Απόψεις

Η Τηλεόραση του Σήμερα

Άρθρο για την Παγκόσμια Ημέρα Τηλεόρασης

Γράφει ο Λευτέρης Κρέτσος

Μια εμπεριστατωμένη ανάλυση για την πορεία της Τηλεόρασης, αλλά και για την αναθεώρηση του ρόλου της, δεδομένων των τεχνολογικών εξελίξεων και - κυρίως - της εμφάνισης του Διαδικτύου, κάνει ο Αντώνης Κρέτσος.

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Τηλεόρασης, ο πρώην υφυπουργός Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, τονίζει σε άρθρο του στο "Κουτί της Πανδώρας", τους λόγους εκείνουν που επιβάλλουν στο δημοφιλές Μέσο Ενημέρωσης την ανάγκη εκσυχρονισμού του.

Γράφει ο Λευτέρης Κρέτσος *

  1. Η ιστορία της Τηλεόρασης

Για να φθάσουμε στο σήμερα η τηλεόραση κατέγραψε τρεις ιστορικές φάσεις. Η πρώτη ήταν η εποχή της σπανιότητας, όπου λειτουργούσε ένας ελάχιστος αριθμός τηλεοπτικών σταθμών και υπήρχε μια περιορισμένη προσφορά τηλεοπτικών προγραμμάτων. Στην περίοδο αυτή οι ιδιοκτήτες των τηλεοπτικών σταθμών σε συνεργασία με τη διαφημιστική βιομηχανία καθόριζαν το τηλεοπτικό πρόγραμμα με βάση τα δικά τους επιχειρηματικά σχέδια και τους επικρατούντες χρονισμούς της κοινωνίας. Ήταν άλλωστε η εποχή της

σταθερής απασχόλησης και των ελάχιστα διαφοροποιημένων ωραρίων εργασίας μεταξύ των εργαζομένων. Ο χρόνος εργασίας και ο ελεύθερος χρόνος των πολιτών ήταν σαφώς πιο οριοθετημένος και εμφάνιζε μεγαλύτερη ομοιογένεια και σταθερότητα. Όλοι σχεδόν απασχολούνταν στη βασική νόρμα παραγωγής και του τυπικού ωραρίου εργασίας στη βάση του 08:00-16:00/ 09:00-17:00.

Στο πλαίσιο αυτό η θέαση τηλεοπτικού προγράμματος ήταν ουσιαστικά ένα προγραμματισμένο ραντεβού, στο οποίο οι τηλεθεατές δεν είχαν την πολυτέλεια να αργήσουν ή να το χάσουν. Και συνήθως δεν το έκαναν. Τα ποσοστά τηλεθέασης συγκεκριμένων εκπομπών και τηλεοπτικών σειρών άγγιζαν δυσθεώρητα μεγέθη και αποτελούσαν πραγματικό κοινωνικό γεγονός με τη Βεμπεριανή έννοια του όρου.

Σχεδόν όλοι οι πολίτες μιας χώρας παρακολουθούσαν συγκεκριμένα προγράμματα καθηλωμένοι στον καναπέ τους, τα οποία περίμεναν με αγωνία μέρες πριν. Σήμερα αυτό σπανίως εμφανίζεται και αφορά κυρίως τους τελικούς του παγκοσμίου κυπέλλου ποδοσφαίρου, τους Ολυμπιακούς Αγώνες, τις εκλογικές αναμετρήσεις και γενικότερα τις μεγάλες αθλητικές ή πολιτιστικού χαρακτήρα εκδηλώσεις που στη σφαίρα της πολιτικής ονομάζονται γεγονότα μείζονος σημασίας

Από την εποχή της σπανιότητας οδηγηθήκαμε σταδιακά στην εποχή της διευρυμένης επιλογής, καθώς η εκπομπή σήματος για πολύ περισσότερους σταθμούς έγινε πιο εύκολη υπόθεση μέσω της τεχνολογικής εξέλιξης και της χρήσης διαφορετικών τεχνολογιών (πχ. καλωδιακή τηλεόραση, επίγεια ψηφιακή ευρυεκπομπή, δορυφορική και ιντερνετική τηλεόραση κτλ.). Τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης περιόδου ως προς το αυστηρά δομημένο και ομοιογενές πρόγραμμα διατηρήθηκαν, αλλά το τηλεοπτικό πρόγραμμα εμπλουτίστηκε με νέες θεματικές κατηγορίες (πχ. όχι μόνο ειδήσεις), γεγονός το οποίο σχετίζεται με τρεις σημαντικές εξελίξεις της περιόδου.

Πρώτον, ο αριθμός των παραδοσιακών τηλεοπτικών σταθμών (broadcasters) αυξήθηκε δραματικά. Δεύτερον, οι broadcasters άρχισαν να αναθέτουν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του προγράμματος τους σε εταιρίες παραγωγής με αποτέλεσμα την επέκταση της τηλεοπτικής αγοράς και την παραγωγή καλύτερου προγράμματος. Τρίτον, καθώς ο ανταγωνισμός αυξάνονταν δημιουργήθηκαν ειδικά θεματικά κανάλια και τηλεοπτικά

δίκτυα με αποκλειστικότητα στην προσφορά εξειδικευμένου ενημερωτικού και ψυχαγωγικού περιεχομένου. Και σε αυτήν όμως την ιστορική φάση της τηλεόρασης ο νέος κατακερματισμός της τηλεθέασης και η αυξημένη ποικιλία τηλεοπτικού προγράμματος δεν αμφισβητούσαν την κυριαρχία της τηλεόρασης ως μέσου που επηρεάζει τις πολιτικές συμπεριφορές, το πολιτιστικό και κοινωνικό γίγνεσθαι.

Η εποχή που διανύουμε είναι αντίθετα η εποχή της υπεραφθονίας περιεχομένου, όπου η κυριαρχία της τηλεόρασης αμφισβητείται πλέον από το διαδίκτυο και τις αστείρευτες επιλογές προσφερόμενου ψυχαγωγικού προγράμματος εντός ή εκτός του συμβατικού χώρου της τηλεόρασης. Ή μήπως ισχύει τελικά το αντίθετο; Μήπως τελικά με τον τρόπο που/καθώς εξελίσσεται η τεχνολογία και η χρήση της σε διεθνές επίπεδο, προκύπτει ότι το μέλλον του διαδικτύου είναι η τηλεόραση; Πολλοί μελετητές θεωρούν ότι έχουμε μπεί στη «χρυσή εποχή» της τηλεόρασης, καθώς οι πάροχοι on demand υπηρεσιών γιγαντώνονται με πρωτοφανείς ρυθμούς και επενδύουν πολλά δισεκατομμύρια στην παραγωγή πρωτότυπου περιεχομένου, ενώ και οι παραδοσιακοί broadcasters σπεύδουν να εκμεταλλευτούν τις ολοένα και αυξανόμενες δυνατότητες μετάδοσης περιεχομένου σε πραγματικό χρόνο, επενδύοντας στις αναγκαίες υποδομές.

  1. Η «Χρυσή Εποχή» της Τηλεόρασης

Το 2017 είχα γράψει ένα άρθρο στο ΑΠΕ στο οποίο τόνιζα τους λόγους για τους οποίους η τηλεόραση παραμένει ο βασιλιάς της ψυχαγωγίας. Ζούμε τη λεγόμενη «χρυσή εποχή της τηλεόρασης», όπου η ζήτηση και προσφορά οπτικοακουστικού περιεχομένου γιγαντώνεται από τις νέες δυνατότητες που παρέχει η ψηφιακή τεχνολογία και όπου όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις στο πεδίο της πληροφορικής και της ψυχαγωγίας θέλουν να δραστηριοποιηθούν πιο έντονα στον ευρύτερο χώρο της τηλεόρασης.

Ο λόγος είναι απλός. Οι πολίτες δαπανούν συνεχώς περισσότερο χρόνο μπροστά από μια οθόνη. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η τηλεοπτική βιομηχανία διευρύνεται και δυναμώνει. Πρόκειται για μια εξέλιξη, η οποία οφείλεται σε τέσσερις βασικούς λόγους:

α) αλματώδης αύξηση της πρόσβασης των πολιτών στο διαδίκτυο,

β) ραγδαία αύξηση στον αριθμό των χρηστών έξυπνων κινητών τηλεφώνων,

γ) δραματική βελτίωση της τεχνολογίας των τηλεοπτικών οθονών και των τηλεοπτικών συσκευών, οι οποίες καθιστούν πιο προσιτή και ελκυστική τη θέαση τηλεοπτικού περιεχομένου,

δ) παροχή υπεραφθονίας οπτικοακουστικού περιεχομένου στους πολίτες.

Όπως χαρακτηριστικά και εύγλωττα αναφέρει ο Squire (2017) …την τελευταία δεκαετία έχουν συμβεί πολύ πιο ιστορικές αλλαγές από αυτές που έγιναν στο σύνολο τους από την εποχή του βωβού κινηματογράφου. Παλαιότερα οι θεατές πηγαίναν στις κινηματογραφικές ταινίες. Σήμερα οι ταινίες πηγαίνουν στους θεατές και οι θεατές έχουν ανεξάντλητες επιλογές ψυχαγωγίας στις προσωπικές τους οθόνες...

Το γεγονός όμως ότι οι καταναλωτές έχουν πλέον άπειρες επιλογές θέασης, καθώς η σύγχρονη τεχνολογία και η χρήση του διαδικτύου τους επιτρέπει να καταναλώσουν οπτικοακουστικό περιεχόμενο όποτε, όπου και με όποια συσκευή θέλουν λειτουργεί και αντίστροφα. Με άλλα λόγια δεν επηρεάζεται μόνο η σχέση του παρόχου περιεχομένου με τον καταναλωτή, αλλά επηρεάζεται και το ίδιο το μέσο και συνολικά η τηλεοπτική βιομηχανία.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Robinson (2017) οι άπειρες επιλογές θέασης μετατρέπουν την τηλεόραση από ένα push σε ένα pull μέσο, καθώς το κοινό πλέον έχει όχι μόνο την επιλογή, αλλά και την ευθύνη να επιλέξει ποιο πρόγραμμα αντιστοιχεί στις επιθυμίες και τις ανάγκες του, καθώς και την ευθύνη να αναζητήσει τους πιο

ικανοποιητικούς και πρόσφορους οικονομικά τρόπους πρόσβασης σε αυτό. Με άλλα λόγια οι τηλεθεατές γίνονται curators δηλαδή επιμελητές της θέασης των τηλεοπτικών τους προγραμμάτων. Και μαζί με αυτό γίνονται και χρήστες (users) τεχνολογιών που τους επιτρέπουν να προσαρμόζουν και να προγραμματίζουν την τηλεοπτική θέαση με τα δικά τους κριτήρια και ανάγκες.

Η Robinson χρησιμοποιεί τον όρο viewsers για να παντρέψει τη λέξη viewers (θεατές) με τη λέξη users (χρήστες) για να περιγράψει τον αυξημένο έλεγχο του κοινού απέναντι στο προσφερόμενο τηλεοπτικό πρόγραμμα. Ο αυξημένος αυτός έλεγχος δεν προκύπτει μόνο από την υπεραφθονία επιλογών. Πλουραλισμό επιλογών είχαμε ακόμη και στην εποχή της αναλογικής τηλεόρασης.

Αυτό που διαφοροποιεί το σήμερα σε σχέση με το παρελθόν είναι η χρήση πολλών νέων τεχνολογιών που κάνουν την κατανάλωση περιεχομένου μια περισσότερο προσωπική υπόθεση. Το ποια όμως προγράμματα θα παρακολουθήσει κάποιος και με ποιες συσκευές ή σε ποια ώρα της ημέρας δεν είναι πλέον μόνο ζήτημα στιγμιαίας ή περιστασιακής επιλογής, αλλά μια ένδειξη του ευρύτερου τρόπου και στάσης ζωής που υιοθετεί.

Όπως τονίζει ο δημιουργός των επιτυχημένων τηλεοπτικών σειρών Peaky Blinders και Taboo, Steven Knight (2016) “το εξειδικευμένο streaming niche τηλεοπτικό πρόγραμμα που επιλέγει κάποιος δεν δείχνει μόνο τις ψυχαγωγικές προτιμήσεις του, αλλά είναι ενδεικτικό της προσωπικότητας του”.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η τηλεόραση από ένα γεωγραφικά και πολιτισμικά προσδιορισμένο μαζικό μέσο επικοινωνίας (mass media) έχει μεταμορφωθεί πλέον σε ένα παγκόσμιο, αλλά εξειδικευμένο μέσο (niche media) που προσφέρει 24/7 round-the-clock και κατά παραγγελία (on-demand) θέαμα. Το θέαμα αυτό είναι προορισμένο να ικανοποιήσει όλες τις εξειδικευμένες ανάγκες των θεατών (TV nichification effect) από προγράμματα ελαφράς ψυχαγωγίας, όπως το The Voice και τα Φιλαράκια (The Friends) μέχρι αγώνες ποδοσφαίρου και μαθήματα γιόγκα ή ταινίες τρόμου και τηλεοπτικές σειρές από τη Ν. Κορέα.

Αυτό δεν ισχύει μόνο για τα ειδικά θεματικά κανάλια της παραδοσιακής τηλεόρασης και τις ειδικής στόχευσης κοινού διαδικτυακές πλατφόρμες. Οι μεγάλες διαδικτυακές πλατφόρμες ψυχαγωγίας, όπως το Netflix, αλλά και πολλές συνδρομητικές πλατφόρμες (πχ. Pay TV providers, MVPDs και skinny bundles) λειτουργούν στη λογική του all you can eat παρέχοντας στους καταναλωτές πλούσιους καταλόγους κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών σειρών. Οι εταιρίες αυτές δίνουν βάρος στην ετερογένεια των προτιμήσεων του κοινού και κάνουν την τηλεόραση ένα μέσο ικανό να “κλέψει” το χρόνο και να αποσπάσει την προσοχή του. Το γεγονός της κυριαρχίας της τηλεόρασης συγκριτικά με τις υπόλοιπες μορφές ψυχαγωγίας έγκειται ακριβώς σε αυτή τη διαδικασία κάλυψης όλων των αναγκών τηλεθέασης. Υπάρχει δηλαδή χώρος και περιεχόμενο για όλες και όλους. Σήμερα οι τηλεοπτικοί σταθμοί και οι πλατφόρμες μεταφοράς οπτικοακουστικού περιεχομένου καλύπτουν κάθε ανάγκη και προτίμηση θέασης. Κάθε τηλεοπτικός σταθμός μπορεί να μεταδίδει παράλληλα διαφορετικό πρόγραμμα στους τηλεοπτικούς δέκτες από αυτό που μεταδίδει στα κανάλια που έχει στο YouTube ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Ποτέ ξανά στο παρελθόν δεν υπήρχαν τέτοιες δυνατότητες να φτάσουν οι πάροχοι περιεχομένου απευθείας στον καταναλωτή προσφέροντας του ταυτόχρονα τέτοια μεγάλη ποικιλία περιεχομένου και τόσες πολλές επιλογές θέασης. Η Lotz (2014) περιλαμβάνει τις αλλαγές που επιφέρει η νέα τάξη πραγμάτων στο χώρο της

τηλεόρασης με το σχήμα των λεγόμενων πέντε Cs δηλαδή Choice (επιλογή), Control (έλεγχο), Convenience (άνεση), Customization (εξατομίκευση) και Community (κοινότητα ενδιαφέροντος). Ο καταναλωτής έχει πλέον τον πρώτο λόγο στο σύγχρονο μοντέλο οργάνωσης της τηλεοπτικής και της κινηματογραφικής βιομηχανίας, καθώς έχει πλέον άπειρες επιλογές θέασης περιεχομένου (choice) γεγονός το οποίο τον κάνει ικανό να

διεκδικεί αυξημένο έλεγχο (control), άνεση (convenience) και δυνατότητα εξατομίκευσης (customization) ή διασύνδεσης των επιλογών του με ευρύτερες κοινότητες καταναλωτών (community) από τους παρόχους περιεχομένου και ιδιαίτερα τους συνδρομητικούς.

Οι απόψεις αυτές απηχούν τη σημαντική θεωρητική συμβολή του Jenkins και το βιβλίο του Convergence Culture (2010), αλλά και άλλες επιστημονικές εργασίες που αφορούν τη διάχυση του περιεχομένου (spreadable media) και των transmedia strategies (Jenkins, Ford και Green, 2013). Οι μελέτες αυτές αποδεικνύουν τη νέα σχέση οφέλους που διαμορφώνεται μεταξύ των παραγωγών και των καταναλωτών (funs και bloggers) από τη χρήση του διαδικτύου.

Η σχέση αυτή είναι ετεροβαρής για τα παραδοσιακά media, αλλά απελευθερωτική για την κοινωνία, καθώς οι καταναλωτές μπορούν μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης να επηρεάζουν καταλυτικά πλέον το πολιτιστικό και πολιτικό γίγνεσθαι, τη δημόσια συζήτηση και την μάχη των ιδεών παράγοντας το δικό τους περιεχόμενο. Για παράδειγμα, τα σύγχρονα τηλεοπτικά δίκτυα και οι παραγωγοί περιεχομένου δεν ανταγωνίζονται μόνο μεταξύ τους, αλλά και με τους ερασιτέχνες και συχνά ευρηματικούς film makers του YouTube που προβάλλουν εκπομπές και άλλα ψυχαγωγικά βίντεο αποσπώντας την προσοχή του κοινού μακριά από τους τηλεοπτικούς δέκτες.

Αντίστοιχα οι λεγόμενοι micro influencers έχουν εκατομμύρια ακόλουθους στους προσωπικούς τους λογαριασμούς στο Instagram και αποτελούν πρόσωπα που συνήθως «κλέβουν» και την προσοχή του κοινού, αλλά και ένα σημαντικό τμήμα της διαφημιστικής δαπάνης που προορίζονταν στα media.

Το ίδιο ενδεχομένως συμβαίνει και με έναν δημοφιλή προσωπικό λογαριασμό στο Facebook ή στο Twitter. Υπάρχουν προσωπικοί λογαριασμοί, οι οποίοι ουσιαστικά ισοδυναμούν με νέα παγκόσμιας εμβέλειας κανάλια επικοινωνίας, καθώς συνδέουν σε 24ωρη βάση τους κατόχους τους με ολόκληρο τον κόσμο χρησιμοποιώντας εικόνες, κείμενα, φωτογραφίες, μηνύματα, βίντεο κτλ. Σύμφωνα με σχετικές μελέτες κάθε λεπτό στο ίντερνετ λαμβάνει χώρα μια γιγαντιαίων διαστάσεων δραστηριότητα, η οποία λειτουργεί παράλληλα με τη λειτουργία του παραδοσιακού τηλεοπτικού οικοσυστήματος.

  1. Η απειλή(;) του Διαδικτύου και οι GAFAM/ FAANG

Η δραστηριότητα στο διαδίκτυο διασυνδέει σε πραγματικό ή μεταγενέστερο χρόνο μεμονωμένους ανθρώπους και κοινότητες ενδιαφερόντων/ συμφερόντων παράγοντας μια εμπειρία διάδρασης και κατανόησης του κόσμου, η οποία είναι εθιστική και κατ’ επέκταση επιβαλλόμενη ως must και trendy. Ο πληθυσμός του διαδικτύου αντιστοιχεί πλέον στο 60% του παγκόσμιου πληθυσμού ή 4,7 δισεκατομμύρια με αυξητικές συνεχώς τάσεις. Τα παρακάτω στοιχεία μας βοηθούν να αντιληφθούμε το τί συμβαίνει κάθε λεπτό στο διαδίκτυο:

- Γίνεται θέαση 4,5 εκατομμυρίων βίντεο από το YouTube και 694,450 ωρών

προγράμματος στην πλατφόρμα του Netflix.

- Γίνεται αποστολή 19 εκατομμυρίων μηνυμάτων SMS μέσω του κινητού τηλεφώνου.

- Ταχυδρομούνται 190 εκατομμύρια μηνύματα μέσω email. Το 2013 ταχυδρομούνταν

123 εκατομμύρια.

- Συμμετέχουν σε μια τηλεδιάσκεψη της πλατφόρμας του Zoom 208.333.

- Στο Reddit 479.552 άτομα καταναλώνουν περιεχόμενο.

- 1,3 εκατομμύρια άνθρωποι κάνουν log in στους ατομικούς τους λογαριασμούς στο

Facebook. Το αντίστοιχο μέγεθος το 2013 ήταν 461.805, δηλαδή παρατηρείται μια

αύξηση μεγαλύτερη της τάξεως του 100%.

- Πραγματοποιούνται 4,1 εκατομμύρια αναζητήσεις μέσω της Google search.

- Γίνεται θέαση 4,7 εκατομμυρίων βίντεο από το YouTube.

- Συμπληρώνονται 764.000 ώρες θέασης στο Netflix.

- Γίνεται μεταφόρτωση (download) 400.000 εφαρμογών μέσω της AppleStore και της Googleplay από μόλις 37.000 που λάμβαναν χώρα το 2013

- Πραγματοποιούνται ηλεκτρονικές αγορές της τάξεως του ενός 1,1 εκατομμυρίων δολαρίων.

- 194.444 λογαριασμοί στο Twitter “τιτιβίζουν” και προστίθενται 319 νέοι χρήστες.

- Στέλνονται 59 εκατομμύρια μηνύματα μέσω WhatsUp και Facebook Messenger και 2,5 εκατομμύρια μηνύματα μέσω Snapchat. Οι χρήστες του Facebook ανεβάζουν 147.000 φωτογραφίες κάθε λεπτό.

- Γίνεται ανταλλαγή 4,8 εκατομμυρίων αρχείων κινουμένων εικόνων Gif μέσω Giphy και 1.400 μεταφορτώσεις από το TikTok. Η εφαρμογή της TikTok εγκαθίσταται 2.704 φορές.

- Πραγματοποιούνται 69.444 αιτήσεις εργασίας μέσω του LinkedIn.

- Η Doordash λαμβάνει 555 παραγγελίες για γεύματα.

- Η Amazon φορτώνει 6.659 ταχυδρομικά δέματα σε εμπορικά πλοία. Κάθε λεπτό πραγματοποιούνται επίσης online παραγγελίες 305 συσκευές έξυπνων ηχείων της ΑmazonEcho και της GoogleHome, οι οποίες λειτουργούν με φωνητική εντολή.

- Εγγράφονται 41 συνδρομητικές υπηρεσίες μουσικής μέσω ίντερνετ με κυρίαρχη την πλατφόρμα του Spotify. Κάθε λεπτό στο Spotify προστίθενται 666 τραγούδια, ενώ το 2013 ο αντίστοιχος αριθμός ανέρχονταν μόλις σε 20.

- Γίνονται 1,2 επισκέψεις για την παρακολούθηση βίντεο και live streaming gaming broadcasts στο Twitch.

- Ανεβαίνουν στο διαδίκτυο 2,5 εκατομμύρια εικόνες μέσω της υπηρεσίας αποθήκευσης και διαμοιρασμού φωτογραφιών Imgur.

- Διενεργούνται 1,6 εκατομμύρια απορρίψεις ή θετικές ανταποκρίσεις στις γνωριμίες που διασφαλίζει η εφαρμογή και ο αλγόριθμός του Tinder.

- Προστίθενται 694.444 επισκέψεις στο Instagram, όταν το αντίστοιχο μέγεθος το 2013 ήταν μόλις 38.000. Επίσης, κάθε λεπτό ανεβαίνουν 347.222 ιστορίες και γίνονται 138.889 clicks σε διαφημίσεις με επιχειρηματικά προφίλ.

Τα νούμερα δεν επιδέχονται αμφισβήτηση της τεράστιας ανθρώπινης δραστηριότητας στο διαδίκτυο κάθε λεπτό της ημέρας. Αυτό όμως που είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό πέρα από τα νούμερα αυτά είναι τρεις σημαντικές εξελίξεις και διεργασίες:

  1. Η ανθρώπινη δραστηριότητα στο ψηφιακό περιβάλλον εμφανίζει συνεχώς αυξητική τάση. Το ψηφιακό σύμπαν θα μεγαλώνει συνεχώς.
  2. Οι υπηρεσίες-εφαρμογές που συνδέονται με την παραγωγή και χρήση προϊόντων βίντεο γίνονται πιο σημαντικές. Οι αλλαγές στον τρόπο της ανθρώπινης επικοινωνίας που επιβάλλουν το διαδίκτυο και η σύγχρονη ψηφιακή τεχνολογία ενδυναμώνουν τη βιομηχανία παραγωγής και διανομής οπτικοακουστικού και ψυχαγωγικού περιεχομένου.
  3. Μια πολύ μικρή ομάδα εταιριών πληροφορικής και τεχνολογιών επικοινωνιών έχει καταφέρει να μετατρέψει την ανθρωπότητα σε χρήστες των υπηρεσιών που προσφέρει. Με αυτόν τον τρόπο ελέγχει το σύνολο της αξιακής αλυσίδας του πληροφοριακού συστήματος και των δεδομένων όσων συμμετέχουν τις εφαρμογές του διαδικτύου. Οι εταιρίες αυτές συνήθως αναφέρονται με το ακρωνύμιο FAANG ή GAFAM, το οποίο προκύπτει από τα αρχικά των εταιριών Facebook, Amazon, Apple, Microsoft, Netflix και Google. Όπως φανερώνει μια πρόσφατη (Αύγουστος 2019) έρευνα για τους 100 πιο δημοφιλείς (δηλαδή εμφανίζει έκαστος τουλάχιστον 350 εκατομμύρια επισκέψεις ανά μήνα) διαδικτυακούς ιστότοπους στις πρώτες θέσεις βρίσκεται η Google (μαζί με το YouTube), η Facebook, αλλά και οι ιστότοποι της κινεζικής Baidu, καθώς και της Wikipedia. Τα 100 μεγαλύτερα sites συσσώρευσαν 206 δισεκατομμύρια επισκέψεις τον Ιούνιο του 2019 και εμφανίζουν μια διαρκώς εκρηκτική αύξηση στο μέγεθος του traffic που προκαλούν.

Με το ξέσπασμα της πανδημίας Covid19 η παραπάνω κατάταξη δεν άλλαξε αισθητά, αλλά τρεις εταιρίες παρουσίασαν αξιοσημείωτη αύξηση στην επισκεψιμότητα τους. Πρόκειται για το Facebook, το YouTube (Alphabet/ Google) και το Netflix, ενώ εντυπωσιακή ήταν και η αυξημένη χρήση υπηρεσιών και εφαρμογών που βοηθούν την εργασία και την εκπαίδευση από το σπίτι, όπως οι πλατφόρμες της Zoom και της Google Classroom.

Σε κάθε περίπτωση η οικονομία των media και φυσικά της τηλεόρασης αλλάζει δραματικά στη ψηφιακή εποχή της υπεραφθονίας περιεχομένου. Το ξέσπασμα της πανδημίας δεν άλλαξε τις προϋπάρχουσες τάσεις, αλλά αντίθετα τις ενίσχυσε και τις εδραίωσε περαιτέρω. Το μεγάλο ζητούμενο από τους παρόχους περιεχομένου στην εποχή της υπεραφθονίας περιεχομένου και των άφθονων επιλογών ψυχαγωγίας προ και μετά-Covid19 είναι να αιχμαλωτίσουν το ενδιαφέρον και να διατηρήσουν την προσοχή των καταναλωτών (attention). Πρόκειται για μια εξαιρετικά δύσκολη εξίσωση, καθώς το ενδιαφέρον των καταναλωτών λειτουργεί πλέον ως ένα πολύ ακριβό και σκληρό νόμισμα. Οι καταναλωτές επιλέγουν πώς και πότε θα το ξοδέψουν. Το ίδιο ασφαλώς ισχύει και με τα χρήματα που διαθέτουν. Το ενδιαφέρον και η προσοχή (attention) όμως των καταναλωτών σε αντίθεση με τα χρήματα που διαθέτουν δεν μπορεί να αποθηκευτεί για μελλοντική χρήση. Και αυτό γιατί κάθε στιγμή υπάρχουν χιλιάδες μνηστήρες στο χώρο των media/ entertainment outlet και εκατομμύρια βίντεο και άφθονο πληροφοριακό υλικό στο διαδίκτυο που μπορούν να κεντρίσουν το ανθρώπινο ενδιαφέρον. Κάθε επιλογή συνεπάγεται αποκλεισμό κάποιας άλλης και όπως είδαμε παραπάνω οι FAANG/ GAFAM έχουν ήδη κατακτήσει κεντρική θέση στην απόσπαση της προσοχής του κοινού με τις ποικίλες «δωρεάν» υπηρεσίες και εφαρμογές που προσφέρουν στους χρήστες τους στο διαδίκτυο.

Το γεγονός αυτό επηρεάζει τον ανταγωνισμό και το πλαίσιο λειτουργίας τόσο των εταιριών που παράγουν και διανέμουν οπτικοακουστικό περιεχόμενο όσο και τους ίδιους τους δημιουργούς και τους θεσμούς άσκησης πολιτικής για τα media και τον σύγχρονο πολιτισμό. Και αυτό γιατί στην οπτικοακουστική βιομηχανία η μάχη της προσοχής (attention war) των καταναλωτών με όποιο ευφημισμό και ευρηματικό όρο και αν περιγράφεται ή υπονοείται (πχ. eyeballs war, viewing ratings, αριθμός συνδρομητών κτλ.) αποτελεί τον πιο σημαντικό δείκτη οικονομικής υγείας μιας επιχείρησης στον τομέα της ψυχαγωγίας και της ενημέρωσης.

Η προσοχή του κοινού είναι ίσως πολύ περισσότερο σημαντική και από το δείκτη EBIDTA, τις πωλήσεις ή τη χρηματιστηριακή αξία ή όποιο άλλο οικονομικό όρο χρησιμοποιείται για να επιβεβαιώσει τη θετική ή αρνητική πορεία μιας επιχείρησης στο χώρο των media. Έτσι παρά το γεγονός ότι οι επίσημες στατιστικές αναδεικνύουν τη θεαματική διαχρονικά αύξηση του screen time δηλαδή του χρόνου που δαπανούν οι πολίτες μπροστά από μια οθόνη το φαινόμενο της σπανιότητας ή της απώλειας προσοχής ή του ασταθούς και ευμετάβλητου ανθρώπινου ενδιαφέροντος (distraction/ attention loss) παραμένει ισχυρό. Το λεγόμενο loyalty σε ένα πρόγραμμα δεν θεωρείται δεδομένο ακόμη και αν πρόκειται για μια παραγωγή με το πιο ακριβό cast και από ένα πολύ ισχυρό brand, όπως για παράδειγμα το The Morning Show με τη Τζένιφερ Άνιστον και τον Στηβ Καρελ από την AppleTV+. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα είχε προϋπολογισμό αισθητά υψηλότερο από το αντίστοιχο μέγεθος του Game of Thrones ($20 εκατ. το επεισόδιο), αλλά τα αποτελέσματα του σε όρους τηλεθέασης και buzz είναι εμφανώς χαμηλότερα και δεν επιδέχονται σύγκριση.

Για παράδειγμα ακόμη και το Netflix που συνιστά μια πρωτοπόρα εταιρία στις εξελίξεις της βιομηχανίας και η οποία συνεχώς ανοίγει νέους δρόμους ομολόγησε πρόσφατα (Ιανουάριος 2019) στους μετόχους του ότι o μεγαλύτερος ανταγωνιστής του δεν είναι μια εταιρία media και παραγωγής περιεχομένου, όπως η Disney ή το HBO, αλλά ένα βιντεοπαιχνίδι και πιο συγκεκριμένα το Fortnite (“…Our focus is not on Disney+, Amazon or

others, but on how we can improve our experience for our members… So, where does its strongest challenge actually comes from? We compete with (and lose to) ‘Fortnite’ more than HBO”…).

Η σύγκριση του ρυθμού ανάπτυξης της αγοράς των video games παγκοσμίως δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης της παραπάνω τίμιας και ειλικρινούς επισήμανσης του Netflix. Η παγκόσμια αγορά κινηματογράφου (εισιτήρια στις αίθουσες) το 2018 αντιστοιχούσε σε $41 δις, ενώ το 2015 ήταν $39 δις. Τα αντίστοιχα μεγέθη για το χώρο του gaming ήταν $138 δις το 2018 και μόλις $92 δις το 2015. Με άλλα λόγια η παγκόσμια αγορά κινηματογράφου μεταξύ 2015-2018 εμφάνισε μια αύξηση της τάξεως του 5%, ενώ η αντίστοιχη αύξηση στην αγορά των video games ήταν 50% (!), ενώ το 2020 κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όπου έκλεισαν οι κινηματογραφικές αίθουσες o χώρος του gaming εμφάνισε ακόμη πιο εντυπωσιακή δυναμική.

Για παράδειγμα ο λεγόμενο Gaming Video Content (GVC) αφορά διπλάσιο αριθμό ανθρώπων στις ΗΠΑ συγκριτικά με τον αριθμό αυτών που παρακολουθούν το πρόγραμμα των τεσσάρων γιγάντων της ψυχαγωγίας, όπως το HBO, το Netflix, το ESPN και το Hulu.

Είναι ενδεικτικό ότι το Twitch που επικεντρώνεται στο χώρο του gaming είναι πλέον τόσο δημοφιλές, ώστε η επισκεψιμότητα του υπερβαίνει την τηλεθέαση όλων μαζί των μεγαλύτερων τηλεοπτικών δικτύων στις ΗΠΑ. Αξίζει να σημειωθεί ότι η πλατφόρμα του Twitch αποτελεί θυγατρική εταιρία του ομίλου της Amazon. Το 2014 η Amazon αγόρασε την εταιρία έναντι $970 εκατομμυρίων σε μετρητά.

  1. Η «οικονομία της προσοχής» και η « πλατφορμιοποίηση της οικονομίας»

Ο μεγάλος ανταγωνισμός στην απόσπαση της προσοχής του κοινού αποτελεί τεράστιο πρόβλημα για τις σύγχρονες επιχειρήσεις media και δεν είναι μόνο θέμα χρημάτων που επενδύεις στην παραγωγή. Είναι πλέον πολύ πιο δύσκολη υπόθεση να αποκτήσεις υψηλή τηλεθέαση ή σταθερά μεγάλη ζήτηση για το προϊόν και τις υπηρεσίες σου. Το ρίσκο αποτυχίας είναι υπαρκτό ακόμη και όταν δαπανάς υπέρογκα ποσά στο cast και στην παραγωγή γιατί οι πολίτες βομβαρδίζονται συνεχώς με άφθονα ερεθίσματα και άπειρο οπτικοακουστικό περιεχόμενο.

Δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές και μαγικά ραβδιά για να κερδίσεις το κοινό και να διατηρήσεις την προσοχή και το ενδιαφέρον του εκτός από μεμονωμένα τηλεοπτικά προγράμματα, τα οποία έχουν εγγραφεί ως ιδιαίτερα σημαντικά στην κοινωνική συνείδηση, όπως το Super Bowl στις ΗΠΑ ή η Eurovision στην Ευρώπη.

Το φαινόμενο της απώλειας ή της ευμετάβλητης προσοχής (distraction/ attention loss) αποτελεί επομένως βασική συνθήκη κατανόησης του σύγχρονου περιβάλλοντος στον οποίο λειτουργούν οι επιχειρήσεις ψυχαγωγικού περιεχομένου και τα media outlets. Δύο εμβληματικές ρήσεις (quotes) περιγράφεται πολύ γλαφυρά αυτό που συμβαίνει.

Η πρώτη ανήκει στον Les Hinton, έναν από τους στενότερους συνεργάτες του Rupert Murdoch, ο οποίος έχει χαρακτηρίσει την προσοχή του κοινού ως το πιο σπάνιο παραγωγικό πόρο του 21 ου αιώνα (The scarcest resource of 21 st century is human attention).

Η δεύτερη ρήση ανήκει στον Καθηγητή Νομικής του Columbia University Tim Wu, ο οποίος χαρακτηρίζει την ανθρώπινη προσοχή σαν τον πιο σημαντικό και πολύτιμο παραγωγικό πόρο (The last and most valuable of resources is human attention). Και οι δύο ρήσεις αποκαλύπτουν όχι μόνο τη δυσκολότερη, συγκριτικά με το παρελθόν, επίτευξη οικονομικής επιτυχίας που αντιμετωπίζουν τα media outlets και οι παραγωγοί περιεχομένου στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή της αφθονίας περιεχομένου, αλλά και τη σημασία της προώθησης και πώλησης του περιεχομένου στους καταναλωτές ως curators.

Οι εταιρίες στο χώρο των media και της ψυχαγωγίας οφείλουν δηλαδή όχι μόνο να προσφέρουν πλούσιο και ανταγωνιστικό περιεχόμενο, αλλά και να διαμορφώνουν μπράντες (brands) που έχουν την ικανότητα να χτίζουν και να εξιστορούν μοναδικές αφηγήσεις (narratives), ώστε οι καταναλωτές να μπορούν να βιώσουν μια εμπειρία ψυχαγωγίας που αντιστοιχεί στις πραγματικές ανάγκες και στις επιθυμίες τους. Οι αφηγήσεις αυτές και ο γενικότερος τρόπος οργάνωσης της επιμέλειας (curation) γίνεται με τη χρήση της τεχνολογίας (πχ. νέα gadgets) και φυσικά με τη χρήση των κοινωνικών μέσων δικτύωσης ή με την παροχή πιο εξειδικευμένων προγραμμάτων εμβύθισης σε περιεχόμενο που προσφέρει μια ξεχωριστή και μοναδική εμπειρία (immersive experiences).

Η τάση αυτή διαπερνά πλέον όλο το φάσμα των τεχνών και της ανθρώπινης δημιουργικής έκφρασης. Η συσσώρευση μοναδικών εμπειριών και αφηγήσεων από τη χρήση των προϊόντων και των υπηρεσιών μιας επιχείρησης είναι ο μόνος δρόμος που μπορεί να συμβάλλει στην διαμόρφωση μιας επιχειρηματικής μπράντας, η οποία απολαμβάνει της υψηλής εμπιστοσύνης των καταναλωτών. Οι μπράντες αυτές, τα μεγάλα και γνωστά ονόματα της αγοράς, αποτελούν τους νικητές στην εποχή της οικονομίας της προσοχής (attention economy). Οι καταναλωτές τις εμπιστεύονται όχι μόνο για να αγοράσουν τα προϊόντα τους, αλλά και για τους συμβουλεύσουν και να τους υποδείξουν νέες υπηρεσίες και περισσότερα προϊόντα.

Στην περίπτωση της βιομηχανίας περιεχομένου οι μπράντες αυτές είναι τα μεγάλα studios και οι πλατφόρμες, οι εφαρμογές και τα διαδικτυακά εργαλεία που χρησιμοποιούν μέσα από τα οποία χτίζουν σχέσεις εμπιστοσύνης και αφηγήσεις με το καταναλωτικό κοινό. Το Netflix, η Amazon και η Disney+ για παράδειγμα δεν αποτελούν απλώς δυνατά ονόματα στην αγορά, αλλά λειτουργούν ως αξιόπιστοι επιμελητές επιλογών (trusted curators) για τους καταναλωτές. Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες τους παρέχονται με τέτοιο σύνθετο τρόπο, ώστε οι καταναλωτές να γίνονται αυτό που αναφέρεται στη γλώσσα των επιχειρήσεων hooked, δηλαδή να «αγκιστρώνονται» και να παραμένουν προσκολλημένοι σε αυτές.

Αυτό πρακτικά σημαίνει δισεκατομμύρια επενδύσεων όχι μόνο στην παραγωγή πρωτότυπου οπτικοακουστικού περιεχομένου, αλλά και δισεκατομμύρια επενδύσεων σε τεχνολογικές καινοτομίες και μεθόδους marketing που δίνουν στους καταναλωτές την άνεση (convenience), την αίσθηση σεβασμού και ελέγχου της τελικής του επιλογής. Για παράδειγμα η δυνατότητα ενός συνδρομητή της Netflix να επιλέξει από έναν μακρύ κατάλογο ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, κάποιες εκ των οποίων μπορεί να έχουν υποδειχθεί από τους αλγόριθμους της εταιρίας (you may also like this) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Αντίστοιχα η επιλογή θέασης μιας ταινίας από την πλατφόρμα του Netflix μετά από την προσπάθεια εξερεύνησης περιεχομένου από τον ίδιο το συνδρομητή ή ύστερα από πληροφορίες που συνέλεξε από φίλους και γνωστούς, ή στο διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν επίσης απτά παραδείγματα του πώς ο τρόπος λειτουργίας του Netflix δίνει στους χρήστες τους την αίσθηση σεβασμού και ελέγχου των επιλογών τους.

Αντίστοιχα μοντέλα λειτουργίας παρατηρούμε και σε άλλους τομείς και αγορές. Για παράδειγμα τα βιολογικά και οργανικά προϊόντα διατροφής αποτελούν μια τεράστια αγορά, στην οποία συμμετέχουν καταναλωτές που είναι ενημερωμένοι από διάφορους curators. Οι καταναλωτές αυτοί είναι σαφώς ευαισθητοποιημένοι για την ποιότητα τροφής που προσφέρουν στο σώμα τους. Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται σε εφαρμογές στο κινητό ή σε άλλες «έξυπνες» συσκευές, οι οποίες βοηθούν στη βελτιστοποίηση της διατροφής.

Σε γενικές γραμμές το μοντέλο των λεγόμενων αξιόπιστων επιμελητών (trusted curators) και η σημασία διαμόρφωσης αξιόπιστων brands παίζει μεγάλο ρόλο σήμερα. Τα τεχνολογικά λειτουργικά συστήματα που συνδυάζουν την παροχή περισσότερων δεδομένων και πληροφοριών προς τους καταναλωτές θεωρούνται απαραίτητο συστατικό επιτυχίας στο σύγχρονο marketing γιατί ενισχύουν την εμπιστοσύνη και την ικανότητα

διασύνδεσης των καταναλωτών με ευρύτερες κοινότητες, τάσεις και συμπεριφορές που θεωρούνται έξυπνες, και αποδεκτές ως cool και trendy.

Το μοντέλο αυτό αναπαραγωγής της προσοχής ενδέχεται να υποβαθμίζει την ποιότητα των παρεχόμενων προϊόντων και υπηρεσιών συγκριτικά με άλλα metrics, δεδομένα και impressions που παράγουν οι πλατφόρμες του διαδικτύου. Αν για παράδειγμα γίνει viral μια αρνητική κριτική στην πλατφόρμα στο Amazon για τη συσκευασία ή την τιμή ενός προϊόντος, τότε είναι δύσκολο να σταθούν πολλοί καταναλωτές στα ποιοτικά

χαρακτηριστικά που το διακρίνουν. Και αυτό γιατι πάνω από το 50% των καταναλωτών εμπιστεύονται την πλατφόρμα της Amazon πριν τις αγορές τους (Galloway, 2018).

Οι μεγάλες τεχνολογικές πλατφόρμες και ειδικότερα αυτές της Google και της Amazon ελέγχουν σε σημαντικό βαθμό το λιανικό εμπόριο και τις προτιμήσεις των καταναλωτών. Και ταυτόχρονα διασφαλίζουν για τον εαυτό τους ένα μεγάλο μέρος των κερδών. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση της βιομηχανίας οπτικοακουστικού περιεχομένου και αυτό εξηγεί γιατι πλέον όλες οι εταιρίες του κλάδου που σέβονται τον εαυτό τους προσπαθούν να βρουν θέση στο σύμπαν του streaming.

H Amanda Lotz, Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Queensland, προχωρά ένα βήμα παραπάνω τη συζήτηση για τη σημασία της κατά παραγγελία διαδικτυακής (Video On Demand streaming) ψυχαγωγίας τονίζοντας ότι τα περισσότερα έσοδα στη βιομηχανία περιεχομένου κατευθύνονται δυσανάλογα περισσότερο όχι στα media outlets και σε αυτούς που παράγουν το περιεχόμενο, αλλά στις εταιρίες που το διανέμουν και στους συσσωρευτές περιεχομένου (content agreegators), όπως οι μεγάλες εταιρίες τεχνολογίας πληροφορικής και επικοινωνιών στο διαδίκτυο.

Σε αντίστοιχα συμπεράσματα καταλήγει και ο Matthew Ball (2016) της REDEF Media τονίζοντας ότι η σύγχρονη μάχη στη βιομηχανία των media για το ποιος θα κερδίσει την προσοχή και το ενδιαφέρον των καταναλωτών εξαρτάται και από το ποιος διαθέτει την πιο λειτουργική τεχνική υποδομή στην απόσπαση της ανθρώπινης προσοχής (attention infrastructure). Το περιεχόμενο δηλαδή αυτό καθεαυτό, όσο ελκυστικό ή υψηλής ποιότητας και αν είναι, δεν θα καθορίσει τους νικητές και τους χαμένους του σκληρού ανταγωνισμού στη βιομηχανία περιεχομένου.

Για παράδειγμα μια καλή τηλεοπτική πλατφόρμα από πλευράς περιεχομένου δεν είναι σίγουρο ότι μπορεί να ανταγωνιστεί εύκολα μια αντίστοιχη πλατφόρμα με λιγότερο καλό περιεχόμενο, αλλά με ένα σαφώς πιο βελτιωμένο και φιλικό προς το χρήστη interface και ευρετήριο αναζήτησης. Πρόσφατη (2020) σχετική μελέτη του Hesmondhalgh και της Lotz χαρακτηρίζουν την εικόνα του μενού πλοήγησης (user interface) και τη ροή δεδομένων του ως βασικό μηχανισμό μιντιακής επιρροής με την έννοια ότι έχει την ικανότητα να κατευθύνει τη ζήτηση του τηλεοπτικού κοινού για συγκεκριμένα προγράμματα και περιεχόμενο και ταυτόχρονα να αποκλείει άλλα.

Ο ανταγωνισμός στις πλατφόρμες δεν είναι μόνο πόλεμος περιεχομένου, αλλά και ανταγωνισμός που συνδέεται με το πόσο εύκολα και γρήγορα μπορούν οι χρήστες τους να πλοηγούνται στα διαθέσιμα κανάλια και στο διαθέσιμο κατάλογο περιεχομένου. Οι μεγάλες εταιρίες ωστόσο έχουν την ικανότητα και να κάνουν πιο ευρέως γνωστό το προϊόν τους και να το τοποθετούν σε περίοπτη θέση στο διαδίκτυο και σε πολλές εφαρμογές και συσκευές (discoverability and prominence), όπως για παράδειγμα το κουμπί της Netflix στο τηλεχειριστήριο.

Το γεγονός αυτό παρέχει στις εταιρίες αυτές ένα μεγάλο πλεονέκτημα να προσεγγίσουν πιο άμεσα τους καταναλωτές συγκριτικά με τους υπόλοιπους ανταγωνιστές τους. Το ζήτημα αυτό αναδεικνύει σοβαρές ανισότητες όχι μόνο στο πεδίο της διανομής του περιεχομένου, αλλά συνολικά στη σφαίρα κυκλοφορίας και στην αξιακή αλυσίδα του προϊόντος.

Ακριβώς για αυτό ένα συχνό θέμα συζήτησης στο χώρο των θεωρητικών της τηλεόρασης και του κινηματογράφου είναι αν το περιεχόμενο εξακολουθεί να είναι ο βασιλιάς, όπως έχει επικρατήσει να λέγεται ή αν αντίθετα υπάρχει και ο αυτοκράτορας που σχετίζεται με τη διανομή και με το συνολικό «πακετάρισμα» και προσφοράς του περιεχομένου στους καταναλωτές. Η συζήτηση αυτή δεν προέκυψε στο κενό. Ήδη από το 1990 ο Garnham είχε τονίσει ότι, ενώ η ικανότητα παραγωγής πολιτιστικού προϊόντος είναι προφανώς σημαντική, η διανομή του είναι ακόμη πιο μείζονος σημασίας.

Σήμερα, σε έναν ψηφιακό κόσμο, όπου οι αγορές εμφανίζονται κορεσμένες (saturated markets) από την υπερπροσφορά επιλογών θέασης η διανομή περιεχομένου γίνεται ακόμη πιο σημαντική. Και αυτό που συχνά καθορίζει το νικητή των εξελίξεων είναι η διαφοροποίηση στη διανομή του περιεχομένου και η μεγαλύτερη ευκολία πρόσβασης των καταναλωτών σε αυτό.

Ο Καθηγητής Marketing του Πανεπιστημίου του Harvard Bharat Anand προχωρά ένα βήμα παραπάνω στο βιβλίο του The Content Trap (2016). Σύμφωνα με τον ίδιο η επιτυχία ενός προϊόντος δεν βασίζεται πλέον τόσο πολύ στην ποιότητα που το διακρίνει, αλλά στην ικανότητα του προϊόντος και των εταιριών που το διανέμουν να κάνουν κάτι περισσότερο από αυτό που τους ανατίθενται: να δημιουργούν ισχυρές συνδέσεις (connections) με την κοινότητα των χρηστών των υπηρεσιών τους, να προσφέρουν παράλληλες και πρόσθετες συμπληρωματικές υπηρεσίες με το βασικό εμπορικό τους αντικείμενο και να διατηρούν πιο ισχυρές και τακτικές σχέσεις με τους καταναλωτές βάζοντας την επιχειρηματική μπράντα μέσα στη ζωή τους (network effects).

Για να γίνει όμως αυτό δεν αρκεί η πρόσβαση σε μεγάλα δεδομένα και η διαφημιστική παρουσία του προϊόντος σε πολλές πλατφόρμες και μέσα επικοινωνίας (cross-media strategy). Αντίθετα μια εταιρία απαιτείται να έχει και την ικανότητα να συλλέγει και να επεξεργάζεται μεγάλα δεδομένα και να αντλεί οφέλη από την τεχνολογική καινοτομία, αλλά κυρίως την ικανότητα να κατανοεί πλήρως τις σύγχρονες ανθρώπινες ανάγκες, ώστε να χτίζει βιώσιμες σχέσεις εμπιστοσύνης με τους καταναλωτές. Η κατανόηση αυτή λειτουργεί ως καταλύτης για την απόσπαση της προσοχής (attention) και τελικά της αφοσίωσης (commitment / engagement) των καταναλωτών.

Και εδώ επανερχόμαστε στην κυριαρχία των γιγάντων του διαδικτύου και της πληροφορικής. Και αυτό γιατί σήμερα η κατανόηση των πραγματικών ανθρώπινων αναγκών δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί δίχως την αξιοποίηση του διαδικτύου, το οποίο μπορεί να συνδέει τους ανθρώπους και τις πολυπληθείς ανθρώπινες κοινότητες σε πραγματικό χρόνο. Αν δε γνωρίζεις τί μπορούν να αναζητούν, να συζητούν, να απορρίπτουν ή σε τελική ανάλυση να εκφράζουν στο διαδίκτυο οι πιθανοί πελάτες σου δεν μπορείς να αντλήσεις τη θεματολογία και το περιεχόμενο που χρειάζεσαι για να κερδίσεις όχι μόνο τα μυαλά, αλλά κυρίως την καρδιά τους.

Για παράδειγμα οι τηλεοπτικές σειρές υψηλής ποιότητας (High-End dramas) αποτελούν όχι μόνο ακριβές παραγωγές με δυνατό cast, αλλά και σενάριο εμπνευσμένο από τα λεγόμενα παγκόσμια θέματα (global issues) που αντανακλούν τις συζητήσεις ή τα συναισθήματα οργής, νοσταλγίας και προβληματισμού στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης.

Στο πλαίσιο αυτό αξίζει να σημειώσουμε αυτό που ήδη από το 2009 ο τότε CEO της Warner Bros. Digital Distribution Thomas Gewecke είχε τονίσει σε ένα σχετικό με το ζήτημα συνέδριο στο UCLA: ...οι επιχειρήσεις που παράγουν περιεχόμενο, δηλαδή οι επιχειρήσεις media, θα μεταμορφωθούν σταδιακά σε εν μέρει επιχειρήσεις πληροφορικής και τεχνολογίας επικοινωνιών...

  1. Δεδομένα και πολυ-πλατφορμική εμπειρία τηλεοπτικής θέασης

Τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας και η ανθρώπινη προσοχή μεταναστεύουν σε ένα νέο τεχνολογικό υπόδειγμα διαχείρισης της πληροφορίας και του ψυχαγωγικού οπτικοακουστικού περιεχομένου. Το υπόδειγμα αυτό παράγει με τη σειρά του μια νέα ανθρώπινη εμπειρία διάδρασης και διασύνδεσης του φυσικού με το ψηφιακό περιβάλλον. Αυτή η εμπειρία βασίζεται σε ένα νέο διαλειτουργικό οικοσύστημα παρόχων περιεχομένου που προσφέρουν μια πολυ-πλατφορμική εμπειρία θέασης (pluriformity), η οποία δεν χαρακτηρίζεται μόνο από τη ψηφιακή διανομή περιεχομένου σε πολλαπλές συσκευές και οθόνες οπτικής απεικόνισης, αλλά και από νέους τρόπους διαμοιρασμού περιεχομένου, νέες μορφές συλλογής και αποθήκευσης δεδομένων, νέες στρατηγικές κατανάλωσης, marketing και κοινωνικής δικτύωσης, νέες λέξεις, νέα σύμβολα, νέους τρόπους αναζήτησης, χρήσης και εμπορικής αξιοποίησης του παραγόμενου περιεχομένου.

Στην ουσία αυτό που φέρνει η σύζευξη των νέων τεχνολογιών επικοινωνιών και της βιομηχανίας περιεχομένου είναι μια νέα πολυ-πλατφορμική εμπειρία θέασης, η οποία είναι πλήρως αποσυνδεδεμένη από χρονικούς και χωρικούς περιορισμούς και η οποία δημιουργεί από την μια πλευρά ισχυρές συνδέσεις και διασυνδέσεις μεταξύ ανθρώπων, επιχειρήσεων, συσκευών και από την άλλη μια διαδικτυακή τεχνική υποδομή πάνω στην οποία αυτές οι συνδέσεις/ διασυνδέσεις παράγουν σε συνεχή ροή και round-the-clock αποτελέσματα, κοινωνικές και εμπορικές σχέσεις, έσοδα και συναλλαγές, θεσμικές ρυθμίσεις, νέα δεδομένα ανάλυσης της ανθρώπινης συμπεριφοράς κτλ.

Η βιομηχανία περιεχομένου μετασχηματίζεται μέσω του διαδικτύου μεταφορικά και κυριολεκτικά σε ένα παγκόσμιο δίκτυο σχέσεων και διάδρασης πολύ πιο άμεσο, αλλά και πολύ πιο σύνθετο ταυτόχρονα από αυτό της παραδοσιακής αξιακής αλυσίδας (παράγω, προωθώ, διανέμω).

Στο παρελθόν η βιομηχανία περιεχομένου ήταν μια βιομηχανία που αφορούσε την προσφορά και ζήτηση προϊόντων σε πολύ συγκεκριμένα και οριοθετημένα χωρικά και χρονικά πλαίσια. Οι εταιρίες παραγωγής παρήγαγαν περιεχόμενο, το οποίο το διένειμαν οι εταιρίες διανομής στις κινηματογραφικές αίθουσες και στα τηλεοπτικά δίκτυα.

Τα τηλεοπτικά δίκτυα με τη σειρά τους χρησιμοποιούσαν το περιεχόμενο αυτό προκειμένου να πωλήσουν στη συνέχεια το πιο πολύτιμο τους περιουσιακό στοιχείο στους ίδιους τους καταναλωτές, αλλά και στη διαφημιστική βιομηχανία. Το περιουσιακό αυτό στοιχείο ήταν ο τηλεοπτικός τους αέρας, η ικανότητα τους να εκπέμπουν και να στέλνουν οπτικά ερεθίσματα στο τηλεοπτικό κοινό και να καταλαμβάνουν τον ελεύθερο χρόνο του.

Ο τηλεοπτικός αέρας αντιστοιχούσε σε πολύτιμα δευτερόλεπτα (slots) για τους διαφημιστές ειδικά σε ώρες και ημέρες, όπου οι περισσότεροι καταναλωτές συνήθιζαν να παρακολουθούν τηλεόραση (primetime). Αυτό εξακολουθεί να ισχύει σε σαφώς μικρότερο βαθμό.

Σήμερα η συγκεκριμένη αξιακή και παραγωγική διαδικασία έχει γίνει πιο σύνθετη και δυναμική, καθώς το περιεχόμενο μπορεί να φτάσει στους τελικούς καταναλωτές με πολλούς τρόπους (release windows), με πολλά τεχνικά μέσα και κανάλια διανομής (distribution channels) και με πλήρως εξατομικευμένους όρους (customized services). Η αλλαγή αυτή είναι το αποτέλεσμα της ενσωμάτωσης νέων εμπορικών μοντέλων λειτουργίας (πχ. D2C, customized services) που αξιοποιούν καλύτερα και πιο άμεσα τις τεχνολογικές βελτιώσεις και τη χρήση του διαδικτύου στη διανομή του περιεχομένου. Η άποψη ότι στην εποχή των social media και του διαδικτύου είναι επιβεβλημένο οι μπράντες (brands) να γίνουν direct-to-consumer, ώστε να γνωρίζουν καλύτερα τις ανάγκες των πελατών τους κερδίζει συνεχώς έδαφος. Ακόμη όμως και αυτά τα μοντέλα και οι νέες στρατηγικές δεν μπορούν να λύσουν την εξίσωση, καθώς δεν μπορούν να παρουσιάσουν με σιγουριά το πώς τα τηλεοπτικά δίκτυα και οι πλατφόρμες περιεχομένου μπορούν να αιχμαλωτίσουν το ενδιαφέρον και την προσοχή των καταναλωτών (attention).

Η αληθινή γνώση για τους ανθρώπους άλλωστε προκύπτει μόνο ή κυρίως από την καθημερινή επαφή με αυτούς. Είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα το να γνωρίσεις έναν άνθρωπο και διαφορετικό να τον κάνεις targeted βασιζόμενος στο πώς θα μοιάζει σύμφωνα με τα δεδομένα από τη συμπεριφορά του στο διαδίκτυο. Η ανάλυση δηλαδή των δεδομένων της συμπεριφοράς των ανθρώπων χωρίς την αντίστοιχη ανάλυση του πλαισίου από το οποίο προκύπτουν αυτά τα δεδομένα εμφανίζει σοβαρό έλλειμμα αξιοπιστίας. Τα δεδομένα είναι πολύ απλά μόνο για τους χρήστες. Οι άνθρωποι όμως δεν είναι μόνο χρήστες υπηρεσιών.

  1. Προς ένα νέο ορισμό της Τηλεόρασης

Το πιο σημαντικό ίσως σημείο που αξίζει να κρατήσουμε από την παραπάνω ανάλυση είναι ότι η ρευστότητα αυτή και η παντοδυναμία του διαδικτύου και των FAANG/ GAFAM δεν απειλούν την τηλεόραση, δηλαδή το ίδιο το μέσο, ούτε μειώνουν την αξία εστίασης της επιστημονικής ερευνητικής ανάλυσης στο χώρο της τηλεόρασης. Όπως ανέφερε εμφατικά το 2016 ο Michael Wolff “όλοι πλέον θέλουν να κάνουν business στην τηλεόραση“.

Η πρόσφατη είσοδος της Apple στο τηλεοπτικό τοπίο, όπως και των υπόλοιπων μεγαθηρίων της πληροφορικής είναι ενδεικτική αυτής της τάσης. Η τηλεόραση διατηρεί την υπεροχή της έναντι άλλων μορφών ψυχαγωγίας, αλλά αυτό όμως που αλλάζει είναι το επίπεδο του ανταγωνισμού στις διεθνείς τηλεοπτικές αγορές και το επιχειρηματικό μοντέλο άντλησης εσόδων από την τηλεόραση και φυσικά ο προσδιορισμός του τί εννοούμε πλέον τηλεοπτική θέαση.

Στο πλαίσιο αυτό αξίζει να σημειώσουμε τα συμπεράσματα, στα οποία καταλήγει και ο Hasmondhalgh στη θεωρία του για τις εταιρίες που δραστηριοποιούνται στον τομέα των δημιουργικών/ πολιτιστικών βιομηχανιών. Σύμφωνα με τον ίδιο ο στόχος των εταιριών αυτών είναι η βελτιστοποίηση του οικονομικού τους οφέλους μέσα από τη διπλή επίτευξη πολιτικών ελαχιστοποίησης του επιχειρηματικού τους ρίσκου και της μεγιστοποίησης του αριθμού των καταναλωτών τους. Για να το πετύχουν αυτό οι μεγάλες επιχειρήσεις στη βιομηχανία περιεχομένου δραστηριοποιούνται σε πολλούς κλάδους και διάφορες υπηρεσίες εφαρμόζοντας πολιτικές οριζόντιας και κάθετης εξειδίκευσης.

Με την κάθετη εξειδίκευση μειώνουν το επιχειρηματικό ρίσκο επιμερίζοντας το σε συνδεδεμένες εταιρίες του επιχειρηματικού ομίλου. Με την οριζόντια εξειδίκευση οι μεγάλες εταιρίες επιδίδονται σε δραστηριότητες εξαγοράς και συγχωνεύσεων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον κλάδο περιορίζοντας έτσι τον ανταγωνισμό και την επιχειρηματική απειλή από υφιστάμενους ή νέους παίχτες στην αγορά. Με τον τρόπο αυτό τα μεγαθήρια στη βιομηχανία περιεχομένου διαμορφώνουν και χειραγωγούν τη ζήτηση προϊόντος διασφαλίζοντας ότι υπάρχει ικανοποιητικό κοινό να απορροφήσει τις επενδύσεις της παραγωγής σε νέο περιεχόμενο ή σε παραγωγές οι οποίες αποτελούν τη συνέχεια πετυχημένων τίτλων (serials/ remakes). Για παράδειγμα οι κολοσσιαίες εταιρίες του Hollywood και ειδικά η Disney εφαρμόζουν εκτεταμένα προγράμματα οριζόντιας και κάθετης εξειδίκευσης, τα οποία ενισχύουν την κυριαρχία τους στις διεθνείς αγορές.

Μαζί με αυτές οι γίγαντες του διαδικτύου και της πληροφορικής αποτελούν πλέον τμήμα της παγκόσμιας βιομηχανίας περιεχομένου επηρεάζοντας τους παραδοσιακούς παίχτες της (Hollywood, τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι και γραμμικά τηλεοπτικά δίκτυα) δίνοντας έμφαση στον συνεχώς αναπτυσσόμενο χώρο της οικιακής ψυχαγωγίας (home entertainment). Με εξαίρεση το αποτυχημένο πείραμα της Quibi στο χώρο της διεθνούς αγοράς λειτουργούν πλέον οι πλατφόρμες της Disney+, Apple TV+, HBOMax, Peacock Universal, Netflix, Amazon Prime, TUBI, Britbox κτλ.

Οι νέοι μνηστήρες όμως (εταιρίες πληροφορικής) ασκούν σαφώς πιο επιθετική πολιτική από τους και στο πεδίο της κάθετης/ οριζόντιας εξειδίκευσης και στο πεδίο των εξαγορών/ συγχωνεύσεων. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας και μόλις μέσα σε δύο μήνες οι εταιρίες αυτές πήραν την μερίδα του λέοντος από την αύξηση του πλούτου των μεγάλων εταιριών στις ΗΠΑ, η οποία ανήλθε στο δυσθεώρητο ποσό των κατά $534 δις, όταν την ίδια στιγμή χάθηκαν περισσότερες από 40 εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Ο ρυθμός μεταβολής των εσόδων των εταιριών αυτών ξεπερνάει κάθε ιστορικό προηγούμενο. Η Netflix χρειάστηκε μόλις 22 χρόνια για να αποκτήσει ετήσια έσοδα της τάξεως των $20 δις. Αντίθετα η Disney για να φτάσει σε αυτό το σημείο χρειάστηκε 72 χρόνια παρά την πλούσια κληρονομιά της στο οικοσύστημα της παγκόσμιας ψυχαγωγίας. Συνοψίζοντας, το περιβάλλον της τηλεόρασης και γενικότερα της βιομηχανίας περιεχομένου γίνεται σαφώς πιο ανταγωνιστικό με την πάροδο του χρόνου, καθώς οι πολίτες έχουν πλέον πρόσβαση σε ποικιλία τηλεοπτικού περιεχομένου και μάλιστα όποτε και όπου θέλουν και με όποια συσκευή και οθόνη επιλέξουν. Η αμεσότητα, η διαδραστικότητα, η αποσύνδεση της θέασης από χωρικούς και χρονικούς περιορισμούς, η ταυτόχρονη παρακολούθηση πολλαπλών οθονών, η ποικιλία περιεχομένου και η παραγωγή υψηλής ποιότητας πρωτογενούς περιεχομένου μυθοπλασίας συνιστούν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύγχρονης τηλεοπτικής εμπειρίας για ολοένα και περισσότερους πολίτες και ιδιαίτερα για τους νέους.

Σε αυτό το πλαίσιο ο ορισμός της σύγχρονης τηλεόρασης οφείλει να συμπεριλαμβάνει όλες τις περιπτώσεις και όλους τους τρόπους κατανάλωσης οπτικοακουστικού περιεχομένου. Για παράδειγμα η κατανάλωση ενός βίντεο από το YouTube και το Dailymotion από το κινητό τηλέφωνο ή η θέαση μιας τηλεοπτικής σειράς του Netflix ή της HBO στο κομπιούτερ ή στην ταμπλέτα ή μέσω ενός application στο κινητό δεν αποτελούν λιγότερο τηλεοπτική εμπειρία από την παρακολούθηση ειδήσεων στην ΕΡΤ ή ενός ποδοσφαιρικού αγώνα στην πλατφόρμα της Cosmote και της Nova μέσω της μεγάλης τηλεοπτικής οθόνης στο σαλόνι ή στο υπνοδωμάτιο.

Για παράδειγμα η Google εκτιμά ότι το 2020 το 50% της συνολικής θέασης περιεχομένου βίντεο θα πραγματοποιηθεί μέσω της χρήσης κινητών τηλεφώνων. Αντίστοιχα μια πρόσφατη μελέτη της Ofcom τονίζει ότι το Netflix και το YouTube προκαλούν σοβαρές επιδράσεις στις συνήθειες τηλεοπτικής θέασης και κατά συνέπεια αλλάζουν και τις δομές της τηλεοπτικής αγοράς. Με άλλα λόγια όλοι εξακολουθούν να βλέπουν τηλεόραση, όπως στο παρελθόν, αλλά η τηλεόραση πλέον δεν ταυτίζεται με συγκεκριμένα κανάλια και συγκεκριμένους τρόπους θέασης και συσκευές.

Σε κάθε περίπτωση η αγορά της ψυχαγωγίας επεκτείνεται μέσω του διαδικτύου προσφέροντας περισσότερες από ποτέ επιλογές κατανάλωσης ψυχαγωγικού περιεχομένου. Αυτό συνεπάγεται όχι μόνο αυξημένη εισροή εσόδων στη βιομηχανία περιεχομένου, αλλά και αυξημένες ανάγκες επενδύσεων των εταιριών παραγωγής και διανομής περιεχομένου σε νέα τεχνολογία, σε νέους τρόπους marketing και σε νέα προϊόντα και υπηρεσίες. Σύμφωνα με το eMarketer και το Wibbitz το νεότερης ηλικίας κοινό καταναλώνει 1,4 περισσότερες ώρες θέασης περιεχομένου βίντεο στο διαδίκτυο συγκριτικά με το αντίστοιχο ποσοστό παρακολούθησης τηλεοπτικών προγραμμάτων.

Οι τάσεις αυτές ενισχύθηκαν περαιτέρω με το ξέσπασμα της πανδημίας του Covid19. Στην πρώτη φάση της πανδημίας το Netflix αύξησε κατά 16 εκατομμύρια τον αριθμό των συνδρομητών της. Η Disney+ ξεπέρασε τα 50 εκατομμύρια συνδρομητές και έφτασε μετά από μόλις 6 μήνες στα 73 εκατομμύρια. Σύμφωνα με τη Nielsen ο χρόνος κατανάλωσης περιεχομένου από διαδικτυακές πλατφόρμες αυξήθηκε κατά 34% τον Μάρτιο του 2020, όπου ένα μεγάλο μέρος ανθρωπότητας βρίσκονταν σε καραντίνα. Ταυτόχρονα άλλες διαδραστικές πλατφόρμες και εφαρμογές ψυχαγωγίας, που σχεδιάστηκαν για έξυπνα κινητά τηλέφωνα, όπως το TikTok, το Twitch, το YouTube, το Snapchat και το Instagram είδαν αυξημένη ζήτηση των υπηρεσιών τους κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Η Quibi αποτέλεσε την εξαίρεση του κανόνα πραγματοποιώντας ένα ανεπιτυχές ντεμπούτο στις ΗΠΑ και τον Καναδά παρά το γεγονός ότι αφορούσε μια επένδυση που άγγιξε τα $2 δις.

Σύμφωνα με σχετική μελέτη της Nielsen η θέαση τηλεοπτικού περιεχομένου μέσω διαδικτύου στις ΗΠΑ ανήλθε στα 3,5 δισεκατομμύρια ώρες την πρώτη εβδομάδα του Μάϊου 2020. Αυτό σύμφωνα με τους αναλυτές της εταιρίας σημαίνει ότι η streaming ψυχαγωγία τείνει να γίνει μια νέα κανονικότητα, καθώς ο σχετικός όγκος της ήταν 2,8 και 3,8 δισεκατομμύρια ώρες πριν το ξέσπασμα της πανδημίας και κατά τη διάρκεια της καραντίνας αντίστοιχα. Με άλλα λόγια η τηλεοπτική θέαση μέσω διαδικτύου παρέμεινε σε υψηλότερα από την προ-κορωνοϊού και του 2019 επίπεδα, γεγονός το οποίο συνεπάγεται ότι η συγκεκριμένη θέαση αποκτά κεντρική πλέον θέση με σαφώς μόνιμα χαρακτηριστικά στις επιλογές του κοινού.

Ένα σημαντικό επίσης τμήμα (άνω του 60%) της θέασης αυτής αφορά προγράμματα που έχουν μισθωθεί από την καλωδιακή τηλεόραση και δεν αποτελούν νέες πρωτότυπες σειρές originals των διαδικτυακών παρόχων περιεχομένου. Με άλλα λόγια ένα σημαντικό τμήμα του κοινού χρησιμοποιεί συνδεδεμένες με το διαδίκτυο συσκευές και πλατφόρμες ακόμη και για την παρακολούθηση περιεχομένου και τίτλων που δεν είναι καινούργιοι (πχ. τα Φιλαράκια, The Bing Bang Theory, Breaking Bad, The Walking Dead κτλ.), αλλά αντίθετα ταυτίζονται με την παραδοσιακή τηλεόραση.

Οι εξελίξεις αυτές συνδέονται με μια βασική συνθήκη για το τί σημαίνει τηλεόραση και το πώς καταναλώνεται το οπτικοακουστικό περιεχόμενο στον 21 ο αιώνα. Το τηλεοπτικό κοινό δεν καταναλώνει αυτό που του προσφέρεται ως θέαση, αλλά αυτό που θεωρεί ότι έχει ανάγκη. Και το κάνει με τους δικούς όρους, με τις δικές του συσκευές και νέους τρόπους που διευκολύνουν και επιτρέπουν την κατά παραγγελία θέαση. Η παντοδυναμία και οι εμπορικές δυνατότητες του διαδικτύου οδηγούν όλους τους παρόχους στην επίτευξη στρατηγικών προσφοράς του περιεχομένου τους σε ιντερνετικό και OTT (Over-The-Top) περιβάλλον και αυτό αφορά και τους παραδοσιακούς broadcasters. Ενδεικτικό της εν λόγω τάσης αποτελεί η πρόσφατη απόφαση του Βατικανού, αλλά και πολλών θρησκευτικών οργανώσεων να δημιουργήσουν τη δική τους OTT πλατφόρμα είναι εξόχως αποκαλυπτική για τη σημασία αξιοποίησης των streaming υπηρεσιών όχι μόνο από τους παραδοσιακούς φορείς ψυχαγωγίας, αλλά και από ευρύτερους πολιτικούς και θρησκευτικούς και επαγγελματικούς οργανισμούς.

Βιώνουμε πλέον μια χρονική περίοδο, όπου οι πολίτες στρέφονται με μεγαλύτερη ένταση στην κατανάλωση οπτικοακουστικού περιεχομένου μέσω του διαδικτύου συμπαρασύροντας σε αυτήν την πορεία και τη διαφημιστική βιομηχανία. Το 2019 ήταν η χρονιά άλλωστε, όπου η διαφημιστική δαπάνη στο διαδίκτυο στις ΗΠΑ ξεπέρασε αυτήν της παραδοσιακής καλωδιακής και συνδρομητικής τηλεόρασης. Η τάση αυτή θα συνεχιστεί και γιατί, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά και στα Nostradamus Report του Goteborg Film Festival. Η πραγματικά ίσως συνταρακτική αλλαγή και το συγκλονιστικό στατιστικό στοιχείο που επηρεάζει τη βιομηχανία δεν είναι η γιγάντωση του Netflix και ο ραγδαία αυξανόμενος αριθμός των νοικοκυριών που αποκτά μια συνδρομή για υπηρεσίες βίντεο κατά παραγγελία VoD (Video on Demand services).

Η μεγάλη αλλαγή επίσης δεν είναι τα πολλά πλέον δισεκατομμύρια που επενδύουν οι μεγάλοι πάροχοι περιεχομένου για τη δημιουργία νέων τηλεοπτικών σειρών και κινηματογραφικών ταινιών. Αυτό που πραγματικά δείχνει το που οδηγούνται τα πράγματα στο χώρο της τηλεόρασης και της filmed ψυχαγωγίας είναι ότι περισσότερο από το 1/3 του παγκόσμιου πληθυσμού κατέχει ένα έξυπνο κινητό τηλέφωνο και ότι στις 35 χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ, οι πολίτες έχουν mobile broadband και εύκολη πρόσβαση στο διαδίκτυο που είναι απαραίτητη για την κατανάλωση οπτικοακουστικού περιεχομένου μέσω streaming VoD και catch-up services. Υπολογίζεται επιπλέον ότι πάνω από 2.5 δισεκατομμύρια πολίτες χρησιμοποιούν έξυπνες κινητές συσκευές και το 60% αυτών καταναλώνουν καθημερινά βίντεο και άλλο οπτικοακουστικό περιεχόμενο από τη συσκευή τους.

Το φαινόμενο είναι πολύ πιο έντονο στις νεότερες γενιές (15-35 ετών), όπου σε πολλές περιπτώσεις η συσκευή του κινητού τηλεφώνου αποτελεί τη βασική πλατφόρμα κατανάλωσης βίντεο σε αντίθεση με το σύνολο του πληθυσμού, όπου η οθόνη της οικιακής τηλεόρασης εξακολουθεί να κυριαρχεί. Το τελευταίο ισχύει ακόμη και στην περίπτωση των ΗΠΑ και της Βρετανίας σύμφωνα με πρόσφατες (2019) μελέτες της Manatt (Vorhaus Digital Strategy Study) και της Ofcom.

Στο άμεσο μέλλον θα δούμε πολύ περισσότερες OTT πλατφόρμες και αυτό δεν θα γίνει μόνο από δίκτυα (broadcasters) της ελεύθερης και συνδρομητικής τηλεόρασης, αλλά και από μικρές εταιρίες παραγωγής και διανομής κινηματογραφικών και οπτικοακουστικών έργων μέχρι πολιτικά κόμματα και εκκλησιαστικούς φορείς, ενώ προσφάτως ανακοινώθηκε ότι το Netflix πειραματίζεται στη Γαλλία την ίδρυση γραμμικού συνδρομητικού τηλεοπτικού σταθμού. Στη σημερινή εποχή επομένως η τηλεόραση όχι μόνο δεν πνέει τα λοίσθια, αλλά δυναμώνει και διευρύνεται. Ο σύγχρονος ορισμός της όμως εμπλουτίζεται, καθώς οφείλει να περιλαμβάνει τη νέα, γενναία σχέση συνύπαρξης της με το διαδίκτυο. Η Evans εύστοχα παρατηρεί ότι πλέον «η τηλεόραση είναι μεγαλύτερη από την TV» (television is now bigger than TV). Η Johnson (2019) αντίστοιχα θεωρεί ότι το διαδίκτυο δεν αποτελεί μόνο ανταγωνιστή της τηλεόρασης, αλλά κυρίως τον αναμορφωτή του κόσμου της τηλεόρασης. Η αναμόρφωση αυτή φανερώνεται εύκολα αν σκεφτούμε ότι όλοι μας την κουβαλούμε καθημερινά στην τσέπη μας μέσα από τη χρήση συσκευών με οθόνες οπτικής απεικόνισης (κινητό τηλέφωνο, ταμπλέτες, φορητοί υπολογιστές κτλ.).

Η φράση είδα τηλεόραση χθες δε σημαίνει ότι δεν παρακολούθησα άλλα προγράμματα και περιεχόμενο βίντεο από το laptop ή το κινητό ή από το λογαριασμό μου στο Facebook και άλλες διαδικτυακές πλατφόρμες. Και ακόμη περισσότερο η φράση αυτή δεν δίνει απάντηση στο αν αναζήτηση και μοιράστηκα περιεχόμενο με άλλους, αν ανέβασα περιεχόμενο στο διαδίκτυο και τους ατομικούς μου λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αν έκανα like και σχόλια σε περιεχόμενο που μου ήρθε από φίλους και αλγόριθμους, αν παρακολούθησα ή ακόμη και αν κατάφερα να παράγω και να διαμοιράσω το περιεχόμενο για το οποίο ήθελα να μιλήσω στο διαδίκτυο.

Όλη αυτή η δραστηριότητα σημαίνει ότι η τηλεόραση και το οπτικοακουστικό περιεχόμενο δεν είναι μόνο αντικείμενο θέασης, αλλά περιλαμβάνει και άλλες ενέργειες, συμπεριφορές και εμπειρίες που δεν θα υπήρχαν αν δεν υπήρχαν το διαδίκτυο και οι πλατφόρμες του. Η συνύπαρξη της τηλεόρασης με το διαδίκτυο και τις διαδικτυακές πλατφόρμες άλλωστε είναι περισσότερο από εμφανής και ισχυρή με το πέρας του χρόνου, καθώς ήδη το 82% περίπου του εύρους ζώνης (bandwidth) σήμερα αφορά την κατανάλωση περιεχομένου βίντεο με συνεχείς αυξητικές τάσεις. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Strangelove (2015)

"…Σχεδόν το σύνολο του διαδικτυακού bandwidth (εύρους ζώνης) καταναλώνεται για τη θέαση κινηματογραφικών ταινιών και τηλεοπτικών εκπομπών..."

Αυτό συνιστά μια πολύ μεγαλύτερη αλλαγή όχι μόνο για το ρόλο της τηλεόρασης ως μέσου, αλλά και του οπτικοακουστικού περιεχομένου ως τρόπου ψυχαγωγίας και ενημέρωσης. Η θεώρηση της τηλεόρασης από τον Raymond Williams ως το απότοκο της συνεργασίας του πολιτισμού με την τεχνολογία χρειάζεται επομένως επέκταση, εμπλουτισμό και αναθεώρηση.

Η τεχνολογική εξέλιξη επιδρά μεν καταλυτικά στο τηλεοπτικό προϊόν, αλλά οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι δεν είναι όλα εξαρτώμενα από την τεχνολογία, καθώς διάφοροι πολιτιστικοί, οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες καθορίζουν τελικά τον τρόπο και το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα χρησιμοποιηθούν οι νέες τεχνολογίες. Επιπλέον ο κινηματογράφος, η τηλεοπτική μυθοπλασία, όπως και κάθε μορφή τέχνης ασφαλώς και επηρεάζεται από τη σύγχρονη τεχνολογία, αλλά παραμένει διαδικασία και προϊόν που εξακολουθεί να βασίζεται στην ανθρώπινη φαντασία, στο ταλέντο και στον πλούσιο και ευμετάβλητο ψυχισμό των ανθρώπων σε σχέση με τις εκάστοτε ιστορικές συνθήκες. Η τηλεόραση και το οπτικοακουστικό περιεχόμενο είναι κάτι περισσότερο από μια ακόμη

ανθρώπινη έκφραση δημιουργίας και αξιοποίησης της υπάρχουσας τεχνολογίας.

Ο Λευτέρης Κρέτσος είναι πρώην υφυπουργός Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης

Πηγή: koutipandoras.gr

(Φωτογραφία ΙΝΤΙΜΕ)

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια