Απόψεις

Τι πραγματικά θέλει ο Σουλτάνος;

"Επιδοκιμάζω το γεγονός, πως η ελληνική εξωτερική πολιτική, που κατά τη γνώμη μου έχει αντιληφθεί το συνολικό πνεύμα της τουρκικής επιθετικότητας, επιδιώκει την ενίσχυση δεσμών και διαμόρφωση συμμαχιών με κράτη του Αραβικού Συνδέσμου όπως τα παραπάνω καθώς και με το Ισραήλ"

Γράφει ο Άρης Σηφάκης*

Το Δεκέμβριο πρόκειται να ξανά τεθεί επί τάπητος στη Σύνοδο της ΕΕ το ζήτημα των κυρώσεων κατά της Τουρκίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση εφόσον δεν συμμορφωθεί με τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου στο μεσοδιάστημα. Προσωπικά, παρότι είμαι υπέρμαχος της ευρωπαϊκής ιδέας και ένωσης, κρατάω επιφυλάξεις στο κατά πόσο θα μετουσιωθεί σε πράξεις η ρητορική της Ένωσης, μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Το κατά πόσο ο Τούρκος Πρόεδρος επιθυμεί να συμβαδίσει με τα κελεύσματα της Ελλάδας και της ΕΕ για τα επόμενα χρόνια, είναι κάτι που δεν θα μπορεί να κριθεί μονοδιάστατα, δηλαδή μόνο με βάση τις αξιώσεις της Τουρκίας για διευθέτηση των γκρίζων ζωνών, την αποστρατικοποίηση ορισμένων ελληνικών νησιών και οπωσδήποτε τη διευθέτηση της ελληνικής ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας όπως θέλουν αυτοί (οι Τούρκοι). Το ερώτημα που τίθεται είναι πολύ βαθύτερο: η τουρκική προκλητικότητα και επιθετικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και την ευρύτερη περιοχή που παρατηρείται την τελευταία δεκαετία τι αντιπροσωπεύει; Με τι στόχο γίνεται; Τι θέλει ακριβώς η Τουρκία από τους γείτονες της;

Ας αφήσουμε για λίγο στην άκρη το δίπολο Ελλάδας-Τουρκίας και ας πάρουμε τα πράγματα από τη ρίζα τους. Ο Ερντογάν τα τελευταία χρόνια μέσω της εξωτερικής πολιτικής που ακολουθεί, έχει εγκαταλείψει την παραδοσιακή κεμαλική πολιτική της προσέγγισης προς τη Δύση και έχει εισάγει την πολιτική του Νεοοθωμανισμού. Ως Νεοοθωμανισμός ορίζεται η επαναπροσέγγιση εκ μέρους της Τουρκίας των μουσουλμανικών γειτόνων της, η επαναφορά στο παραδοσιακό-ισλαμικό δόγμα ως πυρήνα του κράτους (σε αντίθεση με τον κοσμικό χαρακτήρα που πρεσβεύουν οι Κεμαλιστές) και το κυριότερο η επέκταση της σφαίρας επιρροής της Τουρκίας με στρατιωτικά και διπλωματικά μέσα σε κράτη, πρώην περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε Βαλκάνια και Αφρική. Ο Ερντογάν μέσω του Κόμματος AKP, επιδιώκει αν όχι την επανασύσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά οπωσδήποτε στο να καθιερώσει την σημερινή Τουρκία ως μια υπερδύναμη στο σταυροδρόμι 3 ηπείρων.  Δεν επιθυμεί την απόλυτη ταύτιση του με ένα εκ των δυο στρατοπέδων (ΝΑΤΟ ή φιλορωσικός άξονας) αλλά αξιοποιεί οφέλη και από τους δυο χώρους, προκειμένου να καταστήσει την Τουρκία στρατιωτικά και διπλωματικά αυθύπαρκτη. Οι τακτικές που χρησιμοποιεί για να πετύχει την Οθωμανική αναδίπλωση ποικίλλουν από περιοχή σε περιοχή. Από χρηματοδοτήσεις σε σχολεία, συλλόγους μουσουλμάνων σε κράτη όπως Βοσνία-Ερζεγοβίνη και φυσικά Ελλάδα (μουσουλμάνοι της Θράκης), μέχρι στρατιωτικές επεμβάσεις και εγκαθίδρυση βάσεων σε κράτη όπως Λιβύη, Ιράκ, Σομαλία κτλπ. Βέβαια η ερντογανική πολιτική παρότι σε πολλούς φαίνεται ήδη τρομερά προκλητική, δεν πρέπει να δημιουργεί αυταπάτες.

Ο Ερντογάν προσαρμόζει την ρητορική του διαφορετικά στην Ελλάδα και στην Κύπρο και ενίοτε διαφορετικά απέναντι στην ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς δεν έχει εγκαταλείψει ακόμη την ιδέα της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ και του ερχομού στη χώρα του αγαθών, υπηρεσιών και επενδύσεων σε ένα πλαίσιο απολύτως ελευθέρων συναλλαγών δίχως κανένα προστατευτισμό, ακριβώς όπως επιτάσσουν οι ενωσιακές ελευθερίες των Συνθηκών της ΕΕ. Ωστόσο τα οικονομικά οφέλη από μια Τουρκία που θα σέβεται το διεθνές δίκαιο και άρα θα είναι σύμφωνη με την ελληνική εξωτερική πολιτική της υιοθέτησης στον καθορισμό της ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας της μέσης γραμμής (όπως άλλωστε ορίζει το συμβατικό αλλά και εθιμικό διεθνές δίκαιο), έρχονται σε σύγκρουση με τα οφέλη που θέλει επίσης να έχει ο Ερντογάν στην Ανατολική Μεσόγειο και συγκεκριμένα στους υδρογονάνθρακες που εντοπίζονται εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, αλλά και σε κάτι ακόμα πιο δελεαστικό που φέρει και πολιτικό χαρακτήρα. Στην εγκαθίδρυση της Τουρκίας ως κυρίαρχης δύναμης του Μουσουλμανικού Κόσμου και εκπροσώπου αυτού.

Όπως ειπώθηκε παραπάνω, η ιδεολογική πλατφόρμα του Ερντογάν στηρίζεται στην τουρκική παράδοση, που αναπόσπαστο κομμάτι της είναι το Ισλάμ και αποτελεί την Τουρκική Δεξιά. Συνεπώς και οι επιλογές που γίνονται στην εξωτερική πολιτική, είναι αυτής της κατευθύνσεως. Οι επιλογές όμως αυτές φέρνουν τον Ερντογάν σε αντιπαράθεση με τους κλασικούς «πατρόνες» των Μουσουλμάνων (και για να είμαστε σαφείς των Σουνιτών) που είναι τα κράτη της Σαουδικής Αραβίας, τα ΗΑΕ και η Αίγυπτος. Δικαιολογημένα και εύλογα τα κράτη αυτά ενοχλούνται από το γεγονός πως μια χώρα που επί δεκαετίες είχε γυρισμένη την πλάτη στους μουσουλμάνους γείτονες της, προωθώντας μάλιστα την ιδέα του εκσυγχρονισμένου/κοσμικού ισλαμικού κράτους που ήταν φιλικά διακείμενο προς τη Δύση και ήταν σύμμαχος με το Ισραήλ (έως το 2010), αποτελώντας εξαίρεση στο αραβοϊσραηλινό δίπολο, αίφνης επανέρχεται στις ισλαμικές καταβολές του και θέλει να αποτελέσει αυτό εκπρόσωπο του Σουνιτικού Ισλάμ.

Ο επεκτατισμός της Τουρκίας έχει πραγματικά προκαλέσει πονοκέφαλο σε πολλά κράτη του Αραβικού Συνδέσμου (με εξαίρεση φυσικά το Κατάρ, που στηρίζει και αποτελεί σύμμαχο της Τουρκίας), περισσότερο με το γεγονός ότι υποστηρίζει την οργάνωση των Αδελφών Μουσουλμάνων, που σημειωτέον τα κράτη της Σ. Αραβίας, ΗΑΕ, Αίγυπτος, Κουβέιτ την έχουν ανακηρύξει τρομοκρατική οργάνωση. Η άνοδος ισλαμικών φονταμενταλιστικών κινημάτων στην εξουσία είναι κάτι που τρέμουν οι κυβερνήσεις των κρατών αυτών, δεδομένου ότι αυτές εκπροσωπούν τα μοναρχικά καθεστώτα (με εξαίρεση την Αίγυπτο) και δεν θα επιθυμούσαν να δουν στο έδαφος τους μια νέα «Αραβική Άνοιξη». Βέβαια η Τουρκία δεν διστάζει να κάνει εμφανή την πρόθεση της να αναμειχθεί στα εσωτερικά πολλών κρατών ή να ενισχύσει την στρατιωτική της παρουσία σε αυτά. Ειδικά στην περίπτωση της Λιβύης κατέστη πασιφανές πως το ενδεχόμενο επικράτησης του στρατηγού Χαφτάρ ή λήξης του εμφυλίου στη χώρα με αμοιβαίες υποχωρήσεις και από τις δυο μεριές είναι κάτι που πανικοβάλει θα έλεγε κανείς τον Ερντογάν, δεδομένου ότι αυτό θα οδηγούσε σε κατάργηση και de facto του τουρκολιβυκού μνημονίου για οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας μεταξύ των σχετικών χωρών. Συνεπώς η ελληνική προσέγγιση προς την Τουρκία είναι μόνο ένα επιμέρους κομμάτι της Τουρκικής προκλητικότητας. Αντίστροφα, η ελληνοτουρκική διαμάχη αποτελεί ένα από τα πολλά μέτωπα του «Σουλτάνου». Η προσέγγιση επομένως από μεριάς της Ελλάδας πρέπει να κινηθεί σε ένα τέτοιο πλαίσιο.

Επιδοκιμάζω το γεγονός, πως η ελληνική εξωτερική πολιτική, που κατά τη γνώμη μου έχει αντιληφθεί το συνολικό πνεύμα της τουρκικής επιθετικότητας, επιδιώκει την ενίσχυση δεσμών και διαμόρφωση συμμαχιών με κράτη του Αραβικού Συνδέσμου όπως τα παραπάνω καθώς και με το Ισραήλ. Οι στρατιωτικές και επενδυτικές συνεργασίες που αναπτύσσονται και με το Ισραήλ και με κράτη όπως τα ΗΑΕ συνιστούν μια εξαιρετική διπλωματική κίνηση για την Ελλάδα από τη στιγμή που η υποστήριξη από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ένα διχασμένο ΝΑΤΟ (ας ελπίσουμε όλοι με φειδώ μέχρι την ανάληψη καθηκόντων από τον Τζο Μπάιντεν) στο ζήτημα των ελληνοτουρκικών έχει κριθεί αναποτελεσματική. Η Ελλάδα πρέπει και κινείται ήδη πολύ οργανωμένα και μεθοδικά στην αναζήτηση νέων περιφερειακών συμμάχων γύρω από την Ανατολική Μεσόγειο, επιταχύνοντας έτσι τη δημιουργία ενός ισχυρού αντιτουρκικού άξονα. Μένει να αξιοποιηθούν στο έπακρο ως σύμμαχοι σε γεωστρατηγικό πλαίσιο και στο πνεύμα «η ισχύς εν τη ενώσει»!

Ο 'Αρης Σηφάκης  

 

Ο Άρης Σηφάκης γεννήθηκε το 1999 και είναι προπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Νομικής του ΔΠΘ. Μεγάλωσε στο Ηράκλειο Κρήτης. Μιλάει δύο ξένες γλώσσες (αγγλικά, γερμανικά) και έχει συμμετάσχει σε διάφορα επιστημονικά συνέδρια και προσομοιώσεις διεθνών οργανισμών. Επίσης έχει παρακολουθήσει μαθήματα ρητορικής ενώ η αρθρογραφία είναι μια νέα ασχολία για αυτόν. Οι τομείς που τον ενδιαφέρουν είναι πολιτικά και διεθνή ζητήματα. Ως μελλοντικός δικηγόρος, σκοπεύει να ασχοληθεί με τον κλάδο του εμπορικού δικαίου.

 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια