Απόψεις

Από τη θεολογία της απελευθέρωσης στην απελευθέρωση της Θεολογίας

Οι στρατηγικές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας για την επιβίωσή της σε ένα δύσκολο περιβάλλον

Γράφει ο Σωκράτης Αργύρης

(ΜΕΡΟΣ Β')

Με ποιες τακτικές και στρατηγικές κατόρθωσε να επιβιώσει η Βυζαντινή Αυτοκρατορία εν μέσω δεκάδων βάρβαρων φυλών και επιθετικών βασιλείων για χίλια και πλέον χρόνια;

Ο Λέων ο Στ' μάς το εξηγεί, γράφοντας στο πολεμικό του εγχειρίδιο (“Τακτικά)” τη φράση: «Πρέπει πάντα να προτιμούμε την ειρήνη πάνω απ' όλα και να απέχουμε από τον πόλεμο». Αντί για τον πόλεμο χρησιμοποιούνταν η διπλωματία, η δωροδοκία, ο προσηλυτισμός, η απόδοση τίτλων, η πληρωμή χρημάτων ή δώρων και η παρακίνηση μιας φυλής εναντίον μιας άλλης.

Και όταν όμως αποφασιζόταν ο πόλεμος, θα έπρεπε να αποφεύγεται πάση θυσία η μάχη εκ παρατάξεως. Σύμφωνα με τον Μαυρίκιο το ρίσκο ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, οπότε η μάχη θα ’πρεπε να δίνεται μόνο όταν εξασφαλιστούν όλες οι προϋποθέσεις υπεροχής, ώστε να είναι σχεδόν σίγουρη η νίκη. Πλήθος στρατηγημάτων προτείνονταν για την εξαπάτηση του εχθρού πριν τη σύγκρουση, αλλά και κατά τη διάρκεια αυτής.

Στις “ύπουλες” τακτικές περιλαμβάνονταν η ψεύτικη υποχώρηση, το “πάρθιον βέλος” και πλήθος άλλων.

Στο πεδίο της μάχης, σε αντίθεση με τον δυτικό ιππότη που βασιζόταν στην ορμητική του επέλαση και την ατομική ανδρεία, κύρια επιδίωξη για τον Ρωμαίο στρατηγό ήταν η ευταξία. Ο Βασίλειος ο Β’ έδινε αυστηρές οδηγίες κανείς στρατιώτης να μην υπερβαίνει την πρώτη γραμμή - οι παραβάτες θα τιμωρούνταν αυστηρά, ακόμη κι αν είχαν διακριθεί στη μάχη. Ο Μανουήλ Κομνηνός, όταν 16 χρονών έλαβε μέρος σε μάχη, κάλπασε με θάρρος και ενθουσιασμό εναντίον του εχθρού μπροστά από τις γραμμές. Γι' αυτήν του την απερισκεψία μαστιγώθηκε στο παλάτι από τον ίδιο τον πατέρα του, που του απαγόρευσε να κάνει ξανά κάτι παρόμοιο. Ένα ρωμαϊκό στράτευμα δρούσε - ιδανικά έστω - ως σύνολο, σαν ένας σύγχρονος στρατός. Αντίθετα, ένας δυτικός στρατός του Μεσαίωνα βασιζόταν στην ομάδα κρούσης των ιπποτών και την ατομική τους αξία. Χωρίς αμφιβολία, αυτή η διαφορά φιλοσοφίας στη μάχη αντικατοπτρίζει την κοινωνική διαφορά της αυτοκρατορίας από τις φεουδαρχίες της Δύσης της εποχής.

Εδώ θα πρέπει να κάνουμε μια αναφορά για τη γνωστή μάχη του Ματζικέρτ, που ένα από τα στοιχεία που φέρεται ότι οδήγησε στην ήττα του βυζαντινού στρατεύματος ήταν η ετερογένειά του, καθώς βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό σε ξένους μισθοφόρους. Το στράτευμα του Ρωμανού αποτελούταν από Νορμανδούς, Βούλγαρους, Πετσενέγκους, Φράγκους, Αλανούς, Γότθους, Σλάβους, Χαζάρους, Τουρκομάνους Ούζους και Κουμάνους, καθώς και Ίβηρες από την Αρμενία. Γιατί δυστυχώς ο θεματικός στρατός, ένας εμπειροπόλεμος και πιστός στην αυτοκρατορία στρατός, είχε παραμεληθεί δραματικά από τους προηγούμενους αυτοκράτορες, αναγκάζοντας τον αυτοκράτορα Ρωμανό να καταφύγει σε μισθοφόρους [σχετικό βιβλίο: Σπύρος Βρυώνης, “Η παρακμή του μεσαιωνικού ελληνισμού στη Μικρά Ασία και η διαδικασία εξισλαμισμού”].

Εδώ θα κάνουμε μια παρένθεση... Mε αφορμή θρησκευτικές διαφορές θα είναι μερικές επί πλέον αιτίες που θα οδηγήσουν την αυτοκρατορία σε παρακμή. Αυτό ήταν το ζήτημα της Εικονομαχίας και το θέμα του “filioque”.

Η στέψη του Καρλομάγνου στις 25 Δεκεμβρίου του 800, ως αυτοκράτορα του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους, από τον Πάπα Λέοντα Γ', είναι το σημείο αναφοράς που η χριστιανική Δύση θα πάψει να έχει πολιτική σχέση με το Βυζάντιο.

Γιατί ο Καρλομάγνος χρησιμοποίησε αυτές τις θρησκευτικές διαφορές προκειμένου να διαχωρίσει την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του γερμανικού έθνους από την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Υπό την προεδρία του, η Σύνοδος της Φρανκφούρτης το 794 απέρριψε τις αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας του 787 [που είχε γίνει με πρωτοβουλία της Ειρήνης της Αθηναίας, για να αποκαταστήσει την Εικονολατρία, που αποκαταστάθηκε το 843 οριστικά], γιατί αρνήθηκε ότι υπήρξε Οικουμενική Σύνοδος, καταδίκασε τον Πάπα Αδριανό για την ενεργή υποστήριξή του προς αυτήν και απέρριψε την προσφορά οιουδήποτε είδους τιμής προς τις εικόνες. Επίσης υπό τον Καρλομάγνο, η Σύνοδος του Άαχεν το 809 αποφάσισε ότι το “filioque” ήταν απαραίτητο για τη σωτηρία και εξουσιοδότησε την προσθήκη του στο Σύμβολο της Πίστεως.

Τελικά εισήχθη όταν για πρώτη φορά ανήλθε στον θρόνο της παλαιάς Ρώμης ο Ιταλοφράγκος Πάπας Βενέδικτος Η', που στις 14 Φεβρουαρίου 1014 είχε στέψει τον Ερρίκο Β’ ως αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και τον έπεισε επίσης να αμφισβητήσει την κυριαρχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στη Νότια Ιταλία [οι Φράγκοι είναι γερμανικό φύλο].

Βέβαια είχε προηγηθεί το θέμα της απόσπασης του Ιλλυρικού και της Νότιας Ιταλίας που, ως τμήμα μιας αναδιοργάνωσης από τον Αυτοκράτορα Λέοντα Γ', το 733, είχε υπαχθεί εκκλησιαστικά στην Κωνσταντινούπολη, όπως και το θέμα της Βουλγαρίας που την διεκδικούσε επίσης η παλαιά Ρώμη, με αποτέλεσμα οι ελεγχόμενοι Πάπες από τους Φράγκους να τους στρέψουν εναντίον της Κωνσταντινούπολης αργότερα με τις Σταυροφορίες, γιατί ο ισλαμικός κίνδυνος εθεωρείτο ακόμα ένας όχι τόσο σπουδαίος κίνδυνος της αυτοκρατορίας.

Εδώ, συμπληρωματικά, θα πρέπει να κάνουμε μνεία για τη διπλωματική δεινότητα των Παλαιολόγων.

Η υπογραφή της συνθήκης του Ορβιέτο τον Ιούλιο του 1281 κατά του Βυζαντίου, από τον Κάρολο Ανδεγαυό, τον δόγη της Βενετίας και τον τιτουλάριο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Φίλιππο Κουρτεναί, έδειχναν ότι οι δυτικές δυνάμεις ενωμένες ξανά θα έδιναν το τελειωτικό χτύπημα στο βυζαντινό κράτος.

Ο Κάρολος εθεωρείτο από τους κατοίκους των ιταλικών πόλεων αρχηγός των Γουέλφων (οπαδών του Πάπα) κατά των Γιβελίνων (οπαδών των Γερμανών αυτοκρατόρων Χοχενστάουνφεν).

Το 1266 οι Χοχενστάουνφεν ήρθαν σε σύγκρουση με τον Πάπα. Ο Πάπας, ψάχνοντας έναν καινούργιο βασιλιά της Σικελίας που θα ήταν συνεννοήσιμος και φιλικά προσκείμενος στην Αγία Έδρα, τον βρήκε στο πρόσωπο του Καρόλου Α', δούκα του Ανζού [Ανδεγαυός στα Ελληνικά] και αδελφού του Αγίου Λουδοβίκου, βασιλιά της Γαλλίας. Ο Κάρολος νίκησε τους Χοχενστάουνφεν και κατέλαβε τη Σικελία με τις ευλογίες του Πάπα. Οι Σικελοί όμως δυσανασχετούσαν με τη διακυβέρνησή του.

Ο Κάρολος όμως, εντωμεταξύ, προετοίμαζε το έδαφος για μια εκστρατεία κατά του Μιχαήλ, ονειρευόμενος το στέμμα της Κωνσταντινούπολης για τον εαυτό του.

Ενώ λοιπόν την άνοιξη του 1282 είχε ετοιμάσει έναν στόλο με 400 πλοία και 27.000 ευγενείς για την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης, η διπλωματική ευστροφία του Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου έδρασε. Με την επανάσταση που υπέθαλψε ο ίδιος στη Σικελία και η οποία ονομάστηκε Σικελικός Εσπερινός - μάλιστα ο Verdi έχει γράψει και σχετική Όπερα - επειδή ξέσπασε το Μάρτιο του 1282 στο Παλέρμο την ώρα του εσπερινού, εξολόθρευσε τον Κάρολο Ανδεγαυό και έδωσε ελπίδα και πνοή ζωής στην αυτοκρατορία.

Γιατί έγραφε ο Σέλεϊ: «Να ελπίζεις, ώσπου η Ελπίδα να δημιουργήσει/από το δικό της ναυάγιο, αυτό που οραματίζεται». Η ελπίδα, ως οντολογική κατηγορία, δεν μπορεί να εννοηθεί χωρίς εκείνο το μέτρο της συνείδησης που αντιλαμβάνεται τον κόσμο σαν μια αδιάκοπη προσαρμογή στο σύμπαν των πλείστων δυνατοτήτων του ανθρώπου.

Ο Βασίλειος ο Β' έδινε αυστηρές οδηγίες κανείς στρατιώτης να μην υπερβαίνει την πρώτη γραμμή - οι παραβάτες θα τιμωρούνταν αυστηρά, ακόμη κι αν είχαν διακριθεί στη μάχη.

Αυτή την ελπίδα την συναντά κάποιος στο βάθος τής σκέψης του Ερνστ Μπλοχ στο έργο του “Η αρχή της ελπίδας”. [Ο Ερνστ Μπλοχ υπήρξε ένας μεταφυσικός του μαρξισμού, ο πιο αιρετικός, ο πιο ανατρεπτικός. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η θέση του φιλόσοφου σχετικά με τις διαφορές της αστικής και της σοσιαλιστικής επανάστασης. Παρακάμπτοντας το γνωστό σχήμα της οικονομικής ερμηνείας των ιδεών με βάση τα συμφέροντα, ο Μπλοχ επισημαίνει ότι η αστική επανάσταση πέτυχε την ελευθερία της απόκτησης, ενώ η μαρξιστική ενδιαφέρθηκε για την ελευθερία από την απόκτηση. Το αστικό εποικοδόμημα, στην ουσία, δεν άλλαξε τις δομές του. Η μετάβαση από τον φεουδαρχισμό στον καπιταλισμό περιγράφει μία μόνο διαφοροποίηση: ο πλούτος της εξουσίας μετατράπηκε σε εξουσία του πλούτου].

Επίσης την ελπίδα μπορούμε να την αναζητήσουμε και στη θεολογία της απελευθέρωσης, όπου βλέπουμε τη χριστιανική ερμηνεία της Ιστορίας και της εσχατολογίας ή, καλύτερα, υπό το φως της εσχατολογικής κατανόησης της Ιστορίας. H τελευταία, σύμφωνα με τον Rudolf Bultmann, προϋποθέτει την αυτο-κατανόηση του ερμηνευτή και εκβάλλει σε μια υπαρξιακή τοποθέτηση η οποία με τη σειρά της χαρακτηρίζεται από το στοιχείο της προσωπικής απόφασης και ευθύνης, που για πρώτη, ουσιαστικά, φορά ενσαρκώνεται από τον Χριστιανισμό και που καθιστά έτσι εσχατολογική την κάθε στιγμή. Στην προοπτική αυτή η εσχατολογία δεν είναι ένα μεταϊστορικό μέγεθος, αλλά μια στάση ζωής που αφορά το παρόν και την Ιστορία.

Η θεολογία της απελευθέρωσης γεννήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1960 στη Λατινική Αμερική. Μπορεί να αντλεί την έμπνευσή της από τη Βίβλο, ιδίως από το βιβλίο της “Εξόδου” και την ιδέα ενός Θεού απελευθερωτή, καθώς και από το κήρυγμα των Προφητών, συνομιλεί με τα μεγάλα έργα της ευρωπαϊκής Θεολογίας ειδικά του Καρλ Μπαρτ, αλλά ριζώνει πρωτίστως στη φτώχια και τα βάσανα των λαών της Λατινικής Αμερικής. Η θεολογία της απελευθέρωσης δεν αποτελεί απλή θεωρητική έκφραση ενός ριζοσπαστικού κοινωνικού κινήματος ούτε μια εύκολη πολιτικοποίηση της πίστης, αλλά συνολικό αναπροσανατολισμό του θεολογικού λόγου προς τα κρίσιμα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας και κριτικό στοχασμό περί της πράξης, υπό το φως του Λόγου του Θεού. Στο κέντρο του θεολογικού αυτού εγχειρήματος βρίσκεται η Χριστολογία (ποιος είναι ο Χριστός για τους φτωχούς της Λατινικής Αμερικής), η Εκκλησιολογία (αναζήτηση νέων μορφών εκκλησιαστικής ζωής) και η Εσχατολογία (με τρόπο που να μην οδηγεί στην απόσυρση από την ιστορία, αλλά στη στράτευση σε μια έμπρακτη αλληλεγγύη). Η θεολογία της απελευθέρωσης ανέδειξε σπουδαίους θεολόγους όπως τους Gustavo Gutierrez, Leonardo Boff, Jon Sobrino και Juan Luis Segundo, ενέπνευσε μεγάλες συζητήσεις και προκάλεσε την έντονη αντίδραση της Congregatio pro Doctrina Fidei της Καθολικής Εκκλησίας.

Η στέψη του Καρλομάγνου στις 25 Δεκεμβρίου του 800, ως αυτοκράτορα του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους, από τον Πάπα Λέοντα Γ', είναι το σημείο αναφοράς που η χριστιανική Δύση θα πάψει να έχει πολιτική σχέση με το Βυζάντιο.

Ο Gustavo Gutierrez, ως ο κύριος εκφραστής της, αντιλαμβάνεται το περιεχόμενο της κοινωνικής απελευθέρωσης μέσω μιας επαναστατικής αλλαγής των κοινωνικών σχέσεων στις χώρες της Λατινικής Αμερικής: Έχει γράψει στο βιβλίο του “Θεολογία της απελευθέρωσης”: «Το να αναζητηθούν βελτιώσεις στο πλαίσιο της σημερινής τάξης έχει αποδειχτεί αδύνατον. [...] Μόνο η πλήρης κατάρρευση της παρούσας κατάστασης, ο ριζικός μετασχηματισμός του συστήματος ιδιοκτησίας, η πρόσβαση στην εξουσία των κατώτερων κοινωνικών τάξεων, μια κοινωνική επανάσταση που θα διαρρήξει αυτή την εξάρτηση, μπορούν να επιτρέψουν το πέρασμα σε μια διαφορετική κοινωνία, σε μια σοσιαλιστική κοινωνία·ή τουλάχιστον να κάνουν την ύπαρξή της δυνατή».

Σε άλλο σημείο αναφέρει: «[...] Το να δώσεις σε κάποιον να φάει ή να πιει είναι στις μέρες μας πολιτική πράξη: Σημαίνει τον μετασχηματισμό μιας κοινωνίας που είναι δομημένη για να εξυπηρετεί τα συμφέροντα κάποιων λίγων, οι οποίοι σφετερίζονται την υπεραξία της εργασίας των περισσότερων. Αυτός ο μετασχηματισμός πρέπει, συνεπώς, να φτάσει μέχρι τη ριζική αλλαγή της βάσης αυτής της κοινωνίας: την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής».

Το μέγιστο παράδειγμα της θεολογίας της απελευθέρωσης το έζησε η Ορθόδοξη Εκκλησία στη Λατινική Αμερική, όταν ένας καθολικός ιερέας, ο πατήρ Ανδρέας Giron, ένας από τους πιο γνωστούς υπερασπιστές των δικαιωμάτων της φυλής των Μάγια στη Γουατεμάλα επί 30 έτη, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη διοίκηση της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και με την κυβέρνηση της Γουατεμάλας, για τη μάχη που έδινε να αποκτήσουν τη δική τους γη. Η Καθολική Εκκλησία, όμως, δεν ήθελε να χαλάσει τις σχέσεις της με το επίσημο κράτος και έτσι ο πατέρας Αντώνιος χτύπησε την πόρτα του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τώρα η κοινότητα των Μάγια με περισσότερους από 350.000 ανθρώπους και με 338 εκκλησίες και παρεκκλήσια βρίσκεται υπό τη σκέπη του Μητροπολίτη Αθηναγόρα, που έχει την έδρα του στο Μεξικό.

Ο Άγιος Ευλόγιος Αλεξανδρείας έλεγε: «μαθηταί κηρύξετε, ιερείς λαλήσετε, έθνη συναχθήτε».

Αν θέλει λοιπόν η Εκκλησία να δικαιώσει τον μεγάλο βυζαντινολόγο και ιστορικό Στίβεν Ράνσιμαν όταν έγραφε ότι «η τρίτη χιλιετηρίδα ανήκει στην Ορθοδοξία», θα πρέπει να στραφεί στο ιεραποστολικό έργο, αφού αυτό ήταν η προτροπή του ιδρυτή της: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα Έθνη» (Ματθ.28,19).

 

 

 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια