποίο δυστυχώς έχουν περάσει όλες οι κυβερνήσεις, πλην της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, που τις αναβάθμισε, χωρίς ωστόσο να δώσει στις κοινωνικές επιστήμες μια προτεραιότητα στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Και δυστυχώς η υποβάθμιση αυτή των κοινωνικών επιστημών σημαίνει ταυτόχρονα και υποβάθμιση των επαγγελμάτων που σχετίζονται με αυτές τις επιστήμες. Τι σημαίνει αυτό; Ο πολιτικός κόσμος δεν έχει ανάγκη από πολιτικούς επιστήμονες οι οποίοι έχουν κατανοήσει τη σημασία του πολιτικού φαινομένου κατά τη διάρκεια των προπτυχιακών τους σπουδών. Κοινωνιολογικές έρευνες δε διεξάγονται. Ή, όποιες διεξάγονται, τούτο γίνεται με πρωτοβουλία των Δήμων και των Περιφερειών και όταν διεξάγονται ανατίθενται σε εταιρείες συμβούλων όπου κανένας δεν είναι κοινωνιολόγος. Όπως, επίσης, στη συνείδηση του μέσου Έλληνα ο απόφοιτος Νομικής είναι ένας δυνάμει δικηγόρος, χωρίς ωστόσο να μπορεί να γίνει κατανοητό (από τον μέσο Έλληνα) πως μπορεί να προσφέρει αρκετά και στη διαπαιδαγώγηση των νέων ανθρώπων μέσω της διδαχής του Δικαίου, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να διαδραματίσει ρόλο-καταλύτη στην κοινωνική συνοχή. Είναι εύλογο πως οι νέοι άνθρωποι-μαθητές, εκπαιδευόμενοι πάνω στο Δίκαιο και στους Θεσμούς, διαπαιδαγωγούνται (το ισχυρίζονταν και οι αρχαίοι Έλληνες) και αποκτούν την αίσθηση του δικαίου και του σεβασμού απέναντι στον συμπολίτη.

Οι κοινωνικές επιστήμες στην Ελλάδα αγνοούνται. Και αυτό είναι κάτι που τώρα, εξαιτίας του κορωνοϊού, οι επαΐοντες έχουν αποδεχτεί. Ακόμη και γιατροί σε συνεντεύξεις τους έχουν δηλώσει πως τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης έχουν δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στην υγειονομική διάσταση του ιού και όχι τόσο στην κοινωνική. Ο κορωνοϊός, όμως, έχει αφήσει το κοινωνικό του στίγμα. Η κοινωνική πραγματικότητα θα είναι ριζικά διαφορετική και πολύ σωστά οι ψυχολόγοι υποστηρίζουν πως το ψυχικό αποτύπωμα της υγειονομικής κρίσης θα είναι έντονο. Από την πλευρά τους οι πολιτικοί επιστήμονες υποστηρίζουν πως μια νέα μορφή υγειονομικού λαϊκισμού θα κάνει την εμφάνισή του, και δεν είναι λίγοι εκείνοι οι νομικοί επιστήμονες που κάνουν λόγο για “ασέλγεια θεσμών”. Αυτή θα είναι η νέα κανονικότητα.

Όταν λοιπόν υποβαθμίζεις τα μαθήματα των κοινωνικών επιστημών και τα θεωρείς κατώτερης κατηγορίας, υποβαθμίζεις και την κοινωνική πραγματικότητα όπως επέρχεται, αλλά και τους επιστήμονες που χρειάζεσαι. Τι πρέπει να γίνει;

Οφείλει να ανασυνταχθεί ο εκπαιδευτικός χάρτης. Τα μαθήματα των κοινωνικών επιστημών πρέπει να επανατοποθετηθούν στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα και η κυβέρνηση να δώσει τη δέουσα βαρύτητα στους επιστήμονες-αποφοίτους των κλάδων αυτών. Όσον αφορά τα μαθήματα του λεγόμενου “κλασικισμού”, πρέπει να ανασυνταχθεί ο τρόπος εξέτασής τους. Να γίνει περισσότερο διαδραστικός ο τρόπος εξέτασης και ο μαθητής να μάθει να στοχάζεται. Τι είδος κλασικισμού διδάσκεται ο μαθητής όταν δε μαθαίνει να στοχάζεται, να βρίσκεται σε καθεστώς πνευματικής αφύπνισης;

ΥΓ: Τα επιχειρήματα που ανέφερα τα αποδέχεται μια αρκετά σημαντική μερίδα του εκπαιδευτικού προσωπικού. Δεν είναι καινούργιες ιδέες. Τις έχουν επισημάνει και πιο ειδικοί από μένα. Λείπει, ωστόσο, η πολιτική πρωτοβουλία και η όρεξη για αναβάθμιση της εκπαίδευσης.

 

 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια