Απόψεις

Μουσική διαμαρτυρία: Παρίσι 2021 – Λένινγκραντ 1942

‘Όσο μουγκρίζουν τα κανόνια, οι μούσες μας υψώνουν και αυτές το περήφανο κεφάλι τους. Κανείς δε θα μας πάρει την πένα από τα χέρια μας!” Ντμίτρι Σοστακόβιτς.

Γράφει η Διονυσία Μπλαζάκη *

Από το θέατρο Οντεόν που βρίσκεται δίπλα από το Παλάτι του Λουξεμβούργου, το οποίο στεγάζει τη Γερουσία, ξεκίνησαν πριν ένα μήνα οι διαδηλώσεις και καταλήψεις των καλλιτεχνών του Παρισιού που στη συνέχεια επεκτάθηκαν και σε άλλα θέατρα, με αίτημα την επαναφορά της πολιτιστικής ζωής στην χώρα. Εκπρόσωποι των κινητοποιήσεων από διαφορετικούς κλάδους καλούν καλλιτέχνες απ’ όλες τις χώρες της Ευρώπης να ενισχύσουν τον αγώνα τους. Για την υπεράσπιση της κουλτούρας, ενάντια στα μέτρα του Μακρόν διοργανώνουν έξω από το θέατρο παραστάσεις, συναυλίες, απαγγελίες και διάφορες αυτοσχεδιαστικές δράσεις. Μια από αυτές ήταν και η συναυλία στις 29 Μαρτίου με τον ύμνο του Sergio Ortega (Σέρτζιο Ορτέγα)  El pueblo unido-  jamás será vencido Λαός ενωμένος, ποτέ νικημένος. Το έργο γράφτηκε το 1973 κι ενώ αρχικά χρησιμοποιήθηκε από την Σοσιαλιστική κυβέρνηση του Σαλβαδόρ Αγέντε (ή Αλιέντε), μετά το πραξικόπημα του Πινοσέτ έγινε ο ύμνος της Χιλιανής αντίστασης κατά του καθεστώτος. Επομένως, οι εξωμουσικές αναφορές του έργου συνδέονται με συγκεκριμένα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα και οι σημερινοί μουσικοί του Παρισιού το διάλεξαν για να εκφράσουν την αμφισβήτησή τους στις πολιτικές πρακτικές και στα αδιέξοδα που αυτές προκαλούν στις ζωές μας.

Ο Σαλβαδόρ Αλιέντε που έχει χαρακτηριστεί ως ο σοσιαλιστής που ήθελε ν' αλλάξει τον κόσμο χωρίς να χυθεί ούτε μια στάλα αίμα, ήταν γιατρός όπως και ο Τσε Γκεβάρα που έγινε σύμβολο μιας επανάστασης. Η αναφορά σε αυτούς τους δύο άντρες δίνει την εκδοχή μιας σχέσης που διέπει την επανάσταση με την ιατρική που δεν είναι άλλη από την ανακούφιση του ανθρώπου από τα δεινά του. Η μεν επανάσταση απελευθερώνει μια ολόκληρη κοινωνία από την καταδυνάστευση και την αδικία, η δε ιατρική ανακουφίζει τον άνθρωπο από τον πόνο και την αρρώστια. Αποσαφηνίζω ότι χρησιμοποιώ την έννοια της επανάστασης με τη σημασία εκδήλωσης αντίθεσης σε ορισμένη κατάσταση που θεωρείται δεσμευτική, καταπιεστική ή παράλογη, όπως είναι και η σημασία της προαναφερόμενης διαμαρτυρίας των καλλιτεχνών του Παρισιού. Μια και σήμερα λοιπόν η ιατρική έχει αναλάβει ισχυρό πολιτικό ρόλο στην αντιμετώπιση της «πανδημίας» εκτός βέβαια από τον θεραπευτικό που της αναλογεί και η διαμαρτυρία έχει δυναμική θέση απέναντι στην καταδυναστευτική στάση που ασκούν οι πολιτικές εξουσίες για την προστασία των λαών από την «πανδημία». Όσο για τη μουσική είναι γνωστός τόσο ο θεραπευτικός της χαρακτήρας όσο και η επίδρασή της σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης ύπαρξης. Η κοινωνική και πολιτισμική διάσταση της μουσικής παρέχει ένα ευρύ πλαίσιο εμπλοκής συνήθως με ενοποιητική δράση και κατεύθυνση κυρίως σε ομάδες που έχουν έντονο το αίσθημα της συλλογικότητας και διάθεση για δράση. Άλλωστε ο κοινωνικός χαρακτήρας της μουσικής την κάνει να διακρίνεται στη δυνατότητα συλλογικής εκτέλεσης.

Οι παραπάνω σκέψεις με κάνουν να αναρωτιέμαι γιατί εμείς οι μουσικοί της Ελλάδας δεν συντονίζουμε τις χορδές μας, τις πνοές μας, τις φωνές μας και τις κρούσεις μας με μια τέτοια εκδήλωση. Είναι επειδή δεν συμφωνούμε, επειδή δεν το μάθαμε, επειδή αφελώς πιστεύουμε μετά δεκατρείς μήνες εγκλεισμού ότι σύντομα θα επιστρέψουμε εκεί που το αφήσαμε ή επειδή βολευτήκαμε στα επιδόματα, στην τηλεκπαίδευση και στις ζωντανές μεταδόσεις (live streaming); Εάν δεν είναι τίποτα από όλα αυτά, αλλά μόνο ο φόβος μας να βγούμε από τα σπίτια μας για να μην αρρωστήσουμε, πραγματικά θλίβομαι γιατί δεν έχουμε καταλάβει ότι ακόμα κι αν κερδίσουμε αυτή τη μάχη της αποκαλούμενης πανδημίας και βγούμε ζωντανοί από τα καβούκια μας θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε την αποδόμηση του κοινωνικού ιστού, την ακύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων μας, την αποξένωση και κατά συνέπεια το πλήγμα της τέχνης μας και της καλλιτεχνικής μας ζωής. Ας αναλογιστούμε τι θα γινόταν αν σε κάθε απελευθερωτικό αγώνα οι πρωταγωνιστές έβαζαν πρώτα την υγεία τους και τη ζωή τους από το δικαίωμα της ελευθερίας. Εάν οι αγωνιστές του 1821 σκέφτονταν την πανώλη, τον τύφο,τη χολέρα, την ευλογιά και τη δυσεντερία που έσπερναν θάνατο και δυστυχία ή ακόμα και τα τραύματά τους από τα οποία κατέληγαν, δεν θα είχε υπάρξει απελευθερωτικός αγώνας, δεν θα είχε γίνει καμία πολιτική ανατροπή, καμία κοινωνική αλλαγή, καμία πρόοδος. Την εξέλιξη την φέρνουν όσοι αρνούνται την καταπίεση, όσοι παράγουν νέες ιδέες, όσοι σκέφτονται διαφορετικά, όσοι δοκιμάζουν, όσοι δεν συμβιβάζονται, όσοι δεν φοβούνται. Ο φόβος είναι ο εχθρός της Ελευθερίας. Μην ξεχνάμε ότι ο Δ. Σολωμός αφιέρωσε τον Εθνικό μας Ύμνο στην Ελευθερία και όχι στην υγεία. Ας αναλογιστούμε ότι στον παρόντα χρόνο κάθε κινητοποίηση, κάθε διαμαρτυρία δεν διεκδικεί τίποτα νέο παρά μόνο την επιστροφή στο παρελθόν, στην παλιά ζωή. Φτάσαμε να διεκδικούμε την«κανονικότητα». Δεν υπάρχει πιο αντιφατική διατύπωση από την «επανάσταση του αυτονόητου». Αυτό που πυροδοτεί τις τρέχουσες διαμαρτυρίες είναι η στέρηση του αυτονόητου και της κανονικότητας και όχι η εξέγερση με σκοπό την κατάληψη της εξουσίας και την πραγματοποίηση ριζικών αλλαγών. Την ελευθερία δεν μας την δίνουν οι νόμοι, αλλά οι επιθυμίες μας. Οι διαμαρτυρίες είναι κινούμενες επιθυμίες, ο εγκλεισμός είναι ακινησία, στασιμότητα.

Ένα εξέχον παράδειγμα της κοινωνικής και πολιτικής σημασίας της μουσικής είναι η 7η Συμφωνία του Σοστακόβιτς, η οποία είναι γνωστή και ως η Συμφωνία του Λένινγκραντ, σύμβολο της σοβιετικής αντίστασης ενάντια στους ναζί. Είναι ένα προγραμματικό έργο, που συνδέει τη μουσική με κοινωνικά, ιδεολογικά και πολιτικά γεγονότα και πιο συγκεκριμένα με τον αγώνα κατά του γερμανικού ολοκληρωτισμού. Δεν θα σταθώ στη μορφή του έργου και στη διαλεκτική της σχέση με το περιεχόμενο, που κατά τον συνθέτη «... όλα τα μέσα της μουσικής έκφρασης υπηρετούν τις ιδέες του έργου», αλλά κυρίως στο εγχείρημα της προετοιμασίας και της πραγματοποίησης της συναυλίας στο πολιορκημένο Λένινγκραντ στις 9 Αυγούστου 1942, την ίδια μέρα που οι ναζί είχαν σχεδιάσει να κυριεύσουν την πόλη. Ενώ ο λαός της πόλης βίωνε τους βομβαρδισμούς και  τις κακουχίες της ναζιστικής θηριωδίας στερημένος από τρόφιμα, καύσιμα και  πολεμοφόδια, με ζωές να χάνονται από την πείνα και το κρύο, ένα αντίγραφο της παρτιτούρας φτάνει στο Λένινγκραντ μαζί με τον ανεφοδιασμό της πόλης μέσα από ένα αεροσκάφος που έσπασε το γερμανικό αποκλεισμό. Τον Μάρτη του 1942, ο μαέστρος Καρλ Ελίασμπεργκ  ανασυγκροτεί την Ορχήστρα της Ραδιοφωνίας, ενώ επαγγελματίες μουσικοί φεύγουν από το μέτωπο για να στελεχώσουν την ορχήστρα. Η κακή κατάσταση των μουσικών από την ταλαιπωρία της πολιορκίας και τις συμφορές του μετώπου έφερε σοβαρές αντιξοότητες στην προετοιμασία του έργου. Χαρακτηριστική είναι η φράση του τρομπετίστα, που είχε το πρώτο σόλο, προς τον μαέστρο: «Λυπάμαι, κύριε, αλλά  δεν έχω τόση δύναμη στους πνεύμονές μου.» Η εμψύχωση του μαέστρου αλλά και η στήριξη όλων των κατοίκων του Λένινγκραντ που προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν τη σίτιση των μουσικών έκανε δυνατή την ολοκλήρωση του έργου. Ορίστηκε η ημερομηνία της συναυλίας όπου μεταδόθηκε με μεγάφωνα σε όλη την πόλη. Παρά την πείνα και την παγωνιά που επικρατούσε, η αίθουσα της Φιλαρμονικής ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Καθόλη τη διάρκεια του έργου οι κανονιοβολισμοί έπαυσαν διότι ο Κόκκινος Στρατός, για να αποτρέψει να γίνει στόχος για τον εχθρό η συναυλία και το κοινό της, βομβάρδισε τις θέσεις των ναζί. Συγχρόνως τη συναυλία την αναμετέδιδαν τα μεγάφωνα που είχαν τοποθετηθεί προς το μέτωπο για να εμψυχώνεται ο Κόκκινος Στράτος και να πέφτει το ηθικό των ναζί. Παραθέτω τα λόγια ενός πυροβολητή του Κόκκινου Στρατού: «Οι άντρες της μονάδας μου άκουγαν τώρα τη Συμφωνία με τα μάτια κλειστά. Φαινόταν σάμπως ο ασυννέφιαστος ουρανός από πάνω μας να είχε γίνει μια καταιγίδα που ξέσπαγε σε μουσική.»  Στο ημερολόγιο ενός Γερμανού στρατιώτη, που βρέθηκε κατά την οπισθοχώρηση των Γερμανών, ήταν γραμμένο: «Όταν άκουσα τη μετάδοση της συναυλίας, κατάλαβα ότι το Λένινγκραντ δε θα έπεφτε ποτέ στα χέρια μας.»

Οι ενδομουσικές διαδικασίες που αναπτύχθηκαν σε αυτό το έργο δεν είναι άσχετες από το κοινωνικό πλαίσιο το οποίο λειτούργησε ως υπόβαθρο της ανάπτυξής του, όπως προκύπτει από τα λόγια του ίδιου του συνθέτη: «Άρχισα να δουλεύω την 7η Συμφωνία μου στις 19 του Ιούλη 1941. Τις ημερομηνίες τις θυμάμαι πολύ καθαρά. Το πρώτο μέρος είχε ολοκληρωθεί στις 3 του Σεπτέμβρη, το δεύτερο στις 17 και το τρίτο στις 29. Δούλευα μέρα και νύχτα. Ήθελα να συνθέσω ένα έργο για το σήμερα, για τη ζωή μας. Ενώ δούλευα ακούγονταν οι βολές των αντιαεροπορικών και οι εκρήξεις από τις οβίδες. Αλλά ούτε στιγμή δε σταμάτησα να δουλεύω. Στην πόλη επικρατούσε ένα αληθινά μαχητικό πνεύμα. Γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι συμπεριφέρονταν με μεγάλο θάρρος. Θα θυμάμαι για πάντα τις γυναίκες του Λένινγκραντ που, χωρίς να σκέφτονται τον εαυτό τους, πάλευαν να αχρηστεύσουν εμπρηστικές βόμβες και γενικά, με κάθε τρόπο, έδειχναν τον ηρωισμό τους».

Η μουσική τόσο κατά τη δημιουργία της, όσο και κατά τη διανομή της, την εκτέλεση και πρόσληψη της, αντανακλά και παράλληλα διαμορφώνει τις κοινωνικοπολιτικές σχέσεις. Ως μέσον διαμαρτυρίας ασκεί κριτική σε κοινωνικά φαινόμενα κι επιδιώκει την αλλαγή τους. Η μουσική ως κοινωνική δραστηριότητα δεν είναι απλά ένα σημαντικό μέρος της κουλτούρας και του πολιτισμού μιας κοινωνίας, αλλά όπως την αποκάλεσε ο Μαρξ καθρέφτης της  πραγματικότητας, ο Νίτσε λόγο της αλήθειας και ο Φρόυντ κείμενο για αποκρυπτογράφηση.

Οι αναφορές στην 7η Συμφωνία του Σοστακόβιτς αντλήθηκαν από:

  • ΝΤΜΙΤΡΙ ΣΟΣΤΑΚΟΒΙΤΣ για τον ίδιο και την εποχή του» («Σύγχρονη Εποχή», 1985 – μετάφραση Νίκου Σαραντάκου). 
  • Volkov, Μαρτυρία. Τα Απομνημονεύματα Του Ντιμίτρι Σοστακόβιτς. Όπως εξιστορούνται και εκδίδονται από τον Σόλομον Βολκώφ, Εκδόσεις Νεφέλη, 1982.
  • Α. Γκριγκόριεφ – Γ. Πλάτεκ, Ντμίτρι Σοστακόβιτς. Για τον ίδιο και την εποχή του, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1985.

(Φωτογραφία αρχείου Unsplash)

* Η δρ. Διονυσία Μπλαζάκη είναι διδάκτωρ του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του ΕΚΠΑ και απόφοιτη του προγράμματος “Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό” του ΕΑΠ

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια