Απόψεις

Ένας κόκκος φασισμού στην καθημερινή ζωή

Μόνο η έγκαιρη και επιμελημένη διαπαιδαγώγηση θα τον εμποδίσει να φυτρώσει

Γράφει ο Βασίλης Ορφανός*

Θα σας έχει τύχει σίγουρα, κι όχι μια και δυο φορές, να πείτε κάτι και ο συνομιλητής σας να διαφωνήσει και να διατυπώσει την ένστασή του αρχίζοντας με ένα ερωτηματικό «και γιατί δεν» (στην Κρήτη: Και γιάντα δε). Του λέτε, ας πούμε, ότι θα πάτε διακοπές στην Ζάκυνθο. Θα σας “μαλώσει″ αμέσως με ένα «Και γιάντα δεν πας στην Κέρκυρα;» Αν τον ρωτήσετε αν εκείνος έχει πάει, το πιθανότερο είναι να σας πει πως όχι, αλλά πήγαν κάτι φίλοι του πέρυσι και του είπαν ότι περάσανε υπέροχα, αλλά κι αυτός είδε πρόσφατα ένα ντοκιμαντέρ για το νησί των Φαιάκων, και είναι το ωραιότερο απ’ όλα τα Εφτάνησα.

Τι να του πεις τώρα; Ότι έχετε κερδίσει ένα τριήμερο για δύο άτομα στο τάδε resort hotel της Ζακύνθου; ότι θα σας φιλοξενήσουν κάποιοι φίλοι; ότι έχετε ένα τάμα στον Άγιο Διονύσιο; ότι χωρίσατε πρόσφατα και θέλετε να κλάψετε τον πόνο σας στην παραλία «Ναυάγιο»; Εκατό ανθρώπους να ρωτήσουμε γιατί πάνε για διακοπές στη Ζάκυνθο, μπορεί μέχρι και εκατό διαφορετικές απαντήσεις να πάρουμε.

Αν την ερώτηση την κάνει κάποιος που σας λέει την ιδιότητά του και το σκοπό της ερώτησης, π.χ. δημοσιογράφος, τουριστικός πράκτορας, φοιτητής σχολής τουριστικών επαγγελμάτων κλπ., εναπόκειται σε σας αν θέλετε να απαντήσετε ή όχι. Σε άλλες περιπτώσεις όμως, που η ερώτηση ξεκινά με  ένα «και γιατί δεν», καλύτερα να μην απαντήσετε. Διότι ο άνθρωπος δεν σας ρώτησε για να μάθει. Δεν τον ενδιαφέρει η απάντησή σας. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να βγάλει σκάρτη την επιλογή σας και να σας μοστράρει τη δική του, και, αν μπορεί, να σας την επιβάλει κιόλας. Κι όλα αυτά για τον μόνο λόγο ότι έχει μάθει τη δική του άποψη να τη θεωρεί ασυζητητί ανώτερη από οποιαδήποτε άλλη. Και του είναι δύσκολο έως και ακατόρθωτο να το ξεμάθει.

Μια καλή απάντηση σε ερωτήσεις που εισάγονται με το «και γιατί δεν» είναι ένα ήρεμο «Για εντελώς προσωπικούς λόγους». Και να αλλάξετε θέμα. Οποιαδήποτε άλλη απάντηση, θα προκαλέσει νέα ερώτηση, και από ερώτηση σε απάντηση, και ξανά νέα ερώτηση, δεν ξέρεις πού μπορεί να φτάσει το πράγμα. Αν ήσασταν μικρό παιδί, θα μπορούσατε θαυμάσια στο «γιατί;» να απαντήσετε με ένα «γιατί κλ@νει το γατί!» και να το κλείσετε το θέμα, αν ήσασταν η ετοιμόλογη κυρία Μαίρη που ήξερα κάποτε, θα μπορούσατε να το κλείσετε απαντώντας με ένα «για του χοντρού παπά τ’ αυτί», αλλά δεν είστε ούτε το ένα ούτε το άλλο, γι’ αυτό να προστατέψτε τον εαυτό σας.

Μη σας φαίνεται υπερβολική η λέξη «προστατέψτε»: Δεν ξέρεις μέχρι πού μπορεί να φτάσει κάποιος που όχι μόνο σου αρνείται το δικαίωμα να έχεις δική σου γνώμη, αλλά απαιτεί και να υιοθετήσεις τη δική του· αν δεν “συμμορφωθείς προς τας υποδείξεις”, μπορεί και να πάθεις κακό. Εμένα αυτή η συμπεριφορά μού μυρίζει φασισμό, ολοκληρωτισμό, αυταρχισμό, απολυταρχισμό και τα συναφή, και μακάρι να κάνω λάθος αλλά δε νομίζω.

Τον θυμάστε το Μικρό Πρίγκιπα (του Σαιντ Εξυπερύ), που ποτέ δεν παρατούσε μια ερώτηση αν δεν έπαιρνε μια ικανοποιητική απάντηση; Το ίδιο κάνει και ο άνθρωπος που ρωτά «και γιατί δεν». Μόνο που αυτός δεν ρωτά για να μάθει και να ανακαλύψει τη ζωή, αλλά για να κάνει κουμάντο στις επιλογές των άλλων – κι αυτό πάει (ή μπορεί να πάει) πολύ πιο πέρα από τον αυταρχισμό. Η μόνη τους ομοιότητα είναι πως είναι κι οι δυο παιδιά, με λίγες εμπειρίες ζωής, με λίγες γνώσεις. Ο Μικρός Πρίγκηπας την καταλαβαίνει αυτήν την έλλειψη, και όλο ρωτάει και όλο ψάχνει, κι όταν μαθαίνει κάτι καινούριο εκστασιάζεται, πλαταίνουν οι ορίζοντές του, και μαγεύεται από την καινούρια γνώση. Το εντελώς αντίθετο είναι ο «και γιατί δεν», κι ας μην είναι παιδί στα χρόνια: Όσα ξέρει  – συνήθως λίγα –  του φτάνουν και του περισσεύουν, και μπορεί μια χαρά να κάνει το δάσκαλο στους άλλους. Και μάλιστα τον αυστηρό δάσκαλο του παλιού καιρού· λίγο να κάνει λάθος ο μαθητής, τον βάζει τιμωρία. Και μην τολμήσεις να του αντιμιλήσεις· κάηκες. Ούτε καν «να έρθεις αύριο με τον κηδεμόνα σου»· ο πέλεκυς μπορεί να πέσει επί τόπου. Αμέ!

Ακριβώς όπως έγινε στην περίπτωση του Παύλου Φύσσα. Το αμάρτημά του ήταν πως πήγε διακοπές στη Ζάκυνθο, ενώ “αυτοί που ξέρουν″ απαιτούσαν να έχει πάει στην Κέρκυρα. Και πλήρωσε όπως ξέρουμε ότι πλήρωσε το δικαίωμά του να επιλέγει εκείνος τι νόημα θα δώσει στη ζωή του.

Ξέρω πως φαίνεται μεγάλο (και όντως είναι μεγάλο) το άλμα από το «Και γιατί δεν πας στην Κέρκυρα;» μέχρι μια δολοφονία. Ξέρω, επίσης, ότι πολλοί/ές από σας που διαβάζετε αυτές τις γραμμές ενδέχεται να έχετε κάποτε ρωτήσει «και γιατί δεν». Το έχω κάνει κι εγώ. Αλλά το σταματήσαμε εκεί. Και το σταματήσαμε εκεί διότι είχαμε “εμβολιαστεί” εγκαίρως κατά του φασισμού και των συναφών, κυρίως από το παράδειγμα των γονιών μας. Ασφαλώς, θα βοήθησε και το ότι είχαμε την καλή τύχη να μην εκτεθούμε σε μεγάλο φορτίο παντός είδους αντιδημοκρατικών ιών. Άλλοι όμως…

Βγήκε χθες (Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2020) η τελική απόφαση για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα και για τη Χρυσή Αυγή. Από σαράντα κύματα πέρασε, αλλά βγήκε. Και υπάρχει ικανοποίηση σε πολίτες, κόμματα, κυβέρνηση. Παράλληλα, ακούμε δηλώσεις, υποσχέσεις και καλέσματα για το ξερίζωμα του κακού, ώστε να μη βρεθούμε πάλι σε λίγα χρόνια να θρηνούμε θύματα και να δικάζουμε θύτες.

Όταν ακούω «να ξεριζώσουμε τα ζιζάνια», ως αγροτόπαιδο που υπήρξα και ξέρω τι θα πει μάχη με τα ζιζάνια, σκέφτομαι πως ο καλύτερος τρόπος να γλιτώσεις από τα ζιζάνια είναι να μην τα αφήσεις καλά καλά να φυτρώσουν. Αυτό μπορείς να το πετύχεις δε δύο τρόπους. Ο ένας είναι με προφυτρωτικά ζιζανιοκτόνα. Όμως, αυτά δηλητηριάζουν το χωράφι για πολύν καιρό, κι ό,τι και να καλλιεργήσεις στη συνέχεια, τα δηλητήρια θα τα ξαναβρίσκεις στο πιάτο σου.

Υπάρχει καλύτερη μέθοδος:  η έγκαιρη και επιμελημένη καλλιέργεια του εδάφους. Βέβαια, δεν είναι το ίδιο γρήγορη ούτε το ίδιο αποτελεσματική με τα ζιζανιοκτόνα. Και πρέπει να την επαναλαμβάνεις κατά καιρούς. Είναι όμως καλύτερη, και για την υγεία του εδάφους και για την ποιότητα των καρπών.

Το ίδιο πρέπει να κάνουμε και με τη συμπεριφορά που μυρίζει φασισμό και τα συναφή. Δηλαδή, να μην την αφήσουμε να φυτρώσει. Πώς; Με την έγκαιρη και επιμελημένη καλλιέργεια της καρδιάς και του μυαλού των παιδιών. Να το πω πιο πρακτικά: με τη δημοκρατική διαπαιδαγώγηση. Κι αυτό είναι δουλειά κυρίως της οικογένειας και του σχολείου. Αν βοηθά και το θεσμικό πλαίσιο (που οφείλει να βοηθά), ακόμη καλύτερα.

Πρέπει λοιπόν από πολύ νωρίς να γίνει βίωμα του κάθε παιδιού ότι στα περισσότερα θέματα της ζωής υπάρχουν πολλές απαντήσεις σε μια ερώτηση, ότι ο καθένας δικαιούται να έχει τη δική του άποψη και να την υπερασπίζεται μέσω του δημοκρατικού διαλόγου, αλλά ότι κανένας δεν έχει το δικαίωμα να επιβάλει την άποψή του στον άλλον με το έτσι θέλω. Ιδίως όταν πρέπει να πάρουμε μια συλλογική απόφαση για ένα θέμα κοινού ενδιαφέροντος, τότε το συζητούμε το θέμα, ψηφίζουμε, και υιοθετούμε την άποψη της πλειοψηφίας. Και τη σεβόμαστε. Όλοι· ακόμη και όσοι είχαμε διαφορετική άποψη (βλ. σημείωση στο τέλος). Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

Αλλά για να φτάσουμε ως εκεί είναι μακρύς ο δρόμος. Η άσκηση του παιδιού στη διατύπωση προσωπικής γνώμης πρέπει να ξεκινήσει από το οικογενειακό περιβάλλον. Μέσα στην οικογένεια, λοιπόν, πρέπει να μην ακούσει ποτέ το παιδί «σώπαινε εσύ, δεν ξέρεις τι λες» ή οτιδήποτε άλλο θα σήμαινε κάτι παρόμοιο. Και μόνο αυτό να καταφέρουμε στο σπίτι, έχουμε στρώσει το δρόμο να συνεχιστεί η καλή δουλειά στο σχολείο. Παρένθεση: Αν κρίνουμε ότι ένα θέμα δεν αφορά τα παιδιά μας και δεν θέλουμε να ανακατευτούν, τότε αυτό το θέμα απλούστατα δεν το συζητούμε μπροστά τους. Κλείνει η παρένθεση, και πάμε να δούμε το ρόλο του σχολείου.

Το σχολείο έχει πολλά μέσα στη διάθεσή του. Ένα από αυτά είναι αυτό που λέμε «καλλιέργεια της αποκλίνουσας νόησης». Με απλά λόγια αυτό θα πει να μάθουμε στα παιδιά ότι εκτός από τις ερωτήσεις στις οποίες απαντούμε με ένα «ναι» ή ένα «όχι», υπάρχουν κι άλλες  που σηκώνουν πολλές απαντήσεις. Ένα απλό παράδειγμα: Δείχνουμε σε μικρά παιδιά μια λευκό χαρτί Α4 και τα ρωτούμε: «Τι μπορείς να κάνεις με αυτό;» Φυσικά θα μας πουν ότι μπορούν να ζωγραφίσουν, να γράψουν, να το κάνουν καραβάκι, να το κάνουν σαΐτα κλπ. κλπ. Εμείς τα παροτρύνουμε να βρουν κι άλλες ιδέες, κι ακόμη κι άλλες, και πιο ασυνήθιστες και πιο περίεργες… Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο μπορούν να μας εκπλήξουν τα παιδιά με την ευρηματικότητά τους. Όπως με εξέπληξε εμένα κάποτε ένα μαθητάκος, που είπε «θα το δώσω στην κατσίκα μας να το φάει· οι κατσίκες μπορούν και χωνεύουν το χαρτί» (αυτό το είχαμε δει την προηγούμενη βδομάδα).

Στον τίτλο αυτό του άρθρου μιλώ για έναν κόκκο. Ένας κόκκος μπορεί να είναι ένας κόκκος άμμου, που άμα σου μπει στο μάτι, σε τσούζει, σε κάνει να δακρύζεις και να μην μπορείς να δεις καθαρά. Μπορεί όμως να είναι και ένας μικροσκοπικός σπόρος,  που μακάρι να είναι «κόκκος σινάπεως»· θα φυτρώσει, θα μεγαλώσει και θα μας δώσει ένα χρήσιμο φυτό. Αν όμως είναι «κόκκος ζιζανίου», θα μεγαλώσει και θα δώσει κι άλλους σπόρους, κι άντε μετά να δούμε πώς καθαρίζουμε το χωράφι από τα ζιζάνια…

Οφείλουμε λοιπόν, να έχουμε το νου μας τι φυτρώνει στο χωράφι που το λέμε νεολαία, και πώς να το προστατέψουμε από τα ζιζάνια. Τώρα που η κοινωνία μας φαίνεται να ομονοεί όσον αφορά την ανάγκη να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τον φασισμό και τα συναφή, τώρα είναι ώρα να κάνει καθένας ό,τι του αναλογεί, είτε ως μέλος μιας συλλογικότητας είτε ως μεμονωμένος πολίτης, στη δημόσια και ιδιωτική ζωή του. Καλά χρυσά τα λόγια, αλλά να πιάσουμε δουλειά. Όλοι· ο καθένας όπως και όσο μπορεί.

Έχω να κάνω μια πρόταση: Να δημιουργηθεί κατά τόπους ένα ελεύθερο βήμα, από το οποίο θα μπορούν να ακουστούν συγκεκριμένες προτάσεις για την αντιφασιστική κλπ. θωράκιση των παιδιών μας. Ως παιδαγωγός, σκέφτομαι πρώτα πρώτα παιδαγωγικές δράσεις, αλλά θα υπάρχουν ασφαλώς και άλλες προτάσεις, για τις θεσμικές, πολιτικές και άλλες πλευρές του θέματος. Να ακουστούν λοιπόν προτάσεις, πολλές προτάσεις, πολλές και ποικίλες. Ώστε να μαζέψουμε το υλικό που απαιτείται για να καταρτίσουμε ένα μόνιμο και διαρκές πρόγραμμα καθολικού αντιφασιστικού κλπ. εμβολιασμού των παιδιών μας. Από κει και πέρα, ας αποφασίσει καθένας τι μέρος του προγράμματος θα υλοποιήσει, καθένας κατά το χρέος του και κατά τις δυνάμεις του. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι μετά δεν θα υπάρχουν ελαφρυντικά. Για κανέναν.

Αυτό το ελεύθερο βήμα, θα μπορούσε να είναι, για παράδειγμα, μια στήλη σε εφημερίδα ή ένα τμήμα τηλεοπτικού χρόνου, σε μέγεθος και συχνότητα που θα αποφασίσουν τα μέσα που θα ήθελαν να δώσουν φωνή σε όσους επιθυμούν να μιλήσουν. Στην περιοχή μας θα μπορούσαν να εξετάσουν αυτήν την πρόταση Η Νέα Κρήτη και το Κρήτη ΤV, όπως βεβαίως και τα άλλα τοπικά ΜΜΕ. Συμπληρώνω την πρότασή μου με μια παράκληση: Ας μην το καθυστερήσουμε.

Σημείωση: «Κι αν η πλειοψηφία αποφασίσει με δημοκρατικούς τρόπους της κατάργηση της δημοκρατίας; Τη σεβόμαστε αυτήν την πλειοψηφία;» Το ακούμε αυτό το επιχείρημα σε σχετικές συζητήσεις. Η δική μου απάντηση είναι: Στο χέρι μας είναι να διαπαιδαγωγούμε τη νέα γενιά έτσι ώστε αυτοί που ενδέχεται κάποτε να ψηφίσουν με δημοκρατικούς τρόπους την κατάργηση της δημοκρατίας να είναι τόσο λίγοι, που να μην αποκτήσουν ποτέ δύναμη πλειοψηφίας. Αλλά θέλει δουλειά,  πολλή δουλειά· διότι, ως γνωστόν, ο πελαργός δεν φέρνει πολιτικοποιημένα μωράκια.

Λίγα λόγια για τον Βασίλη Ορφανό 

 

Ο Βασίλης Ορφανός είναι εκπαιδευτικός – ψυχολόγος. Με σπουδές στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ηρακλείου, στο Πανεπιστήμιο Paris V- Rene Descartes (maitrise και D.E.A. Ψυχολογίας) και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (πτυχίο Βυζαντινού και Νεοελληνικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής). Υπηρέτησε στην εκπαίδευση ως δάσκαλος Δημοτικού, ως καθηγητής γαλλικής και ως καθηγητής ψυχολογικών και παιδαγωγικών μαθημάτων σε σχολές επιμόρφωσης δασκάλων και νηπιαγωγών.

Έχουν δημοσιευθεί άρθρα του για παιδαγωγικά, ψυχολογικά και φιλολογικά θέματα. Έχει ασχοληθεί συστηματικά με την Ψυχανάλυση λακανικής κατεύθυνσης.

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια