Απόψεις

«Άστοχη η κίνηση του υπουργείου Οικονομικών»

Εισήγηση του Ευριπίδη Κουκιαδάκη μέλους του ΔΣ της ΠΕΔ Κρήτης και μέλους της άτυπης νομοπαρασκευαστικής επιτροπής

ΠΡΟΣ: ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΗΜΩΝ ΚΡΗΤΗΣ.

ΜΕ ΘΕΜΑ: ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΑΑΝΑΔΕΊΧΘΗΚΑΝ  ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΤΩΝ ΔΑΣΙΚΩΝ ΧΑΡΤΩΝ  ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΑΝΑΡΤΗΣΗ ΤΩΝ  ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΩΝ ΠΙΝΑΚΩΝ

κ. Πρόεδρε,

Ι. Στις Περιφέρειες Κρήτης και Ιονίων νήσων, στους νομούς Λέσβου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων και Αντικυθήρων και στην περιοχή της Μάνης, όπως είναι γνωστό, δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και των  δασικών εκτάσεων (άρθρο 62 παρ.1 εδάφιο 2 του Ν.998/1979). Η επίκληση, συνεπώς,  από το Δημόσιο της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης , δεν αρκεί για να θεμελιώσει το δικαίωμα κυριότητάς του σ΄αυτή,  ακόμη και μετά την οριστική επικύρωση   των δασικών χαρτών. Αντίθετα  το Δημόσιο οφείλει  να επικαλείται και να αποδεικνύει,  πως απέκτησε την κυριότητα κάθε συγκεκριμένου ακινήτου, στις παραπάνω περιφέρειες.

Η πρωτοβουλία του δημοσίου να υποβάλλει δηλώσεις ιδιοκτησίας για όλες ανεξαίρετα τις προστατευόμενες  από τη δασική νομοθεσία εκτάσεις, όπως αποτυπώθηκαν στους ανηρτημένους δασικούς χάρτες της  Περιφέρειας Κρήτης (δάση,  δασωμένους αγρούς δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις)  δυστυχώς επιβεβαιώνει την άποψη  που εκφράσαμε  από την πρώτη στιγμή, ότι  η ανάρτηση των δασικών χαρτών  δεν ασχολείται  άμεσα ,   αλλά επηρεάζει,  αν δεν καθορίζει  κατά πλήρη  αναστροφή του  τεκμηρίου, τα  εμπράγματα δικαιώματα  των πολιτών  επί αυτών .

Πριν στεγνώσει  το μελάνι  της ομόφωνης απόφασης του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών για τους «ασπαλάθους»,  η οποία επιτρέπει  τον   χαρακτηρισμό σημαντικών εκτάσεων ως χορτολιβαδικών  ή και γεωργικών ακόμη,    πριν  προλάβουν να   προσφύγουν οι δασολόγοι  στο Συμβούλιο Επικρατείας,  όπου όλα  είναι ανοικτά, για την τύχη της απόφασης του Υφυπουργού Περιβάλλοντος  με την οποία έγινε  δεκτή   η  προηγούμενη ομόφωνη απόφαση του Τεχνικού Συμβουλίου Δασών(εξαιρουμένου του καθηγητή που δεν «αντιλήφθηκε»  τη σημασία  των  «ασπαλάθων» και του θέματος και υποχρεώθηκε να ανακαλέσει    την ψήφο του, όταν αντιλήφθηκε  το πρόβλημα),  το Υπερ ταμείο,   «καθολικός διάδοχος» , όπως αποδεικνύεται  της πολιτιστικής μας κληρονομιάς  και του προστατευόμενου από το Σύνταγμα  φυσικού  περιβάλλοντος,  ασκώντας  δια πληρεξουσίου τα  «κληρονομικά» του  δικαιώματα  επ΄ αυτών,  υπέβαλλε δηλώσεις κυριότητας, με μοναδικό  αποδεικτικό στοιχείο  των δικαιωμάτων  του,  τους ανηρτημένους δασικούς χάρτες, η οποία έγινε ασμένως δεκτή «αμάσητοι»,  κατά τη διαδικασία της προανάρτησης των  κτηματολογικών πινάκων.  Χωρίς να προσκομισθούν, όπως  απαιτείται, τίτλοι  ιδιοκτησίας από  τον  φερόμενο ως ιδιοκτήτη ελληνικό δημόσιο,  υπέρ  του οποίου δεν ισχύει  το μαχητό ούτως ή άλλως τεκμήριο κυριότητας( άρθρο 62 παρ1 Ν.998/1979), στην Κρήτη ,  στη Μάνη, στα Ιόνια νησιά και στις λοιπές αναφερόμενες  παραπάνω  περιοχές.

Προδήλως με υπόδειξη –οδηγία- του κυρίου   του έργου για την σύνταξη του κτηματολογίου, ελληνικού δημοσίου, έγιναν δεκτές συλλήβδην και χωρίς αξιολόγηση  οι δηλώσεις του δημοσίου και απερρίφθησαν οι δηλώσεις όλων των ιδιωτών ακόμη και των  νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Με  την υποβολή  και κυρίως την αποδοχή των  εσφαλμένων και ανίσχυρων  δασικών χαρτών, ως τίτλων ιδιοκτησίας,   τα σφάλματα των οποίων   αναγνώρισε  με  ειλικρίνεια και ευθύνη  η ηγεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος , προκειμένου να διορθωθούν αυτεπάγγελτα τα αναρίθμητα πρόδηλα  σφάλματα τους , υποσχόμενη    την ταυτόχρονη τροποποίηση των σχετικών διατάξεων,  ώστε να μην υποχρεωθούν οι ιδιοκτήτες ακινήτων να προσφύγουν στις χρονοβόρες και πολυδάπανες διαδικασίες της δικαιοσύνης,  με ότι αυτό συνεπάγεται για τους ίδιους,   την   ολοκλήρωση του δασολογίου και του κτηματολογίου, αλλά και την εύρυθμη λειτουργία της ίδιας της Δικαιοσύνης, η  οποία θα κληθεί να αντιμετωπίσει   την  «πανδημία»   που προκαλείται από την πρόχειρη και αυθαίρετη ερμηνεία του νόμου.

Ειδικότερα,  όπως γίνεται δεκτό , η ανάρτηση των  δασικών χαρτών στις περιφέρειες της χώρας  όπου ισχύει το τεκμήριο κυριότητος του δημοσίου , επί των εκτάσεων αυτών, η διαδικασία αυτή  γίνεται  αποδεκτή, έτσι, οφείλουν οι ενδιαφερόμενοι πολίτες να ανατρέψουν το μαχητό τεκμήριο κυριότητας. Στην Κρήτη  όμως και στις λοιπές εξαιρούμενες περιφέρειες, όπου το δημόσιο εξομοιώνεται με τους πολίτες, έχει  το δικαίωμα να  προβάλλει τα  δικαιώματα  του και να  υποβάλλει  δήλωση στα  κατά τόπους γραφεία κτηματογράφησης, προσκομίζοντας τους τίτλους ιδιοκτησίας του και γενικά τα στοιχεία που αποδεικνύουν την κυριότητα του επί  των δηλουμένων  εκτάσεων.

Ο προσωρινός  χαρακτηρισμός  των  εκτάσεων ,ως δασών, χορτολιβαδικών ,  δασικών εκτάσεων ή  δασωμένων αγρών,  δεν  αποτελεί  τίτλο ιδιοκτησίας,  εσφαλμένα  κατά συνέπεια,   έγινε αποδεκτός ως  τέτοιος ,  απλά  οι  εκτάσεις αυτές, δημόσιες ή  ιδιωτικές, εμπίπτουν σε ιδιαίτερο καθεστώς προστασίας, το οποίο επιβάλλεται από τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος.   Ο ι δηλούντες ( προβάλλοντες)  δικαιώματα,   είτε πρόκειται για ιδιώτες  είτε πρόκειται για το δημόσιο,  φέρουν το βάρος της αποδείξεως  των δικαιωμάτων τους.

Εκτιμώ  βάσιμα , χωρίς να έχω  διασταυρωμένες ασφαλείς  πληροφορίες , ότι απορρίφθηκαν εξ αυτού  του  λόγου και μόνον , χωρίς να αξιολογηθούν οι  δηλώσεις πολιτών, ακόμα     και εκείνων που   κατέχουν  νόμιμους  τίτλους ιδιοκτησίας.  Η περίπτωση των  δασωμένων αγρών, οι οποίοι  καλύπτουν μεγάλο μέρος της Κρήτης , είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για να κατανοηθεί το μέγεθος του προβλήματος που δημιουργείται. Ο  χαρακτηρισμός τους ως δασικών στους ανηρτημένους δασικούς  χάρτες, στηρίζεται σε δύο αεροφωτογραφίες των ετών  1945 ή αν δεν είναι κατάλληλη στην αεροφωτογραφία  του 1960,   και στην αεροφωτογραφία  του 2016. Ως εκ τούτου, ο χαρακτηρισμός μιας έκτασης ως ΑΔ (Δασωμένος αγρός),σημαίνει  ότι στον ιστορικό ορθοφωτοχάρτη του έτους 1945  χαρακτηρίζεται ως αγροτική ( μη δασική)  και στον ορθοφωτοχάρτη του 2016 δασική. Πρόκειται δηλαδή κατά κύριο λόγο, για καλλιεργούμενες εκτάσεις σε ορεινές ή  ημιορεινές περιοχές, που έμειναν ακαλλιέργητες, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη δασικής βλάστησης, χωρίς την ύπαρξη της οποίας θα χαρακτηριζόταν με βεβαιότητα γεωργικές, κατά συνέπεια ιδιωτικές, η δάσωση αυτών   επηρεάζει  τη χρήση και όχι  το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτών.

Η διατύπωση  της παρ. 1 α. του άρθρου 67 του Ν.998/1979, παρά τα προβλήματα που δημιουργούνται από άλλες εσφαλμένες ρυθμίσεις  της, είναι  απολύτως   σαφής για τον αγροτικό χαρακτήρα των εκτάσεων αυτών,  ήτοι :«Εκτάσεις που εμφανίζονται με αγροτική μορφή που δασώθηκαν μεταγενέστερα, επί των οποίων το δημόσιο δεν θεμελιώνει  δικαιώματα κυριότητος βάσει τίτλου, αναγνωρίζονται ως ιδιωτικές με απόφαση του Γενικού Γραμματέα (ήδη Συντονιστή) της οικείας  Αποκεντρωμένης  Διοίκησης μετά από εισήγηση του Δασάρχη ή του Διευθυντή δασών εάν δεν υφίσταται δασαρχείο στο Νομό , εφόσον  ο ιδιώτης  προσκομίσει τίτλους ιδιοκτησίας οι οποίοι ανάγονται πριν από την 23ην  Φεβρουαρίου 1946  και έχουν μεταγραφεί». Οι ιδιωτικές αυτές   εκτάσεις,  χωρίς να προσκομισθούν τίτλοι ιδιοκτησίας του δημοσίου, με μόνο το χαρακτηρισμό τους ως ΑΔ στους δασικούς χάρτες , «περιήλθαν» κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με την προανάρτηση των  κτηματολογικών πινάκων,  χωρίς  την οφειλόμενη αποζημίωση   και χωρίς να προηγηθεί  αξιολόγηση των τίτλων    ιδιοκτησίας των καλλιεργητών του παρελθόντος ή  των κληρονόμων τους και  εν τέλει  χωρίς  να ληφθούν  υπόψη   τα στοιχεία από τα οποία τεκμηριώνεται η κτήση της κυριότητας αυτών  με τακτική ή  έκτακτη χρησικτησία. Η εγκατάλειψη τους  ακαλλιέργητων, δεν τα καθιστά αδέσποτα, ενώ  ως   πράξεις νομής- η μακροχρόνια άσκηση των οποίων οδηγεί στη κτήση κυριότητας με χρησικτησία – θεωρούνται μεταξύ των άλλων  η επίσκεψη, η φύλαξη, η συλλογή καρπών, η εκμίσθωση, η οριοθέτηση , η καταμέτρηση,  η σύνταξη διαγραμμάτων ακόμη και η απλή πληρωμή φόρων. Συνεπώς, το δημόσιο επί των δασωμένων αγρών, δεν  μπορεί να θεμελιώσει δικαιώματα κυριότητος  επικαλούμενο απλώς τη δάσωση των, ακόμη και στις περιοχές που  ισχύει  το διαδικαστικό τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί  των δασών και των δασικών εκτάσεων .  Σημειωτέον ότι οι δασωμένοι αγροί, εξ ορισμού σύμφωνα με τη διατύπωση του  νόμου, καλλιεργούμενες αγροτικές-γεωργικές εκτάσεις το 1945  δεν περιήλθαν στην κυριότητα του δημοσίου, ήταν δηλαδή ανέκαθεν ιδιωτικές,  δεκτικές πράξεων νομής με τη θέληση κυρίου.

ΓΙΑ ΤΗ ΚΤΗΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΜΕ ΤΑΚΤΙΚΗ  Η ΕΚΤΑΚΤΗ  ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ   ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ   

Με το άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 147/2014, που εκδόθηκε κατ` εφαρμογή της με το Νόμο ΔΣΙΓ` της 14/14 Νοεμβρίου κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Δεκεμβρίου 1913 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι στις Νέες χώρες, που διατελούσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους (Μακεδονία, Ήπειρος, Κρήτη, νήσοι του Αιγαίου) "εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία διατηρούνται όμως εν ισχύει αι περί γαιών διατάξεις του Οθωμανικού Νόμου αι ρυθμίζουσαι τα επ` αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους ελληνικούς νόμους. Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι". Ο με το νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Νόμου "περί γαιών" μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ` αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια και, συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη μετά τις 11.5.1915, αφότου η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.

Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, το 1897 η Κρήτη που κατεχόταν από τις Δυνάμεις, αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του Σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στο νησί, κάτω από την υψηλή Επιτροπεία του πρίγκηπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898). Κατά τη διάρκεια της αυτονομίας της Κρήτης και, συγκεκριμένα στις 23 Ιουλίου 1904, τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας, η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα (11.5.1915) και μέχρι την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αριθ. 3 του ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 1 του ν.δ. της 7/10 Μαΐου 1946, στις 22 Φεβρουαρίου 1946, δεδομένου ότι από τις 23 Φεβρουαρίου 1946 άρχισε ισχύς του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 555/2016).

Περαιτέρω, από τα άρθρα 198, 199 και 202 του εφαρμοστέου στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, Κρητικού Αστικού Κώδικα, προκύπτει, ότι τα κτήματα της επικρατείας διακρίνονται σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση, και περί των οποίων ρητώς ορίζεται με το άρθρο 302 του ιδίου Κώδικα, ότι υπόκεινται στους περί χρησικτησίας ορισμούς. Δημόσια κτήματα είναι μόνον εκείνα, που αναφέρονται στο του άρθρο 199 Κρητικού ΑΚ, και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ενώ κατά το επόμενο άρθρο 200 Κρητικού ΑΚ όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και, επομένως, υπάγονται στο περί αυτών νομικό καθεστώς. Εξάλλου, κατά το προϊσχύσαν του Κρητικού Αστικού κώδικα Οθωμανικό δίκαιο ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης κυριότητας, τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όσο και για τις δημόσιες γαίες (αμρί - ρεζί). Ειδικότερα, με το άρθρο 3 του νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (ήτοι 1856), ρητώς οριζόταν ότι οι δημόσιες γαίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν τα δάση και τα παρόμοια, ανήκαν στο Δημόσιο και παραχωρούνταν από την Κυβέρνηση (ΑΠ 1202/2012). Επομένως ο χρόνος που διέδραμε στη διάρκεια ισχύος της Οθωμανικής νομοθεσίας δεν υπολογίζεται για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία. Ο Κρητικός όμως Κώδικας θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση, για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του. Η πρώτη διάταξη ορίζει ότι ο χρόνος που ορίζεται από τον παρόντα νόμο για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από το νόμο για τη χρησικτησία και ότι εάν κατά την έναρξη ισχύος αυτού είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για τη συμπλήρωση του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, n οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου (ΑΠ 555/2016).     

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 293 του Κρητικού Αστικού Κώδικα, " ο καλή τη πίστει αποκτήσας ακίνητο δυνάμει τίτλου, κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος αυτού δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής" και κατά το άρθρο 294 αυτού "καλή πίστει νομεύς είναι ο αγνοών, ότι απέκτησε το πράγμα παρά μη αληθούς κυρίου. Επί χρησικτησίας αρκεί η εν αρχή της νομής καλή πίστις". Περαιτέρω, από μεν τις διατάξεις των άρθρων 299 και 298 του αυτού Κώδικα προκύπτει, ότι επί έκτακτης χρησικτησίας ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του και επί τακτικής χρησικτησίας ο ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας, το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον έχει έγκυρο μεταγεγραμμένο τίτλο και καλή πίστη κατά τη στιγμή της διαδοχής, από δε τη διάταξη του άρθρου 302 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι υπόκεινται σε χρησικτησία, μη εξαιρούμενα από αυτήν, τα δημόσια κτήματα. Το τελευταίο άρθρο καταργήθηκε σιωπηρώς από το άρθρο 21 του ν.δ/τος 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον μέχρι της ισχύος του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας. Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του ν. ΔΞΗ71912 και των σε εφαρμογή αυτού εκδοθέντων Δ/των, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν στην Κρήτη από 11.5.1915.

Από το σύνολο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, από το χρόνο που τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός ΑΚ (23.7.1904), επί γαιών που είχαν το χαρακτήρα δάσους και αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι στην αναπαλλοτρίωτη, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον η χρησικτησία συμπληρωνόταν μέχρι τις 11.5.1915, με συνυπολογισμό, προκειμένου περί έκτακτης χρησικτησίας, μέχρι 15 ετών το πολύ νομής πριν από το χρόνο έναρξης ισχύος του Κρητικού ΑΚ (23.7.1904), προκειμένου δε περί τακτικής χρησικτησίας, με συνυπολογισμό μέχρι 5 ετών το πολύ νομής με τα λοιπά αυτής προσόντα (τίτλος, μεταγραφή, καλή πίστη), πριν από το χρόνο έναρξης ισχύος του Κρητικού Αστικού  Κώδικα (ΑΠ 572/2001).  Με τις προηγούμενες ρυθμίσεις,  παρά  το ότι στο Οθωμανικό δίκαιο, το οποίο  ίσχυσε στην Κρήτη μέχρι τις 23.7.1904, ήταν άγνωστος ο θεσμός της χρησικτησίας, επί δημοσίου κτήματος,  στην Κρήτη ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, συμπληρούμενη μέχρι 11.5.1915,με  συνυπολογισμό,  μέχρι 15 ετών  για την έκτακτη και πέντε ετών  την  τακτική χρησικτησία,   εφόσον συνέτρεχαν και  τα λοιπά  προσόντα αυτής (τίτλος, μεταγραφή, νομή πράγματος,  καλή πίστη για την τακτική χρησικτησία)

 Δηλαδή, με βάση τα παραπάνω,  γίνεται δεκτό από τη νομολογία του Αρείου Πάγου ότι όποιος νεμόταν,  επί 20 χρόνια μέχρι 11.5.1915 ένα ακίνητο του δημοσίου γινόταν  κύριος αυτού  με έκτακτη χρησικτησία (σχετικές οι παρακάτω αποφάσεις ΑΠ.1141/2019,ΑΠ.116/2018,ΑΠ.1706/2018 ΑΠ.984/2017 ΑΠ.555/2016,ΑΠ.485/2014, ΑΠ.103/2013, ΑΠ.1202/2012,ΑΠ. 1580/2002, ΑΠ.572/2001, ΜΟΝ. ΠΡ. ΗΡ.710/2018 ) 

         Η προηγούμενη  ερμηνεία των διατάξεων του Κρητικού Αστικού Κώδικα  από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, επιτρέπει, θα έλεγα επιβάλλει,  στον κοινό  νομοθέτη να αντιμετωπίσει  οριζόντια , το πρόβλημα της αναγνώρισης της ύπαρξης ή μη   ιδιωτικών δικαιωμάτων επί των δασών, των δασικών και των χορτολιβαδικών εκτάσεων, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι  δεν «ισχύει» για την Κρήτη  το τεκμήριο Κυριότητας υπέρ του Δημοσίου επί των εκτάσεων αυτών. 

1.ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ:

          α) οι δασωμένοι αγροί (ΑΔ) ήταν  ανέκαθεν  ιδιωτικές εκτάσεις (εκτός εάν το δημόσιο έχει τίτλους επ΄ αυτών).

          β) Με την απόφαση της Αποκεντρωμένης Διοίκησης αναγνωρίζεται (διαπιστώνεται) ουσιαστικά ότι οι εκτάσεις αυτές ήταν αγροτικές (καλλιεργούμενες) το 1945   και δασικές το 2016, δεκτικές όμως  Χρησικτησίας και μετά το 1915, δεδομένου ότι δεν περιήλθαν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στην ιδιοκτησία του δημοσίου.   

         γ) Η απαίτηση  του δευτέρου εδαφίου  της παρ. 1 α του άρθρου 67  για την προσκόμιση τίτλων ιδιοκτησίας μεταγραμμένων πριν από την ισχύ του  Αστικού Κώδικα (23 Φεβρουαρίου 1946)  είναι αντίθετη στο άρθρο 17 του Συντάγματος. Με την άποψη αυτή   συντάσσεται έμμεσα  και η 744/2019 απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, με την οποία κρίθηκαν ως συνταγματικές οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 67 του Ν.998/1979 « γιατί δεν αποκλείουν την απόδειξη δικαιωμάτων κυριότητος λόγω χρησικτησίας, τακτικής ή έκτακτης, εφόσον στην μεν  περίπτωση της  τακτικής χρησικτησίας είναι δυνατή  η προσκομιδή νόμιμου τίτλου ( άρθρο 1041 ΑΚ),στη δε περίπτωση της έκτακτης χρησικτησίας η προσκομιδή μεταγεγραμμένης τελεσίδικης  δικαστικής απόφασης, στην οποία αναγνωρίζεται  κυριότητα  σε ακίνητο που έχει κτηθεί  με έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1192 παρ.2 Αστικού Κώδικα).

      Προκειμένου όμως   να κατανοηθεί η   αντίφαση   αυτή,  ας  υποθέσουμε ότι  ένα μικρό  τμήμα  μεγαλύτερου ακινήτου του ίδιου ιδιοκτήτη , το οποίο  στον ορθοφωτοχάρτη του 1945 εμφανίζεται ως καλλιεργημένο  και του 2016 ως δασικό,  λόγω του ότι  η καλλιέργεια του εγκαταλείφθηκε ως ασύμφορη, αλλά  το υπόλοιπο καλλιεργείται αδιάκοπα, είναι οριοθετημένο και  περιφραγμένο με ενιαία περίφραξη, όπως προκύπτει από το σύνολο των υφιστάμενων   αεροφωτογραφιών βεβαίας χρονολογίας όλων αυτών των ετών.  Για το καλλιεργούμενο τμήμα προφανώς δεν τίθεται θέμα,  σύμφωνα με τις υφιστάμενες οδηγίες του κυρίου του έργου,  αρκεί η προσκόμιση ενόρκων βεβαιώσεων προκειμένου να αναγνωρισθεί η κυριότητα  του  επ΄ αυτού,  εν αντιθέσει για το ακαλλιέργητο, για το οποίο  χωρίς λόγο απαιτείται η  προσκόμιση  τίτλων ιδιοκτησίας προϋφιστάμενων  της 23ης  Φεβρουαρίου 1946 ή σύμφωνα με την προηγούμενη (744/2019) απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Ως τελεσίδικη δε θεωρείται η απόφαση κατά της οποίας δεν ασκήθηκαν ένδικα μέσα ή τα  ασκηθέντα απορρίφθηκαν.  

        Το παράδειγμα, αν και  θεωρητικά υποθετικό, ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και αφορά τους περισσότερους δασωμένους αγρούς στο σύνολο ενδεχομένως της χώρας, οπωσδήποτε της ορεινής, ημιορεινής αλλά πολλές φορές και της πεδινής Κρήτης.     

  1.        Η  ΛΥΣΗ ΣΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΑΝ ΜΕ ΤΗΝ  ΑΣΤΟΧΗ  ΕΝΕΡΓΕΙΑ, του Ελληνικού Κτηματολογίου προφανώς ενεργώντας, με βάση τις οδηγίες του κυρίου του έργου Ελληνικού Δημοσίου.

         α) Η λύση  στο συνολικό  πρόβλημα που δημιουργήθηκε από  την αυθαίρετη και παράνομη δήλωση του δημοσίου,   σε χιλιάδες πολίτες της Κρήτης, οι οποίοι συνωστίζονται ήδη  στα  γραφεία κτηματογράφησης  για πληροφορίες ή για  να καταθέσουν αιτήσεις διόρθωσης,  είναι  απλή ,  αρκεί  ,όποιος έδωσε την παράνομη οδηγία (εντολή) απόρριψης  και δη  ανεξέλεγκτων  των δηλώσεων των  δικαιούχων πολιτών,  να δώσει   εντολή   αυτεπάγγελτης διόρθωσης     του    πρόδηλου  αυτού   σφάλματος, χωρίς να απαιτείται η υποβολή  αιτήσεων διόρθωσης για  να εξετασθούν αυτεπάγγελτα οι  υποβληθείσες δηλώσεις  των ιδιωτών και του δημοσίου, όπου  το τελευταίο επικαλέσθηκε ως όφειλε  και προσκόμισε  τίτλους ιδιοκτησίας,    μετά την αναμενόμενη   τροποποίηση της νομοθεσίας και την αυτεπάγγελτη  διόρθωση (προσαρμογή) των δασικών χαρτών στο νέο θεσμικό πλαίσιο.

      β) Η  αντιμετώπιση  των δασωμένων αγρών ιδίως στις εξαιρούμενες του τεκμηρίου κυριότητος του  δημοσίου περιοχές είναι  απλούστερη και μπορεί να ρυθμιστεί (οριζόντια σύμφωνα με την εκφρασμένη βούληση της Κυβέρνησης) με την τροποποίηση του άρθρου 62   του Ν.998/1979 ως εξής:

     «Εκτάσεις στις περιοχές του άρθρου 62 παρ.1 εδ. β ν. 998/1979 που στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 ή εφόσον αυτές δεν είναι ευκρινείς, του 1960,εμφανίζονται ως αγροτικές, δεν χαρακτηρίζονται ως δάση  ή δασικές εκτάσεις κατά τη διαδικασία κατάρτισης του δασικού χάρτη  ή αναμόρφωσης κυρωμένου δασικού χάρτη ,ανεξάρτητα από την μορφή που απέκτησαν αργότερα. Η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται και στην περίπτωση που κατά το χρόνο έναρξης ισχύος της παρούσης διάταξης   έχει αναρτηθεί ήδη  ο δασικός χάρτης, οπότε απαιτείται η ανασύνταξη του».

        Με την προτεινόμενη    ως άνω ρύθμιση   αντιμετωπίζεται  ριζικά το πρόβλημα των δασωμένων αγρών, προς όφελος των πολιτών, όπως υπόσχεται η Κυβέρνηση, χωρίς να απαιτείται η εμπλοκή σε αυτό, όλων των εμπλεκόμενων στη διαδικασία  Κτηματογράφησης Υπουργείων.

       Εναλλακτική, πολιτικά πιο βατή λύση,   αποτελεί η αναγνώριση των  αυταπόδεικτων σύμφωνα με τις προηγούμενες  σκέψεις δικαιωμάτων   κυριότητας, με την προσκόμιση ενόρκων βεβαιώσεων, ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό τους, ο οποίος αφορά  το χαρακτήρα τη χρήση  και την προστασία αυτών. Στην τελευταία όμως περίπτωση, κατά την οποία de facto μειώνεται η αξία τους,  λόγω των επιβαλλόμενων περιορισμών στη χρήση, το δημόσιο υποχρεούται να καταβάλλει αποζημιώσεις.

ΙΙ.Η σύνταξη δασολογίου και Εθνικού Κτηματολογίου  αποτελούν υποχρέωση του κράτους ( άρθρο 24 παρ΄1 και 2 του Συντάγματος)  και συμβατική υποχρέωση της χώρας, η οποία  μάλιστα υλοποιείται   με μεγάλη καθυστέρηση.

        Η σύνταξη δασολογίου, θεμελιώνεται στην παραδοχή ότι η δασική  χαρτογράφηση αποτελεί μέσο για τη διασφάλιση βιώσιμου φυσικού περιβάλλοντος, δηλαδή, θεμελιώδους σημασίας συλλογικό αγαθό προστατευόμενο από το Σύνταγμα.

         Έτσι, ο  Συνταγματικός νομοθέτης υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη  και τη διοίκηση να λάβουν όλα τα πρόσφορα  και αναγκαία- προληπτικά ή κατασταλτικά, νομοθετικά και κανονιστικά ή ατομικά- μέτρα, τα οποία διασφαλίζουν την αποτελεσματική και αέναη διατήρηση του δάσους, ανεξάρτητα αν πρόκειται για δημόσιες ή  ιδιωτικές δασικές  εκτάσεις.  Βασική δε συνιστώσα της προστασίας αυτής, κατά ρητή συνταγματική επιταγή  είναι  η σύνταξη και τήρηση δασολογίου, στο οποίο  αποτυπώνονται με ακρίβεια τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, που  αποτελούν το αντικείμενο της  προηγούμενης  προστασίας (ΣΤΕ.1110/2019,881/2019,1203/2017,805/2016).

        Η  σύνταξη του κτηματολογίου- η δεύτερη  κατ΄άρθρο 24 του Συντάγματος υποχρέωση- ρυθμίζεται με τις διατάξεις περί χωροταξικής αναδιαρθρώσεως της χώρας, αποσκοπεί, δηλαδή, εξ ορισμού, στη διασφάλιση ποιοτικού οικιστικού, ανθρωπογενούς  περιβάλλοντος, αποβλέποντας, παράλληλα και στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, χωρίς την οποία η διαμόρφωση βιώσιμου οικιστικού περιβάλλοντος δεν είναι νοητή.

 

       Η διττή αυτή λειτουργία του Κτηματολογίου αποβλέπει στη χάραξη  και εφαρμογή πολιτικής γης και αναπτυξιακού σχεδιασμού- σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο-  προστασίας του περιβάλλοντος , των φυσικών πόρων και οικοσυστημάτων, τη διασφάλιση της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας και στην ασφάλεια των συναλλαγών. Οι δύο συνταγματικές αποστολές, του Δασολογίου και του Κτηματολογίου, όπως γίνεται δεκτό από το Συμβούλιο  Επικρατείας  δεν μπορούν να ιεραρχηθούν με βάση τη σημασία τους, αφού, άλλωστε, προβλέπονται από τυπικώς ισόκυρες συνταγματικές διατάξεις (άρθρο 24 παρ. 1 και άρθρο 24 παρ. 2), είναι δε και ουσιαστικώς αλληλένδετες, διότι ούτε προστασία του φυσικού περιβάλλοντος νοείται χωρίς τη χωροταξική διάρθρωση των δραστηριοτήτων που το απειλούν και την εφαρμογή πολιτικής γης στηριζόμενης σε αξιόπιστα δεδομένα, ούτε είναι δυνατή η διασφάλιση βιώσιμου και ποιοτικού οικιστικού περιβάλλοντος χωρίς την αξιόπιστη οριοθέτηση και την αποτελεσματική προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και, μάλιστα, των δασών.

        ΙΙΙ. Από το πεδίο αναφοράς του Εθνικού Κτηματολογίου δεν εξαιρούνται τα ακίνητα επί των οποίων αξιώνει (προβάλλει) ιδιοκτησιακά δικαιώματα το Δημόσιο, στα ακίνητα δε αυτά συμπεριλαμβάνονται και τα δημόσια δάση. Το Δημόσιο εξαιρέθηκε, μεν, αρχικώς, από το βάρος υποβολής δήλωσης των εγγραπτέων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων του, αλλά με το ν. 4164/2013 (Α΄ 156), η υποχρέωση υποβολής δήλωσης επεκτάθηκε και σ’ αυτό, ορίσθηκε δε ότι και το Δημόσιο μπορεί να υποβάλει αίτηση διόρθωσης ή ένσταση με σκοπό τη διασφάλιση των δικαιωμάτων αυτών (άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 2308/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 4 του ν. 4164/2013).

 

        Προκειμένου, όμως, η υποβολή δήλωσης εγγραπτέου ιδιοκτησιακού δικαιώματος εκ μέρους του Δημοσίου σχετικά με εκτάσεις δασικού χαρακτήρα  για να είναι λυσιτελής και αποτελεσματική, ώστε να προστατεύεται το δικαίωμα αυτό από ιδιοκτησιακές αμφισβητήσεις, είναι επιβεβλημένος, κατά την έννοια των ως άνω συνταγματικών διατάξεων, ο ακριβής προσδιορισμός των δασών  και των δασικών εκτάσεων, δηλαδή  η  προηγούμενη   κατάρτιση δασικών χαρτών, επί των οποίων θα στηρίζεται η δήλωση του Δημοσίου, εφόσον αυτή υποβληθεί. Βάσει, εξάλλου, των ίδιων δασικών χαρτών, οι οποίοι, κατά τα προαναφερόμενα, αποτελούν τη βάση σύνταξης του Δασολογίου, θα είναι δυνατή και η διεκδίκηση εκ μέρους του Δημοσίου τυχόν ιδιοκτησιακού δικαιώματος, επ΄αυτών, στις περιφέρειες της χώρας στις οποίες ισχύει το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου αλλά όχι στις εξαιρούμενες στις οποίες το δημόσιο στερείται του διαδικαστικού αυτού δικαιώματος.

       Η  πλήρης και αξιόπιστη χαρτογράφηση των δασικού χαρακτήρα εκτάσεων, πέραν της ιδιαίτερης σημασίας της ως προϋποθέσεως για την υλοποίηση της αυτοτελούς συνταγματικής επιταγής για την σύνταξη δασολογίου, αποτελεί αναγκαία νομική προϋπόθεση και για την εκπλήρωση της δέσμης σκοπών δημοσίου συμφέροντος, στην οποία αποβλέπει, ομοίως ως συνταγματική επιταγή, η θέσπιση της υποχρέωσης για την σύνταξη εθνικού Κτηματολογίου. Είναι, επομένως, συνταγματικώς επιβεβλημένη η χρονική προτεραιότητα της κατάρτισης των δασικών χαρτών έναντι του Κτηματολογίου. Ο συνταγματικός αυτός κανόνας, δεν έχει την έννοια της υποχρεωτικής ολοκλήρωσης του Δασολογίου προ πάσης ενάρξεως της διαδικασίας που οδηγεί στην κατάρτιση του Κτηματολογίου, αφού η προστασία του δασικού πλούτου διασφαλίζεται επαρκώς αν ο δασικός χάρτης κάθε περιοχής, δηλαδή η βάση του Δασολογίου, είναι στη διάθεση του Δημοσίου κατά το χρόνο υποβολής της   δηλώσεως του  εγγραπτέου ιδιοκτησιακού δικαιώματος ή, το αργότερο, πριν οριστικοποιηθούν οι πρώτες εγγραφές, οι οποίες είναι ενδεχόμενο να έχουν πραγματοποιηθεί υπέρ τρίτων και παράγουν, από της οριστικοποιήσεώς τους, αμάχητο τεκμήριο υπέρ άλλου, δικαιούχου (ΣΤΕ 881/2019,1110/2019, 203/2017,807/2016).

  1. Οι διαδικασίες αυτές αν και μπορούν να προχωρούν παράλληλα, η σύνταξη του δασολογίου, προαπαιτούμενο της οποίας αποτελεί η  επικύρωση των δασικών χαρτών, προηγείται  των διαδικασιών σύνταξης του κτηματολογίου, πλην όμως σε καμιά περίπτωση, ιδίως στις Περιφέρειες για τις οποίες δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητος υπέρ του δημοσίου, οι διαδικασίες αυτές  δεν μπορούν να προηγούνται του δασολογίου, ούτε να αποτελούν, άνευ άλλου  τίτλο κυριότητος του δημοσίου.

        Οι διαδικασίες σύνταξης του κτηματολογίου εξελίσσονται «κανονικά», παρά την εξάμηνη παράταση που δόθηκε  στις διαδικασίες επικύρωσης των δασικών χαρτών προκειμένου να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα που αναδείχθηκαν με την ανάρτηση των  τελευταίων.

 

     Η ηγεσία του Υπουργείου, η οποία είναι ενήμερη για το σοβαρό αυτό πρόβλημα,  δεν έχει απαντήσει  μέχρι σήμερα, έτσι, αν και η προθεσμία (έως 10 Ιουνίου 2021) που δόθηκε  στους πολίτες  έξι Δήμων του Ηρακλείου-Γόρτυνας, Φαιστού, Μινώα Πεδίάδος, Βιάννου και Αρχανών Αστερουσίων- από το γραφείο Κτηματογράφησης Ηρακλείου για την υποβολή αιτήσεων επανεξέτασης πιθανών σφαλμάτων, αποβλέπει   στη διευκόλυνση των πολιτών   για   την πληρέστερη  αναμόρφωση των προσωρινών  κτηματολογικών πινάκων, ώστε να ακολουθήσει ασφαλέστερα  η διαδικασία της οριστικής  ανάρτησης, πιστεύω  παρά ταύτα για όλους τους προηγούμενους λόγους  ότι  είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί  άμεσα  η θέση της Κυβέρνησης επ΄αυτού, για να  μη συνωστίζονται οι πολίτες στα γραφεία κτηματογράφησης και στα υποθυκοφυλακεία.

     Είναι προφανές ότι η συνέχιση της διαδικασίας υποβολής αιτήσεων επανεξέτασης δεν πρέπει να διακοπεί, για τα λοιπά ακίνητα ώστε να γίνει καλύτερη επεξεργασία των νέων  δηλώσεων και των αιτήσεων διορθώσεως,   επιβάλλεται όμως, να ληφθούν υπόψη για την καταληκτική ημερομηνία  ολοκλήρωσης,  οι προθεσμίες ολοκλήρωσης του δασολογίου  οι οποίες κατ΄ ανάγκην, σύμφωνα με τα παραπάνω, προηγούνται. Άλλωστε, η βιαστική, ατεκμηρίωτη πολλές φορές υποβολή νέων  στοιχείων ενέχει από τη φύση της τον κίνδυνο νέων σφαλμάτων, ιδίως για δύο μεγάλες ενότητες ( κατηγορίες) ακινήτων ήτοι:

 (α) των προστατευόμενων από τη δασική νομοθεσία ακινήτων, τα οποία  αποτελούν και το μείζον πρόβλημα, και

(β) των   κληροτεμαχίων,  τα οποία  δεν επιτρέπεται να κατατμηθούν και γι΄αυτό το λόγο,  οι σχετικές  δηλώσεις εγραπτέων  δικαιωμάτων  ιδιοκτησίας  απορρίπτονται.

     - Για τα πρώτα, τα «δασικά» αναπόφευκτα πρέπει να περιμένουμε την ολοκλήρωση των νομοθετικών πρωτοβουλιών που έχουν ανακοινωθεί, για οριζόντιες (καθολικές)  ρυθμίσεις.

      -Με ανάλογης λογικής προσεγγίσεις μπορούν   να αντιμετωπισθούν  και δη άμεσα  τα προβλήματα των κληροτεμαχίων η κατάτμηση των οποίων επιτρέπεται ήδη  από το 2012, η δε  προθεσμία  επικύρωσης των «ανωμάλων δικαιοπραξιών», με την οποία παρακάμπτεται η ακατανόητη  απαγόρευση της κατάτμησης, έχει ήδη παραταθεί με το άρθρο 39 του Ν.4673/2020 για πέντε χρόνια  από της δημοσιεύσεως του νόμου,  δηλαδή ως τις 22 Μαρτίου 2024. Η παράταση αυτή εκφράζει έμπρακτα τη θέληση του νομοθέτη να αντιμετωπίσει το πρόβλημα με βάση την εμπειρία και την πρακτική   του παρελθόντος, η οποία είναι ξεπερασμένη, χρονοβόρα και πολυδάπανη.   

     -Προφανώς η λύση αυτή,  σε βάθος χρόνου,   αντιμετωπίζει  το αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί , χωρίς όμως να λαμβάνει υπόψη της ότι:

-Πρώτον, επιβαρύνονται χωρίς λόγο τα κατά τόπους Ειρηνοδικεία, τα οποία εξ αντικειμένου δεν μπορούν  να σηκώσουν και  το βάρος αυτό.

-Δεύτερον, οι δικαιούχοι  εγραπτέων δικαιωμάτων  ιδιοκτησίας -κληρονόμοι  κατά κανόνα  των αρχικών δικαιούχων- χωρίς να υφίσταται  αμφισβήτηση (διεκδίκηση) της ιδιοκτησίας τους και  οι τίτλοι κυριότητος τους  είναι  αναμφισβήτητοι, αλλά παρά ταύτα,   οι   δηλώσεις τους απορρίπτονται λόγω της απαγόρευσης  κατάτμησης αυτών, η οποία  μπορεί να καταστρατηγηθεί   με την επικύρωση ενός  προχρονολογημένου κατά κανόνα ιδιωτικού συμφωνητικού από τα Ειρηνοδικεία με την διαδικασία υπό το κακόηχο ορισμό της «επικύρωσης ανωμάλων δικαιοπραξιών», με τον οποίο επιβεβαιώνεται η υποκρισία μας.

 Τρίτον,  καθυστερεί χωρίς λόγο  η ολοκλήρωση του κτηματολογίου με ότι αυτό συνεπάγεται για την ασφάλεια των συναλλαγών, την ουσιαστική προστασία του περιβάλλοντος και εν τέλει τη βιώσιμη ανάπτυξη.         

       Με δεδομένο λοιπόν ότι υπάρχει βούληση για την επίλυση του προβλήματος, πρέπει να αναζητήσουμε πιο γρήγορες, λιγότερο δαπανηρές και εξ  ίσου ασφαλείς,  με   την  επικύρωση   των «ανωμάλων δικαιοπραξιών»  λύσεις  με διαπιστωτικές πράξεις της διοίκησης, την επανεξέταση  και αποδοχή των δηλώσεων των συνιδιοκτητών κληροτεμαχίων που έχουν απορριφθεί, χωρίς να απαιτείται νέα δήλωση,  με την κατάθεση ιδιωτικών συμφωνητικών διανομής,  μεταβίβασης λόγω πωλήσεως, δωρεάς, γονικής παροχής και κυρίως   την κατάθεση ενόρκων βεβαιώσεων, όπως γίνεται άλλωστε στις περιπτώσεις έκτακτης χρησικτησίας για τα λοιπά ακίνητα.

      Οι προστατευτικές διατάξεις του Αγροτικού  νόμου, με  τις  οποίες  θέλησε  ο νομοθέτης να προστατεύσει τις ιδιοκτησίες  των προσφύγων από καταπατήσεις  και να διασφαλίσει  τον σκοπό για τον οποίο παραχωρήθηκαν, με την απαγόρευση της κατάτμησης, παρά τις αλλεπάλληλες παρατάσεις που δόθηκαν στις διαδικασίες επικύρωσης των ανώμαλων δικαιοπραξιών, ενώ δεν έχουν πλέον λόγο ύπαρξης, το πρόβλημα αυτό εξακολουθεί να ταλαιπωρεί τους κληρονόμους των  αρχικών δικαιούχων, τα δικαιώματα των οποίων  δεν γίνονται δεκτά  κατά τη σύνταξη των κτηματολογικών πινάκων, έτσι, στην καλύτερη για τους ίδιους περίπτωση, για να αναγνωρισθούν τα δικαιώματα τους  υποχρεώνονται χωρίς λόγο να υποβάλλονται σε σημαντικές δαπάνες για τη δικαστική αναγνώριση των αναμφισβήτητων ιδιοκτησιακών τους δικαιωμάτων.  Πολλές φορές δε  το κόστος της δικαστικής  αναγνώρισης των   εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους  υπερβαίνει την αξία των μικρών ιδίως κλήρων.

   V.Τέλος, η απόρριψη   όλων  των δηλώσεων  εγραπτέων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας πολιτών, με τις οποίες προβάλλουν δικαιώματα ,  σε ακίνητα τα οποία αποτυπώνονται στους  ανηρτημένους, εσφαλμένους και μη επικυρωμένους   δασικούς χάρτες, ως δάση, δασικές ,  χορτολιβαδικές εκτάσεις ή  δασωμένοι αγροί , δεν εξυπηρετεί  την έγκαιρη , έγκυρη, ασφαλή και αξιόπιστη κτηματογράφηση, η οποία  αντί να λύσει τα υφιστάμενα  ιδιοκτησιακά προβλήματα, δημιουργεί νέα, αγνοώντας μάλιστα ότι για την Κρήτη και τις λοιπές εξαιρούμενες περιοχές εξακολουθεί να μην ισχύει το τεκμήριο κυριότητας(βλ. σχετικά  υπό στοιχείο  Ι επισημάνσεις).

        Οι τροποποιήσεις   που απαιτούνται, αφορούν κυρίως  τις διατάξεις για τη σύνταξη του κτηματολογίου και λιγότερο του δασολογίου, έτσι,  η μεταρρύθμιση δεν μπορεί να είναι αποσπασματική αλλά συνολική, με την συμβολή και τη συνεργασία όλων των εμπλεκόμενων Υπουργείων, γεγονός το οποίο αν και δυσχεραίνει την επίλυση του προβλήματος, μπορεί να δώσει οριστική λύση στα υφιστάμενα από της ιδρύσεως  του Ελληνικού Κράτους προβλήματα,  τα οποία απλώς αναδείχτηκαν με την ανάρτηση το δασικών χαρτών.

        Με την εισήγηση μου αρκετά μακροσκελή και σε αρκετά σημεία δυσνόητη λόγω της φύσεως της, ουσιαστικά εμπλούτισα  με περισσότερα επιχειρήματα την αρχική  ορθή  προσέγγιση των κυριότερων  προβλημάτων που αναδείχθηκαν, λόγω της ανάρτησης των δασικών χαρτών,   καταθέτοντας ταυτόχρονα  κάποιες πρώτες σκέψεις, οι οποίες μπορούν  να αποτελέσουν  το  πλαίσιο  του διαλόγου που επιβάλλεται για να καταθέσουμε σχέδιο διατάξεων για την επίλυση των προβλημάτων που αναδείχθηκαν αλλά και να ολοκληρωθεί επιτέλους  ο κοινός μας στόχος.

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια