Απόψεις

Υπ’ όψιν του καθηγητή κ. Χάιντς Ρίχτερ

Γράφει ο Πέτρος Μηλιαράκης

Ο καθηγητής κ. Χάιντς Ρίχτερ, μιλώντας στο portal T-online, επανήλθε στην επίσημη θέση της Γερμανίας, που θεωρεί τις αποζημιώσεις για την Ελλάδα ως «ζήτημα λήξαν». Πέραν του ότι η θέση αυτή πλανάται και περί το δίκαιον και περί τα πράγματα, ο κ. καθηγητής προέβη σε μία προδήλως απαράδεκτη δήλωση ότι «οι Έλληνες αντάρτες, όταν σκοτώνουν αιχμάλωτους Γερμανούς, αυτό το έπρατταν γνωρίζοντας ότι το τίμημα θα το πλήρωναν άμαχοι» (sic). Περαιτέρω επισήμανε ότι «για τους Γερμανούς τέτοιες επιχειρήσεις, που είναι πράξεις αντιποίνων, καλύπτονται από το δίκαιο του Πολέμου» (sic).

Βεβαίως, ο κ. καθηγητής είναι ιστορικός και όχι νομικός και προτού τον ανακαλέσουμε στη νομική τάξη, του επισημαίνουμε ότι «για τους Γερμανούς μπορεί να ισχύει αυτό, αλλά για τους υπερασπιστές των πατρίων εδαφών ισχύει ότι ουδείς κατακτητής έχει δικαίωμα να καταπατά τη γη τους και να παραβιάζει την κυριαρχία τους». Επίσης, να του επισημειωθεί ότι «για τους Γερμανούς θα έπρεπε να ήταν τα αντίποινα “παλικαρίσια”, να βρουν και να αντιμετωπίσουν τους αντάρτες και όχι να εκτελούν άμαχους πολίτες». Αυτό το υποστηρίζω και σε προσωπικό επίπεδο, γιατί αυτά τα “παλικάρια” (!), εκτός του ότι εκτέλεσαν του πατέρα μου την αδελφή (άοπλη γυναίκα), είχαν το “κουράγιο” να θέσουν και την πατρική μου οικία στη “ΓΕΕΝΑ” του πυρός, χωρίς να αρκεστούν μάλιστα σ’ αυτό, γιατί αποφάσισαν να την ανατινάξουν εκ θεμελίων με δυναμίτη. Πέραν αυτών, ανεξαρτήτως ότι η οικογένειά μου μετρά δεκαέξι (16) θύματα εκτελεστικών αποσπασμάτων, στην ιστορία μετρά και δύο (2) μέλη της, που “γνώρισαν” και το Μάουτχαουζεν. “Ευτύχησαν”, όμως, να κερδίσουν τη ζωή τους λίγες ώρες πριν εισβάλουν οι σύμμαχοι, επιστρέφοντας κυριολεκτικά σκελετωμένοι.

Επειδή, όπως προεκτέθη, ο κ. Χάιντς Ρίχτερ είναι ιστορικός, ας τεθούν υπ’ όψιν του και τα εξής:

Το Δίκαιο του Πολέμου όπως υφίσταται - Ας το πληροφορηθούν οι Γερμανοί

Όταν η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ελλάδας, η Σύμβαση της Χάγης της 18ης Οκτωβρίου 1907 αναφερόταν, με βάση το άρθρο 3, τόσο στις αξιώσεις αποζημίωσης λόγω των εχθροπραξιών, όσο και στην ευθύνη «δια πάσας τας υπό των συμμετεχόντων της στρατιωτικής δυνάμεως ενεργεθείσας πράξεις».

Παραλλήλως, ειδικότερα για τις εχθροπραξίες, με βάση το άρθρο 22 της προαναφερόμενης Σύμβασης της Χάγης, καθιερωνόταν η Αρχή Δικαίου, και για τη Γερμανία που ήταν άλλωστε η επιτιθέμενη, ότι ο εμπόλεμος «δεν έχει απεριόριστο δικαίωμα περί την εκλογή των μέσων προς βλάβην του εχθρού».

Επίσης, με βάση το άρθρο 25 της προαναφερόμενης Σύμβασης της Χάγης, ρητώς υπήρχε ο κανόνας της απαγόρευσης της «προσβολής ή βομβαρδισμού ανυπεράσπιστων πόλεων, χωρίων, κατοικιών ή κτηρίων».

Αντικείμενο του Δικαίου του Πολέμου είναι πάντοτε η θέσπιση περιορισμών στη χρησιμοποιούμενη ισχύ από τους εμπόλεμους μέχρι εκείνο τον βαθμό, ώστε η χρησιμοποιούμενη αυτή ισχύς να υποκαθιστά τη δικαιοσύνη, η οποία ρύθμιζε τις σχέσεις των κρατών πριν από τη σύρραξη. Και τούτο γιατί ο πόλεμος καταργεί το Διεθνές Δίκαιο που ρυθμίζει τις σχέσεις των κρατών στην ειρήνη.

Βεβαίως, επικρατεί και η “θέση” ότι το Δίκαιο του Πολέμου αφορά μια «χωρίς αξία» ρύθμιση, καθόσον η πείρα έχει διδάξει ότι οι κανόνες του Δικαίου του Πολέμου παραβιάζονται συνεχώς από τους εμπόλεμους και ότι ο δικαιικός αυτός κλάδος αφορά διατάξεις οι οποίες δεν είναι αντικείμενο σεβασμού. Δηλαδή το Δίκαιο του Πολέμου συγκροτείται από διατάξεις οι οποίες δε λαμβάνονται καν υπ’ όψιν κατά την περίοδο των εχθροπραξιών.

Ωστόσο, ένας τέτοιος ισχυρισμός αποδυναμώνεται με βάση τη λογική και την κοινή πείρα. Και τούτο γιατί θα πρέπει να θεωρούνται «χωρίς αξία» και οι διατάξεις του Ποινικού Δικαίου. Κατάκτηση επίσης της κοινής πείρας είναι ότι οι διατάξεις του Ποινικού Δικαίου αφορούν κανόνες που παραβιάζονται αφορήτως και μάλιστα σε ακραίες εκδοχές λόγω της καθημερινής εγκληματικότητας των ατόμων. Ως εκ τούτου και το Δίκαιο του Πολέμου και το Ποινικό Δίκαιο συγκροτούνται ως δικαιικοί Θεσμοί από κανόνες που παραβιάζονται. Αυτό όμως επουδενί σημαίνει ότι συγκροτούν γνωστικά αντικείμενα και δικαιικούς κλάδους χωρίς “πρακτική σημασία”. Και τούτο γιατί οι κανόνες αμφοτέρων των δικαιικών αυτών κλάδων, δηλαδή του Δικαίου του Πολέμου και του Ποινικού Δικαίου, παράγουν αποτελέσματα. Και οι κανόνες του Δικαίου του Πολέμου και οι κανόνες του Ποινικού Δικαίου, στο πλαίσιο της έννομης τάξης, διαθέτουν αποτελεσματικότητα και ως εκ τούτου κυρωτικές συνέπειες. Τις συνέπειες δε αυτές επιβάλλει η πολιτισμένη και δημοκρατική εσωτερική και διεθνής έννομη τάξη.

 

Το ad hoc Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο

Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου αξιοσημείωτο είναι ότι η διεθνής έννομη τάξη έχει ιδρύσει και λειτουργεί αποφασιστικώς το (ad hoc) Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο που προβλέπει και τιμωρεί εγκλήματα πολέμου με ειδικότερες αναφορές: α) στη γενοκτονία, β) στα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, γ) στα εγκλήματα κατά προσώπων, δ) στα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας και άλλων δικαιωμάτων, ε) στα εγκλήματα κατά ανθρωπιστικών επιχειρήσεων και εμβλημάτων, στ) στα εγκλήματα με χρήση απαγορευμένων μεθόδων διεξαγωγής πολέμου κ.ά.

Ειδικότερα, ως προς το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο:

Η Διεθνής Νομική Επιστήμη αλλά και τα πολιτισμένα κράτη παραμέλησαν κατ’ αρχήν την προαγωγή του Δικαίου του Πολέμου. Κατ’ εξαίρεση όμως κυβερνήσεις, Διεθνείς Οργανισμοί και νομομαθείς ασχολήθηκαν με το αντικείμενο αυτό. Και τούτο γιατί η κυρίως μέριμνα και πρόνοια αφορούσε στους κανόνες πρόληψης του πολέμου (!) και όχι στους κανόνες της διεξαγωγής του πολέμου! (1).

Αξιοσημείωτα όμως είναι τα εξής: Με τη Σύνοδο των Παρισίων το 1928 καταδικάστηκε γενικώς ο πόλεμος, αλλά δεν απαγορεύθηκε όταν το κράτος βρίσκεται σε νόμιμη άμυνα. Η νόμιμη άμυνα ρητώς, άλλωστε, αναγνωρίζεται και από το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Το Δίκαιο του Πολέμου εστιάζει ειδικώς στα πολεμικά εγκλήματα (war crimes). Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Κανονισμού του Διεθνούς Στρατοδικείου (γνωστού υπό την ονομασία και ως Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης), τα εγκλήματα πολέμου αφορούν όχι μόνο εγκλήματα κατά της ειρήνης γενικώς, αλλά και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας στις ειδικές τους εκδηλώσεις.

Οι μεταπολεμικές ευθύνες (2)

Οι μεταπολεμικές ευθύνες της Γερμανίας είναι ενεστώσες και απαράγραπτες και η συνένωση των δύο Γερμανιών (31/8/1980), αποκλείει το οποιοδήποτε πρόσχημα περί της συνέχειας ή μη της κρατικής οντότητας της Γερμανίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ενταύθα ας μου επιτραπεί να υποστηρίξω ότι: α) ουδεμία παραγραφή υφίσταται για ποινικές και αστικές αξιώσεις που αφορούν εγκλήματα πολέμου, β) ότι η Συμφωνία (3) του Λονδίνου του 1953 ουδένα περιθώριο αφήνει για οποιαδήποτε παραγραφή και ειδικότερα για την Ελλάδα, ενώ γ) με τον Ν. 2023/1952, με τον οποίο τερματίζεται η εμπόλεμη κατάσταση της χώρας μας με τη Γερμανία, ρητώς δηλώνεται η επιφύλαξη δικαιωμάτων των εκ του πολέμου προκυψάντων και υφισταμένων διαφορών.

Η Γερμανία σήμερα

Η Γερμανία σήμερα είναι χώρα που ανήκει στο Συμβούλιο της Ευρώπης (4) και έχει προσχωρήσει στη Σύμβαση του Ευρωπαϊκού Δικαίου που αφορά στην Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. Συνεπώς η Γερμανία έχει προσχωρήσει και υπάγεται σε κανόνες δικαίου του σύγχρονου νομικού και πολιτικού ευρωπαϊκού πολιτισμού. Έχει προσχωρήσει στις πρόνοιες και αξιώσεις της ΕΣΔΑ (5). Οφείλει συνεπώς να πολιτεύεται συμμορφούμενη με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ και όχι να παρεκκλίνει από τις υποχρεώσεις που καθορίζονται δεσμευτικώς.

Ήδη η Ευρωπαϊκή Ένωση, της οποίας σημαντικότατος εταίρος και κράτος-μέλος είναι η Γερμανία, έχει προβεί σε κατευθυντήριες γραμμές για την προώθηση του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου (6). Η Ευρωπαϊκή Ένωση που θεμελιώνεται (7) πάνω στις Αρχές της Ελευθερίας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του Κράτους Δικαίου, έχει ως στόχο τη διαφύλαξη και υπεράσπιση των κανόνων του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου. Συνεπώς η ενωμένη Γερμανία δεν μπορεί να πολιτεύεται αγνοώντας τις μεταπολεμικές υποχρεώσεις της, αρνούμενη ουσιαστικώς τις εμπόλεμες ευθύνες της. Άλλως, δεν έχει δικαίωμα να επικαλείται τις Αρχές και Αξίες του «ενωσιακού κεκτημένου» (8), ούτε τις αξιώσεις της ΕΣΔΑ. Πολλώ δε μάλλον δεν μπορεί να επικυρώνει και να κυρώνει το Καταστατικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (9). Δηλαδή, αντί πολλών, η Γερμανία δεν μπορεί να είναι υπερασπιστής των σύγχρονων ευρωπαϊκών Αρχών και Αξιών, αλλά ούτε και τιμωρός των σύγχρονων εγκληματιών πολέμου, χωρίς την προηγούμενη και λυσιτελή ανάληψη των δικών της απαράγραπτων ευθυνών.

Στην προκειμένη περίπτωση:

α) Για τις μεταπολεμικές ευθύνες της Γερμανίας και με χρονική αφετηρία τη συνένωση των δύο (2) Γερμανιών, θα πρέπει (λόγω του ό,τι οι εμπόλεμες καταστάσεις και οι εξ αυτών συνέπειες δεν έχουν αποκατασταθεί) να υπάρξει αξιολόγηση στο πλαίσιο της θεωρίας και της πράξης της Διεθνούς Ευθύνης, κατά τα κρατούντα στο Διεθνές Δίκαιο.

β) Η Διεθνής Ευθύνη (10) αποτελεί θεμελιωμένο θεσμό του Διεθνούς Δικαίου. Όπως δε παρατηρεί και ο Ε. Ρούκουνας (11), «αν θέλουμε να μιλούμε για νομικό σύστημα, είναι αδιανόητο να μην υπολαμβάνουμε την υποχρέωση των κρατών, να επανορθώνουν τις ζημιές που προκαλούν παράνομα. Στο απώτερο παρελθόν γινόταν λόγος για διεθνή ευθύνη σε περίπτωση άδικου πολέμου (unjust war)...».

Οι μεταπολεμικές ευθύνες της Γερμανίας πρέπει να αντιμετωπιστούν υπό το πρίσμα της διεθνούς ευθύνης.

γ) Η Διεθνής Ευθύνη (12) της ενωμένης πλέον Γερμανίας αφορά στην άρνησή της να αποδώσει τα δι’ αρπαγής λεηλατηθέντα χρήματα του Ελληνικού Λαού, να αποκαταστήσει και επανορθώσει τις ζημίες που προκάλεσε, καθώς και να αποζημιώσει για ηθική βλάβη τα θύματα και τις οικογένειές τους. Οι προαναφερόμενες αρνήσεις της Γερμανίας συνιστούν παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου «διά παραλείψεως». Άλλωστε, είναι παραδεκτό στη θεωρία, στην πράξη και στη Νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου ότι παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου λαμβάνει χώρα με πράξη ή με παράλειψη (13).

Επιτρέψατέ μου να υποστηρίξω την άποψη ότι η διεθνής ευθύνη προβάλλεται από το κράτος που θέλει να υπερασπιστεί δικαιώματα που του αναγνωρίζει η διεθνής έννομη τάξη. Άσχετο είναι, δε, εάν τα δικαιώματα αυτά ιδρύονται σε ειρηνική περίοδο ή σε εμπόλεμη περίοδο λόγω εχθροπραξιών. Σε κάθε περίπτωση, ο άδικος πόλεμος έχει μεταπολεμικές συνέπειες και γεννά διεθνή ευθύνη. Η διεθνής δε έννομη τάξη, καθώς και τα υφιστάμενα πολιτικά ή και δικαιοδοτικά όργανα εξασφαλίζουν στην Ελλάδα όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις να αξιώσει από τη μεταπολεμική Γερμανία την ικανοποίηση των δικαιωμάτων της.

Οι πολιτικές δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου έχουν τη συνταγματική υποχρέωση να διεκδικούν την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου ως προς τα ζητήματα που τίθενται στο παρόν κείμενο (14).

Υποσημειώσεις

(1) Βλ. Προς την κατεύθυνση αυτή η ελληνική έννομη τάξη έχει συνταγματικές δεσμεύσεις. (Πρβλ. Π. Μηλιαράκης, “Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο και Ελληνικό Σύνταγμα”, Public International Law and Hellenic Constitution, 2008, σελ. 39 και επ., καθώς και 79 και επ.).

(2) Οι σοβαρές παραβιάσεις των κανόνων του εθιμικού και συμβατικού Δικαίου του Πολέμου ταυτίζονται με το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο. Ο σύγχρονος δε ορισμός διαμορφώθηκε στη Δίκη της Νυρεμβέργης (η απόφαση δημοσιεύθηκε στις 8 Αυγούστου 1945). Τα εγκλήματα πολέμου που είναι μέρος μαζικών δολοφονιών ή γενοκτονιών περιγράφονται ως εγκλήματα πολέμου κατά της ανθρωπότητας. Αυτό αφορά και στη Βιάννο. Άλλωστε, υπήρξαν μαζικές δολοφονίες. (Βλ. σχετικώς Χ. Ροζάκης, “Έγκλημα και Τιμωρία: το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο στη Νέα Παγκόσμια Τάξη”, 2004, Σ. Περράκης, “Η Πολεμική Κατοχή στο Σύγχρονο Διεθνές Δίκαιο”, 1990, Μ. Σαρηγιαννίδης, “Η Πολεμική Κατοχή στο Διεθνές Δίκαιο”, 2011).

(3) Η Συμφωνία του Λονδίνου του 1953 συνιστά δέσμευση μεταξύ της τότε Δυτικής Γερμανίας και των Συνασπισμένων Δυνάμεων. Αφορά, δε, ουσιαστικό κανόνα που έχει ενταχθεί στις εσωτερικές έννομες τάξεις. Στην Ελλάδα έχει κυρωθεί με τον Ν. 3480/1956. Σχετική είναι και η Συμφωνία της Βόννης του 1952. Πάντως, η διακρατική Συμφωνία του Λονδίνου του 1953 τελούσε υπό την «άγραφη» αίρεση του κρίσιμου νομικού ζητήματος που οφειλόταν στο κατά πόσο η (τότε) Δυτική Γερμανία ήταν η συνέχεια της νομικής προσωπικότητας του Γ’ Ράιχ.

(4) Π. Μηλιαράκης, “Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου” - The European Court in Strasbourg, 2000.

(5) Παρ’ ημίν η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει τη συντομογραφία ΕΣΔΑ.

(6) Βλ. επίσημη Εφημερίδα Ε.Ε. αριθμ. C327 της 23ης/12/2005.

(7) Βλ. Π. Μηλιαράκης, “Το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα μεταξύ νομικού δόγματος και πολιτικής”, 2005, κυρίως από σελ. 84 και επ.

(8) Αφορά το κοινοτικό κεκτημένο (acquis communautaire).

(9) Κυρώθηκε στην Ελλάδα με τον Ν. 3003/2002 (ΦΕΚ 75/τ. Α/8.4.2002). Επίσης βλ. και Ν. 3948/2011 (ΦΕΚ 71/τ. Α/5.4.2011) που αφορά: Προσαρμογή των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου προς τις διατάξεις του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.

(10) Βλ. Ε. Ρούκουνας, “Διεθνές Δίκαιο”, ΙΙΙ, 1983, σελ. 113 και επ., Κ. Ευσταθιάδης, “Διεθνές Δίκαιον”, ΙΙΙ, 1963, σελ. 69 και επ., Δ. Κωνσταντόπουλος, “Διεθνές Δημόσιον Δίκαιον”, Τόμος ΙΙΙ, 1966, R. Μ. M. Wallace - Ο. Martin Ortega, “International Law”, 2009 σελ. 194 και επ., Ι. Brownlie, “Principles of Public Internationa lLaw”, 1979, σελ. 431 και επ. F. V. Garcia - Amador, “State Responsibility in the Light of the New Trends of International Law”, AJIL 1955, F. Mann, “The Consequences of International Wrong in International and National Law BYBIL 1976-77”, G. Amador - L. Β. Sohn - R. Baxter, “Recent Codification of the Law of State Responsibility for Injuries to Aliens”, Leyden 1974.

(11) Βλ. Ε. Ρούκουνας, οπ. π. σελ. 114-115.

(12) Η διεθνής ευθύνη σχετίζεται πρωτίστως με πράξεις ή παραλείψεις της εκτελεστικής εξουσίας. Η ευθύνη, δε, είναι ευρύτερη καθόσον αφορά και στρατιωτικές υπηρεσίες, ακόμη και τη νομοθετική εξουσία. Ειδικότερα η διεθνής ευθύνη κατ’ αρχήν και κατ’ αρχάς συναρτάται με πράξεις και παραλείψεις των Οργάνων του Κράτους που είναι αρμόδια για τη διαχείριση των διεθνών σχέσεων. Υπ’ όψιν δε ότι η διεθνής ευθύνη του Κράτους εκτείνεται και σε Όργανα που είναι ακόμη και αναρμόδια!

(13) Τέτοιο παράδειγμα παράληψης, δηλαδή μη λήψης μέτρων αφορά η υπόθεση των ομήρων της Αμερικανικής Πρεσβείας στην Τεχεράνη το 1980, αλλά και του Στενού της Κέρκυρας το έτος 1949, όπου το Διεθνές Δικαστήριο αναγνώρισε διεθνή ευθύνη με παράλειψη.

(14) Για την ελληνική εξωτερική πολιτική βλ. αντί πολλών Π. Μηλιαράκης, “Η Εξωτερική Πολιτική κατά το Συνταγματικό Δίκαιο”, 1987.

 

* Ο Πέτρος Μηλιαράκης δικηγορεί στα Ανώτατα Ακυρωτικά Δικαστήρια της Ελλάδας και στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια του Στρασβούργου και του Λουξεμβούργου (ECHRκαι GC - EU).

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια