Απόψεις

Ωράριο εργασίας - και όχι μόνο - για ποιον;

Κέρδος πάση θυσία... των εργαζομένων

Του Μιχάλη Σφακιανάκη*

Στα πλαίσια μελέτης του συγκρουσιακού χαρακτήρα του εργατικού δικαίου (ως και κάθε μορφής δικαίου), η ιστορική αναφορά είναι αναγκαία τόσο για την κατανόηση της τρέχουσας στιγμής, όσο και για τη διαμόρφωση θέσης.

Δεν είναι ψέμα λοιπόν να υποστηριχτεί ότι η δυνατότητα του ανθρώπου να παραγάγει πλούτο (αρχικά τα αναγκαία προς το ζην αγαθά, η συσσώρευση των οποίων γέννησε τον πλούτο) καθόρισε την ιστορική του εξέλιξη, ήδη από την εποχή που η ζωή της αγέλης απαιτούσε ο καθένας να προσφέρει ανάλογα με τη δυνατότητά του απολαμβάνοντας ανάλογα με τις ανάγκες του.

Σίγουρα η κατανομή της εργασίας και του πλούτου άλλαξε πολλές φορές στην Ιστορία, αλληλεπιδρώντας με την οικονομική και κοινωνική οργάνωση, όπως και με τη διαμόρφωση της πολιτικής εξουσίας.

Θεωρούμε δεδομένο λοιπόν το ότι, από τη στιγμή που ο άνθρωπος μπήκε στην Ιστορία, ο πλούτος, ως φύσει αποτέλεσμα της εργασίας, έγινε το αντικείμενο των κοινωνικών συγκρούσεων και βέβαια της κοινωνικής εξέλιξης.

Είναι δε αξιοσημείωτο πως η δουλοκτησία των ιστορικών χρόνων (δηλαδή η απόλυτη εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο) αλλού γέννησε (κυρίως) τη Δεσποτεία (θεοκρατική και μη), αλλού όμως γέννησε και τη Δημοκρατία, αφού λόγω της δουλείας εξασφαλιζόταν η ενασχόληση των ελευθέρων με τα κοινά!

Η ιστορική πορεία έχει να μας δείξει δεκάδες ρεύματα σκέψης τα οποία αμφισβήτησαν αυτή τη μορφή κατανομής της εργασίας ήδη από τη γέννησή της, ως και μεγάλο αριθμό γεγονότων αμφισβήτησης αυτής της μορφής εκμετάλλευσης με κατά κανόνα αιματηρή κατάληξη.

Χωρίς να χρειάζονται ειδικές αναφορές, οι με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο αμφισβητήσεις αυτές γέννησαν, προϊόντος του χρόνου, τον αναγκαίο σεβασμό (ίσως και φόβο) για την πλατιά μάζα των σκληρά εργαζομένων, οι οποίοι σιγά-σιγά απέκτησαν το δικαίωμα στην... ξεκούραση.

Σ’ αυτό συνέβαλε και η αργοπορημένη αλλά ουσιαστική παραδοχή της αναγκαιότητας αναπλήρωσης της εργατικής δύναμης ώστε ο παραγωγός του πλούτου να μπορεί να παράγει προς όφελος τελικά του εργοδότη.

Ας μην αναφερθούμε στα κατά καιρούς αποσπασματικά νομοθετήματα της ευρωπαϊκής Ιστορίας, τόσο πριν όσο και μετά τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά ας μην παραλείψουμε να σημειώσουμε ότι ήδη από τον 19ο αιώνα το 8ωρο (δεκάωρο αρχικά) αρχίζει να εδραιώνεται ως καταλληλότερος χρόνος εργασίας των λοιπών δεκαέξι ωρών του 24ωρου αφιερωμένων στην αναπλήρωση της εργατικής δύναμης/ικανότητας.

Δεν μπορούμε όμως να μην υπογραμμίσουμε την κοσμογονία που γέννησε για την ανθρώπινη σκέψη και εξέλιξη η Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση, η οποία, ως ιστορικό βήμα κοινωνικής προόδου, όχι μόνον καθιέρωσε την εργασία ως αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα και αγαθό, αλλά και επιστημονικά τεκμηρίωσε ότι η δυνατότητα για παραγωγή πλούτου πολλαπλασιάζεται, προς όφελος της κοινωνίας, όταν ο άνθρωπος αξιοποιεί τον ελεύθερο χρόνο του για να αναπτύξει την προσωπικότητα και τα ταλέντα του, αφού βέβαια εξασφαλίσει ανέξοδη πρόσβαση στην υγεία, την παιδεία, τον πολιτισμό κ.λπ.

Η αναγκαστική παράσυρση την ίδια εποχή των δυτικών κοινωνιών στη διεκδίκηση παρόμοιων δικαιωμάτων και προνομίων με τον σοβιετικό λαό, αλλά και η εν πολλοίς επικράτηση της μαρξιστικής ανάλυσης στην επιστημονική σκέψη οδήγησαν αφενός μεν στην επιστημονική τεκμηρίωση της διεκδίκησης των δικαιωμάτων των εργαζομένων, αφετέρου δε σε κατακτήσεις ζηλευτές και πρωτόγνωρες για την εποχή τους ως προς τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Να αναφέρουμε μόνο σχετικά τη Διεθνή Σύμβαση Εργασίας του 1919, την Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του 1948, τον Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων του 1989, κ.λπ.

Όμως...

Η ανατροπή του Σοσιαλισμού στις χώρες που οικοδομούταν, αρχές της δεκαετίας του 1990 (αποτέλεσμα τόσο του απηνούς διεθνούς, ψυχρού και μη, πολέμου εναντίον τους, αλλά και των παραβιάσεων των αρχών του Μαρξισμού-Λενινισμού από τις ηγεσίες τους), και η υποχώρηση του Εργατικού Κινήματος, που ακολούθησε ιστορικά, απέδειξαν ότι οι εργοδότες ουδέποτε παραδέχτηκαν τις τεκμηριωμένες επιστημονικά αλήθειες, που είχαν υποχρεωθεί να αναγνωρίσουν κατά το πρόσφατο παρελθόν, ούτε βέβαια είχαν ξεχάσει το μοναδικό συμφέρον που γνωρίζουν, δηλαδή το κέρδος πάση θυσία... των εργαζομένων.

Προφανώς και στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα η εργοδοσία στη Δύση είχε (ως όφειλε και μπορούσε) φροντίσει να δημιουργήσει την υποβάση ώστε οι εκπρόσωποί της να μπορούν, ευκαιρίας δοθείσης, να θέσουν σε αμφισβήτηση αυτά που οι πολλοί θεωρούσαν αδιαπραγμάτευτα, έχοντας προς τούτο δημιουργήσει ένα πλέγμα αντίστροφων νομικών διατυπώσεων, ειδικών και ειδικότερων εξαιρέσεων κ.λπ. [βλ π.χ. στην Οδηγία 2003/88/Ε.Κ., άρθρο 3, όπου, καθορίζοντας την 11ωρη υποχρεωτική διάρκεια ανάπαυσης, ανοίγεται ο δρόμος για 13ωρη εργασία, στο δε το άρθρο 17 θεσπίζει έναν μακροσκελέστατο κατάλογο παρεκκλίσεων από την όποια προστασία παρέχει η Οδηγία (!!!!)], οι οποίες βοήθησαν και τον “τρίτο πυλώνα της κοινωνίας”, δηλαδή τη δικαιοσύνη, να μη βλέπει πολλάκις το δίκαιο, αλλά να διαβάζει καρκινικά τη λέξη ΝΟΜΙΜΟΝ.

Σ’ αυτή τους την προσπάθεια, οι εργοδότες και οι πολιτικοί εκφραστές τους, αρωγούς, εκτός από τους κυβερνητικούς συνδικαλιστές (πάσης φύσεως δηλ. συντηρητικούς, σοσιαλδημοκράτες και βέβαια “αριστερούς” αναθεωρητές), βρήκαν και τον τεράστιο μηχανισμό των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, τα οποία, αν μη τι άλλο, συναγωνίζονται στην προβολή και καθιέρωση καταναλωτικών και μόνο προτύπων, ουδεμία σχέση εχόντων με τις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων νέων και μη.

Πολλοί μίλησαν για πικρή πραγματικότητα της επιστροφής σε εργασιακές συνθήκες προηγούμενων αιώνων, δεδομένου του ότι η γενική αρχή της προσαρμογής της εργασίας στον άνθρωπο αντικαθίσταται σιγά-σιγά από την αρχή προσαρμογής του ανθρώπου στην εργασία, εξασφαλίζοντας την απρόσκοπτη νομή του παραγόμενου πλούτου από τους λίγους.

Να μου επιτραπεί εδώ να αναφερθώ και στα καθ’ ημάς (εργασιακά των δικηγόρων) ως μοντέλο που αφορά στην πλατιά μάζα των αυτοαπασχολούμενων επιστημόνων και μη.

Είναι γεγονός ότι και πριν την κρίση, που εργαζόμενοι και αυτοαπασχολούμενοι φορτωθήκαμε, αναιτίως και εκβιαζόμενοι, οι στόχοι που έθεσε η συνθήκη του Μάαστριχ και αργότερα της Λισαβόνας επέβαλαν στην καθημερινότητά μας αμείλικτο ερώτημα για το ποια μορφή θα συνεχίσει να έχει η απασχόλησή μας και το μέλλον μας.

Το “χρυσό χάπι” των επαγγελματικών εταιρειών, που θα εξασφάλιζαν οργανωμένο λογιστήριο και φορολογικές ελαφρύνσεις δήθεν για όλους, πολύ γρήγορα απεδείχθη ότι ως αναθεώρηση του τρόπου άσκησης δικηγορίας θεράπευσε μόνο την ανάγκη των επιχειρηματικών ομίλων, ώστε να εξασφαλίσουν φθηνό εργατικό/επιστημονικό δυναμικό για τις υπηρεσίες που παρείχαν και κυρίως για τα κέρδη των αφεντικών τους (κατ’ ευφημισμόν συναδέλφων μας ενίοτε).

Τα golden boys της δικηγορίας, οι “πετυχημένοι”, δεν είναι τυχαίο ότι συνέπεσε να εκπροσωπούν τα συμφέροντα κυρίως εταιρειών και εργοδοτών στη διαμάχη τους με τον απλό εργαζόμενο, θεωρώντας... επιστημονική μαγκιά την αντίστροφη ανάγνωση της λέξης ΝΟΜΙΜΟΝ.

Δεν είναι τυχαίο επίσης πως η προεδροκεντρική (πρωτόγονη) μορφή συνδικαλισμού στους δικηγόρους συνέβαλε καθοριστικά στην απρόσκοπτη επιβολή αυτών των επιλογών των διαφόρων εθνικών και υπερεθνικών φορέων εξουσίας.

Η καθημερινότητά μας σήμερα αποδεικνύει ότι όλοι αυτοί που, είτε λόγω ιδεολογικής ανεπάρκειας, είτε λόγω συνειδητής πολιτικής (και όχι μόνον) επιλογής, ξεπούλησαν τους δικηγόρους, τους γιατρούς, τους μηχανικούς, κ.λπ., το έπραξαν τηρώντας μια κατ’ ευφημισμόν επιστημονική δεοντολογία, σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε αντίδραση στις εφαρμοζόμενες ολέθριες πολιτικές έθετε υπό αμφισβήτηση τη... σοβαρότητα, το στυλ δουλειάς και κυρίως... την επιστημονικότητα του κλάδου. Σάμπως, οι γιακάδες του μάχιμου δικηγόρου να μην ήξεραν τι θα πει ιδρώτας, ή σάμπως οι περισσότεροι δικηγόροι και λοιποί επιστήμονες να μην προέρχονταν από οικογένειες απλών εργαζομένων.

Για να ενισχύσουν δε την ιδεολογική τους θέση, όλοι αυτοί που μόλις αναφέραμε καθιέρωσαν ως πρότυπο, δικηγόρου π.χ., αυτούς που αδιαφορώντας για το καθήκον αληθείας, για τον κοινωνικό ρόλο της δικηγορίας, για τη δεοντολογία, κ.λπ., μπορούσαν να πουλάνε τηλεοπτικά την “αλήθεια των πελατών τους” ρετουσαρισμένη σε μέτρα που οι ίδιοι κάθε φορά καθιέρωναν.

Ήδη σήμερα η αγορά έχει πάρει τη μορφή που σχεδίαζαν να εφαρμόσουν.

Έχουμε ήδη μεγάλα γραφεία αργόσχολων δικηγόρων εργολάβων, με δεκάδες ενοχλητικούς τηλεφωνητές, οι οποίοι, για να προσληφθούν ως τέτοιοι, πρέπει να έχουν τελειώσει τη Νομική και να αμείβονται με μπλοκάκι, ίσα-ίσα για να εξασφαλίζουν το ημερήσιο σάντουιτς και καφέ, πιθανόν και τα εισιτήρια του μετρό.

Έχουμε επίσης, ειδικά στην επαρχία, μια τεράστια μάζα υποαπασχολούμενων αποφοίτων Νομικής, εξερευνητών σε υποθηκοφυλακεία και εκδοτών διαταγών πληρωμής, οι οποίοι καλούνται να βάζουν και τα έξοδα από την τσέπη τους, για να τα εκκαθαρίζουν άπαξ του εξαμήνου, λαμβάνοντας ως αμοιβή 8 ευρώ για κάθε έρευνα και 30 ευρώ για κάθε Διαταγή Πληρωμής, γιατί τόσο κοστολογούν οι διάφοροι επιχειρηματικοί όμιλοι τα όνειρά τους όταν ξεκίνησαν να σπουδάζουν.

Θα μου πείτε: Και οι ηγεσίες των δικηγορικών συλλόγων;

Ε, αυτοί φρόντισαν να διατηρήσουν την ηγεσία τους, αποδεχόμενοι όχι μόνο τον ΦΠΑ στις δικηγορικές υπηρεσίες, όχι μόνο την αύξηση κατά 70% του κόστους δικηγορίας, όχι μόνον την ασφαλιστική λαίλαπα, όχι μόνον την κατάργηση των ελάχιστων αμοιβών, αλλά αρνούμενοι και να συγκαλέσουν συνελεύσεις για να οργανώσουν την αντίδραση των μελών των συλλόγων, στρώνοντας τον δρόμο για την απρόσκοπτη εφαρμογή των ολέθριων πολιτικών που εφαρμόστηκαν.

Έχω δε την εντύπωση ότι αντίστοιχα έπραξαν και πράττουν και τα Επιμελητήρια, Τεχνικό και Οικονομικό ως και οι Ιατρικοί Σύλλογοι.

Στο εμπόριο όμως αυτό της ελπίδας τα προϊόντα έχουν ημερομηνία λήξης, οπότε θέλω να πιστεύω πως οι αγοραστές θα αντιδράσουν αυτοπροστατευόμενοι. Όσο καθυστερεί δε η αντίδραση, τόσο μεγαλύτερη θα είναι.

Να σημειώσω τέλος πως η έννοια της αντίδρασης στις μέρες μας δεν μπορεί να είναι αποσπασματική ή κλαδοκεντρική!

Πώς θα μπορούσε άλλωστε;

Τη στιγμή κατά την οποία το σύνολο των εργαζομένων δέχεται επίθεση και οδηγείται στην εξαθλίωση και οι αυτοαπασχολούμενοι, επιστήμονες και μη, αντιμετωπίζοντας τα ίδια προβλήματα, νιώθουν πια στο πετσί τους ότι οι διεκδικήσεις τους δεν μπορεί να είναι εκτός των διεκδικήσεων του κοινωνικού συνόλου. Αντίθετα μάλιστα! Μόνον η από κοινού με τους λοιπούς εργαζόμενους δραστηριότητα στην ανυπακοή και στην αμφισβήτηση αυτών των ολέθριων πολιτικών μπορεί να δώσει και άμεσες λύσεις αλλά και (κυρίως) να θεμελιώσει μακροπρόθεσμες κατακτήσεις.

ΑΝΤΙΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ...

Δεκάωρο χωρίς πρόσθετη αμοιβή

Επανερχόμενοι όμως στο αντικείμενό μας και προς επιβεβαίωση των σκεπτικιστών...

«Ο αναθεωρημένος Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης, που κυρώθηκε στην Ελλάδα με τον Ν. 4359/2016, συνδέει με περισσότερη ειλικρίνεια την υποχρέωση υιοθέτησης λογικής διάρκειας της ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης με την αύξηση της παραγωγικότητας, δηλαδή την αύξηση του ποσοστού κέρδους των επιχειρήσεων.

Στο ελληνικό εργατικό δίκαιο η υπερεργασία (41η-45η ώρα εργασίας στο πενθήμερο και 41η-48η ώρα εργασίας στο εξαήμερο) όπως και η υπερωρία (πέραν της 9ης ώρας ημερησίως στο πενθήμερο και της 8ης ώρας στο εξαήμερο) αμείβονται με επιπρόσθετη αμοιβή.

Η τάση της διαρκούς αύξησης του επιχειρηματικού κέρδους με συμπίεση του μισθολογικού κόστους οδήγησε στη θεσμοθέτηση της λεγόμενης “διευθέτησης του χρόνου εργασίας”, δηλαδή στη συνολική αποτίμηση της εργασίας σε ευρύτερες (της εβδομάδας) χρονικές περιόδους χωρίς την καταβολή της επιπρόσθετης αμοιβής στους εργαζομένους για την πραγματοποίηση υπερεργασίας και υπερωρίας.

Οι ρυθμίσεις αυτές της παραπάνω αναφερόμενης Ευρωπαϊκής Οδηγίας, που εξασφαλίζουν “ευελιξία” και μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους στις επιχειρήσεις αυξάνοντας ταυτόχρονα μέχρι τα ακραία όρια τον ημερήσιο χρόνο απασχόλησης των εργαζομένων, εισήχθησαν στο ελληνικό Δίκαιο με το άρθρο 42 του Ν. 3986/2011. Τότε ο νομοθέτης στην παράγραφο 7 του άρθρου 42 θεωρούσε ως ελάχιστο όρο διασφάλισης των συμφερόντων των εργαζομένων την προηγούμενη επιχειρησιακή συλλογική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εκπροσώπων των εργαζομένων (βλ. αναλυτικά σε Ι. Σκανδάλη, “Χρόνος εργασίας”, σελ. 148 επ.)».

Τελικά σήμερα;

Σήμερα, «το προτεινόμενο σχέδιο νόμου προχωράει μερικά βήματα παραπέρα. Η σημαντικότερη αντιμεταρρύθμιση πραγματώνεται στις διατάξεις που προβλέπουν την αύξηση της ημερήσιας εργασίας στις 10 ώρες χωρίς επιπλέον αμοιβή για την υπερωριακή απασχόληση και χωρίς προηγούμενη συλλογική συμφωνία. Ο εργαζόμενος, σε μια εποχή αυξημένης ανεργίας, οικονομικής ανασφάλειας και εκβιαστικών διλημμάτων για τη διατήρηση της θέσης εργασίας του, καλείται να προτείνει ο ίδιος στον εργοδότη του την επιπλέον απασχόλησή του χωρίς επιπρόσθετη αμοιβή. Να συναινέσει εθελοντικά και με δική του πρωτοβουλία στην αποστέρηση του ελάχιστου χρόνου για ξεκούραση, μόρφωση, οικογενειακές και κοινωνικές επαφές, “να ζητήσει τη συμφιλίωση της προσωπικής με την επαγγελματική του ζωή”. Του “δίνεται η δυνατότητα”, σύμφωνα με τις αρχές του νομοσχεδίου που παρουσίασε το υπουργείο Εργασίας, να φθείρει τη σωματική και ψυχική υγεία του, να μεταβληθεί σε ζωντανό εξάρτημα της επιχείρησης.

Ακόμα κι αν υπήρχε το ιδανικό για τις επιχειρήσεις-πρότυπο τέτοιου εργαζομένου, το κοινωνικά ουδέτερο κράτος που ενδιαφέρεται να έχει πολίτες υπεύθυνους, σωματικά και ψυχικά υγιείς, θα όφειλε να μην επιτρέψει τον εξανδραποδισμό τους. Η ανέξοδη για τις επιχειρήσεις μεταφορά των υπερωριών σε άλλη χρονική περίοδο γίνεται αποκλειστικά και μόνο προς όφελος των ίδιων των επιχειρήσεων, ικανοποιώντας το πάγιο αίτημά τους για ευελιξία στη διαμόρφωση του χρόνου εργασίας. Σε περιόδους “νεκρές” ή υποτονικές για την παραγωγικότητα μιας επιχείρησης, θα απέφερε επιπλέον κέρδος το μειωμένο ωράριο, διότι με τον τρόπο αυτό θα μειώνονταν και τα λειτουργικά έξοδα του εργοδότη.

Η υπερένταση του ανθρώπινου οργανισμού για μεγάλα χρονικά διαστήματα προκαλεί μόνιμη και ανυπολόγιστη φθορά στη σωματική και ψυχική υγεία, που δεν αποκαθίσταται με τον συμψηφισμό των μειωμένων ωρών απασχόλησης σε άλλη χρονική περίοδο. Αποκρύπτεται επίσης η δυνατότητα που έχει ο εργοδότης να απολύσει τον εργαζόμενο μετά το πέρας της περιόδου αυξημένης απασχόλησης, έχοντας εξοικονομήσει τις επιπλέον ώρες απασχόλησης χωρίς την πρόσθετη αμοιβή».

«Στην παρουσίαση του νομοσχεδίου το υπουργείο Εργασίας θεωρεί ως μέτρο που απαντά στα σύγχρονα προβλήματα την αύξηση του επιτρεπόμενου ορίου των υπερωριών στις 150 ώρες τον χρόνο σε βιομηχανία και λοιπούς κλάδους, αίροντας με τον τρόπο αυτό τη διάκριση των 120 ωρών κατ’ έτος στις μη βιομηχανικές επιχειρήσεις και στις 48 ώρες το εξάμηνο στη βιομηχανία. Η εξίσωση των υπερωριών στους δύο διαφορετικούς κλάδους όχι μόνο δεν οδηγεί στο αριθμητικό όριο της χαμηλότερης επιβάρυνσης για τον εργαζόμενο, αλλά ούτε καν στο υψηλότερο.

Δημιουργείται ένα νέο όριο 25% πιο αυξημένο από τον ανώτατο αριθμό υπερωριών και 50% περίπου από τον κατώτατο, προκειμένου οι επιχειρήσεις να μην υποχρεώνονται σε πρόσληψη επιπλέον προσωπικού, που οδηγεί σε αύξηση του κόστους και μείωση των κερδών, αλλά να στηρίζονται στον μεγαλύτερο βαθμό έντασης της εργασίας των ήδη απασχολουμένων.

Διευρύνεται τέλος το καθεστώς της 7ήμερης λειτουργίας σε διάφορους κλάδους της βιομηχανίας (φάρμακα, εφοδιαστική αλυσίδα κ.ά.), διότι “η απαγόρευση λειτουργίας τις Κυριακές εμποδίζει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας”. Στην πραγματικότητα η κατάργηση της κυριακάτικης αργίας ωφελεί και πάλι τις επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να κάνουν χρήση των αυξημένων υπερωριών με τις οποίες θα επιβαρύνουν τους εργαζόμενους και να μεγιστοποιήσουν τα έσοδά τους. Για τον λόγο αυτό αυξάνονται οι υπερωρίες στις 150 ώρες τον χρόνο. Αντίθετα η κυριακάτικη εργασία στις βιομηχανίες δε συνδέεται με καμία νομική υποχρέωση των εργοδοτών να αυξήσουν ανάλογα τις θέσεις εργασίας.

Με το νέο νομοσχέδιο το υπουργείο Εργασίας ισχυρίζεται ότι καινοτομεί με την εισαγωγή της “ψηφιακής κάρτας εργασίας”, η οποία θα συνδέεται με το σύστημα “ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ” και θα καταγράφει σε πραγματικό χρόνο την απασχόληση του εργαζομένου. Στην πραγματικότητα πρόκειται για συμμόρφωση με την απόφαση CCOO του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.ργΔ. 2019, σελ. 705 επ.), με την οποία έχουν ήδη εναρμονιστεί πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Προβληματισμούς ωστόσο προκαλεί η επεξεργασία μεγάλου αριθμού προσωπικών δεδομένων που αφορούν όχι μόνο στην παρουσία, αλλά και στις συνήθειες των εργαζομένων, τα οποία είναι προσβάσιμα στις αρμόδιες Αρχές. Παρατηρήθηκε ήδη [Μ. Γιαννακούρου, Ε.Ε.ργΔ. 2019, 689 επ. (697)] ότι “η δυνατότητα του εργοδότη να καταγράφει αναλυτικά και συστηματικά τόσο την παρουσία όσο και τις απουσίες, καθώς και τα διαλείμματα των εργαζομένων του, π.χ. για κάπνισμα, του δίνει εξουσίες ελέγχου και επιτήρησης της συμπεριφοράς του εργαζομένου, που δύνανται αφενός να θέσουν σε κίνδυνο την προσωπικότητά του και αφετέρου να διευκολύνουν τη στοιχειοθέτηση λόγων απόλυσής του”».

Όπως λοιπόν αποδεικνύεται, «το υπουργείο Εργασίας παρουσιάζοντας τη φιλοσοφία του νέου νομοσχεδίου διαπιστώνει ότι “δεν υπάρχουν εργαζόμενοι χωρίς επιχειρήσεις ούτε και επιχειρήσεις με εργαζόμενους στα κεραμίδια”. Για τον λόγο αυτό ίσως επιχειρείται να αποδυναμωθεί ακόμα περισσότερο το μοναδικό μέσο διαμαρτυρίας των εργαζομένων, η απεργία: για να διασφαλιστεί όσο το δυνατό με μεγαλύτερη πιθανότητα η συναίνεση και ο συμβιβασμός των εργαζομένων σε ρυθμίσεις που αυξάνουν τον χρόνο απασχόλησης πέρα από τα όρια της ανθρώπινης αντοχής και για να καμφθεί κάθε είδους αντίδραση και διαμαρτυρία στην ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία των επιχειρήσεων. Σε ένα ήδη απονευρωμένο συνταγματικό δικαίωμα, που του άφησαν το περίβλημα και του στέρησαν την ουσία, σε ένα δικαίωμα που οι δεκάδες συνταγματικοί και αντισυνταγματικοί νομοθετικοί περιορισμοί το οδηγούν στην παρανομία και στην καταχρηστικότητα κατά 90%, προστίθεται άλλος ένας: Ο ορισμός του προσωπικού ασφαλείας στις ΔΕΚΟ σε ποσοστό 33% των παρεχόμενων υπηρεσιών. Το υπουργείο μάλιστα δίνει και ένα παράδειγμα: ότι κατά τις ημέρες της απεργίας θα πρέπει να κυκλοφορεί το 1/3 των συρμών στο Μετρό. Πέρα από την κοινή διαπίστωση ότι ο κοινωνικός αυτοματισμός και η επίκληση της γενικής δυσαρέσκειας - με την ουσιαστική συμβολή των ΜΜΕ - λειτούργησε αρκετά αποτελεσματικά ως μέθοδος κατασυκοφάντησης των απεργιών, ιδίως στις ΔΕΚΟ και στον δημόσιο τομέα, παρατηρούμε στην προκειμένη περίπτωση να εισάγεται μια εντελώς εσφαλμένη αντίληψη της έννοιας και του σκοπού τού “προσωπικού ασφαλείας”.

Σημειώνεται ότι στις περισσότερες χώρες δεν υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη για διάθεση προσωπικού ασφαλείας, αλλά θεωρείται υποχρέωση σύμφυτη με την καλόπιστη άσκηση του δικαιώματος απεργίας. Τα καθήκοντα του προσωπικού ασφαλείας έχουν άμεση σχέση με την ασφάλεια των εγκαταστάσεων της επιχείρησης και την πρόληψη καταστροφών και ατυχημάτων. Δεν επιτρέπεται συνεπώς στον εργοδότη να αναθέσει επιπλέον καθήκοντα στους εργαζόμενους, ούτε να αξιοποιηθεί το προσωπικό ασφαλείας ως θεσμοθετημένος απεργοσπαστικός μηχανισμός ώστε να αποδυναμωθεί η πίεση που ασκείται με την απεργία. Η παροχή ενός επιπέδου λειτουργίας μιας επιχείρησης σε ποσοστό 33% δε συνδέεται με τους παραπάνω σκοπούς, αλλά αποτυπώνει έναν αυθαίρετο και αντισυνταγματικό νομοθετικό προσδιορισμό τού “ανεκτού ποσοστού απεργίας” για το κράτος, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα την πρόθεση μείωσης της αποτελεσματικότητας του εργατικού αγώνα.

Στην αλληλουχία των νομοθετικών παρεμβάσεων σε ευρωπαϊκό και ελληνικό επίπεδο, που ξεκίνησαν από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, το προτεινόμενο σχέδιο νόμου δεν αποτελεί έκπληξη. Αδίκως επικρίνονται οι εθνικές κυβερνήσεις και η Ευρωπαϊκή Ένωση για κακή νομοθέτηση. Δε βρισκόμαστε μπροστά σε λανθασμένη μεταφορά ενωσιακού δικαίου ή κακότεχνη διατύπωση, αλλά σε μια συνειδητή επιλογή. Ολοένα και μεγαλύτερη απομείωση εργασιακών δικαιωμάτων με κατάργηση προστατευτικών νομοθετικών ρυθμίσεων και θέσπιση περιορισμών που ακυρώνουν συνταγματικές διατάξεις προς όφελος της ευελιξίας και της μεγαλύτερης κερδοφορίας των επιχειρήσεων.

Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η περίοδος των ισορροπιών και των συμβιβασμών στον χώρο της εργασίας έχει παρέλθει και ότι δεν είναι εφικτή η ταυτόχρονη ικανοποίηση των συγκρουόμενων συμφερόντων των κοινωνικών αντιπάλων...».

Όσα διαβάσατε παραπάνω (μέσα σε εισαγωγικά) αποτελούν διαπιστώσεις και θέσεις του προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Ελλάδας, εφέτη κ. Σεβαστίδη, σε πρόσφατο άρθρο του στο περιοδικό της Ένωσης.

Προσυπογράφουμε, ευχόμενοι ότι θα προβληματίσουν τουλάχιστον για την ορθή ανάγνωση της λέξης ΝΟΜΙΜΟΝ κατά την απονομή της δικαιοσύνης.

Αυτοί όμως που κυρίως πρέπει να προβληματιστούν είναι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, ως υποκείμενα των ρυθμίσεων.

Αυτοί δηλαδή που θα κληθούν να ζήσουν την παράνοια της ανατροπής της καθημερινότητάς τους αν «...δειλοί μοιραίοι και άβουλοι αντάμα... συνεχίσουν να περιμένουν κάποιο θάμα!».

Και βέβαια ο μέγας Βάρναλης γίνεται διαχρονικός γιατί γνωρίζει ότι η αδράνεια ποιεί μοιραίους, σε αντίθεση με τον αγώνα που γεννά νικητές! Σήμερα για το οκτάωρο κι αύριο για να μπορεί καθένας να προσφέρει ό,τι μπορεί, λαμβάνοντας ό,τι έχει ανάγκη.

Αυτό επιβεβαίωσαν οι αγώνες τόσο του 19ου όσο και του 20ού αιώνα. Αυτό θα επιβεβαιώσουν και οι αγώνες μας σήμερα!

* Ο Μιχάλης Α. Σφακιανάκης είναι δικηγόρος.

 

 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια