Απόψεις

Όχι μπροστά στα παιδιά!

Η ξεχωριστή σημασία της αγωγής των παιδιών

Είχα μια μακρινή θεία εξ αγχιστείας, Πέρλα με το όνομα. Η θεία Πέρλα ήταν αυτό που λέγανε παλιά «κόρη καλής οικογενείας». Στην οποία καλή οικογένεια συμβάδιζαν η οικονομική άνεση και το μορφωτικό επίπεδο, εκεί όλα είχαν την τάξη και τη σειρά τους, για το καθετί υπήρχε άποψη και έλεγχος.

*Γράφει ο Βασίλης Ορφανός

Ξεχωριστή σημασία έδιναν στην αγωγή των παιδιών. Μας είπε κάποτε η θεία το εξής χαρακτηριστικό: Όταν ήταν μικρό παιδί, έτυχε πολλές φορές, αν έμπαινε στο χώρο που ήταν οι γονείς της και συζητούσαν, να λέει η μαμά της στον μπαμπά της «Πά ντεβάν λεζανφάν!», οπότε έκοβαν τα ελληνικά και συνέχιζαν τη συζήτηση στα γαλλικά.

Όταν αργότερα η ίδια άρχισε να μαθαίνει γαλλικά, μόλις μπορούσε πια να χρησιμοποιήσει λεξικό, το πρώτο πράγμα που έψαξε να βρει τι σημαίνει ήταν η φράση Pas devant les enfants! Αυτό, λοιπόν, στα ελληνικά θα πει: Όχι μπροστά στα παιδιά!

Τη θυμήθηκα πολλές φορές τη μαμά της θείας Πέρλας όταν απόκτησα παιδιά. Αλλά έλα που εγώ τότε ήξερα μόνο γαλλικά και η γυναίκα μου μόνο αγγλικά, τι να έκανα, μια φορά που χρειάστηκε να κόψω τη συζήτηση γιατί μπήκε ξαφνικά η τρίχρονη κόρη μας, επιστράτευσα τα λιγοστά λατινικά που ήξερα και είπα στη λατινομαθή γυναίκα μου: «Filia nostra! Silentio!», δηλαδή η «H κόρη μας! Σιωπή!» Το filia nostra το ήξερα από το σχολείο, το silentio το σκέφτηκα γιατί θυμήθηκα ότι στο στρατό λέγαμε σιλέντσιο το σιωπητήριο. Σωστά ή λάθος τα λατινικά μου πιάσανε τόπο, έπιασε και η γυναίκα μου το μήνυμα και γυρίσαμε αλλού την κουβέντα.

Μας άρεσε αυτό το συνθηματικό, το κάναμε σκέτο «Silentio!» για συντομία, και το είχαμε σε καθημερινή χρήση. Αλλά στο τέλος τα βαρεθήκαμε τα λατινικά σιωπητήρια και τα αντικαταστήσαμε με μια κοφτερή ματιά σιωπηρής συνεννόησης – αυτό που λέμε στην Κρήτη μονολεκτικά «γρυλιά». Αργότερα καταργήσαμε και τη γρυλιά, γιατί εντωμεταξύ είχαμε εξασκηθεί (αλλά αυτό δε σημαίνει ότι το καταφέρναμε πάντοτε) αυτά που κρίναμε ότι δεν ήταν για παιδικά αυτιά να τα συζητούμε όταν τα παιδιά δεν ήταν κάπου εκεί κοντά.

Φτάνουμε έτσι στο παιδαγωγικό ερώτημα: Τι δεν είναι για τα αυτιά ενός παιδιού; Η απάντηση είναι απλή: Όλα όσα θα του προκαλέσουν πνευματική ή συναισθηματική δυσπεψία. Να το πω πιο τρυφερά: Καθετί που θα μπέρδευε το μυαλουδάκι του ή θα τάραζε την καρδούλα του.

Νομίζω ότι το κλειδί βρίσκεται στις λέξεις «μυαλουδάκι» και «καρδούλα»: αυτά τα υποκοριστικά μάς θυμίζουν ότι ένα παιδί έχει πολύ δρόμο μπροστά του μέχρι να γίνει ενήλικας. Φαίνεται όμως πως αυτό το ξεχνούν συχνά κάποιοι γονείς, και όχι μόνο δεν προσέχουν τι θα συζητήσουν μπροστά στο παιδί τους, αλλά κάθονται και, σαν να ήταν το παιδί συνομήλικό τους, του εξηγούν με το νι και με το σίγμα πράγματα που ούτε να τα κατανοήσει μπορεί ούτε να τα αντέξει, και που στο κάτω-κάτω δεν το αφορούν. Κι ακόμη χειρότερα, το βάζουν στη συζήτηση και ζητούν τη γνώμη του για τέτοια θέματα.

Ας δούμε έναν παραλληλισμό, που θα μας διδάξει (για το θέμα που μας απασχολεί) όσα και ένα εγχειρίδιο παιδαγωγικής ψυχολογίας: Ας πούμε ότι κάποιος επισκέπτεται πρώτη φορά το Ηράκλειο, και μπαίνει στην πόλη από τη Χανιώπορτα. Αν ζητήσουμε κατόπιν από αυτόν τον άνθρωπο και από έναν γέννημα-θρέμμα Ηρακλειώτη να μας περιγράψουν τη Χανιώπορτα, ο επισκέπτης θα μας δώσει πολύ περισσότερες λεπτομέρειες απ’ ό,τι ο ντόπιος. Αν όμως τους ζητήσουμε να μας εξηγήσουν γιατί αυτή η πύλη δεν έχει θυρόφυλλα, ο επισκέπτης δεν θα ξέρει τι να πει ή θα καταφύγει σε λάθος υποθέσεις, ενώ ο ντόπιος θα μας πληροφορήσει πως δεν υπήρχαν ποτέ θυρόφυλλα, διότι απλούστατα αυτή η πόρτα δεν είναι από την εποχή των Ενετών, δεν ήταν ποτέ οχυρωματική, αλλά ανοίχτηκε περίπου πριν εκατό χρόνια, για να περνούν τα αυτοκίνητα, που είχαν ήδη αρχίσει να πληθαίνουν. Οι πιο ενημερωμένοι θα μας πουν πως η ενετική Χανιώπορτα (Πύλη του Παντοκράτορα) είναι παραδίπλα, με τα θυρόφυλλά στη θέση τους, αποκαταστημένα σχετικά πρόσφατα από την αρχαιολογική υπηρεσία.

Σαν τον παραπάνω επισκέπτη είναι και τα παιδιά. Θα σας το πω με μια επιγραμματική διατύπωση, που τη δανείζομαι από έναν γνωστό μου: «Τα παιδιά είναι άριστοι παρατηρητές αλλά χείριστοι ερμηνευτές».

Είναι άριστοι παρατηρητές τα παιδιά, και καταγράφουν λεπτομέρειες που εμείς δεν τους δίνουμε καν σημασία. Και, καθώς έχουν πολύ ελεύθερο χώρο στο σκληρό δίσκο του μυαλού τους, κάθε τι νέο το αναρτούν σε περίοπτη θέση, κι ας μην ξέρουν τι είναι, τι σημαίνει, σε τι χρησιμεύει. Αυτά τα αποφασίζουν κατόπιν, εκ των υστέρων. Με βάση την ως τότε εμπειρία τους. Η οποία όμως είναι περιορισμένη. Ως εκ τούτου, πολλές φορές η ερμηνεία που δίνουν τα παιδιά στα στοιχεία που καταγράφουν απέχει από την πραγματικότητα. Και θα χρειαστεί να επαναληφθεί το βίωμα αρκετές φορές, ώστε, μέσα από διαδοχικές αναδιατυπώσεις της ερμηνείας του, να πάρει το σωστό, το πραγματικό του νόημα.

Αλλά κι αυτό δε συμβαίνει πάντοτε. Παράδειγμα: Όσες φορές κι αν δει το παιδί διάφορα αντικείμενα να πέφτουν, πάντοτε θα νομίζει ότι τα βαριά πέφτουν με μεγαλύτερη ταχύτητα από τα ελαφριά. Και θα καταλάβει την πλάνη του μόνο αν του δείξουμε δύο κόλλες Α4, μετά πάρουμε τη μία και την κάνουμε μπαλίτσα, και αφήσουμε κατόπιν την κόλλα και την μπαλίτσα να πέσουν ταυτόχρονα από το ίδιο ύψος. Μόνο τότε (και ίσως χρειαστεί να κάνουμε το πείραμα δυο και τρεις φορές), μόνο τότε θα καταλάβει ότι υπάρχουν ίσως άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την ταχύτητα πτώσης ενός αντικειμένου, πάντως όχι το βάρος του.

Τα παιδιά φτιάχνουν από μόνα τους διάφορες θεωρίες για να δώσουν απαντήσεις σε ερωτήματα που τους δημιουργούν όσα καταγράφουν με τις αισθήσεις τους. Οι θεωρίες αυτές είναι σαν τους μύθους που έφτιαχναν οι άνθρωποι στην αρχή του πολιτισμού για να ερμηνεύσουν διάφορα φαινόμενα, από τη βροντή και τον κεραυνό μέχρι τον έρωτα και το θάνατο. Κι έχουν επιπλέον ένα κοινό σημείο με τους μύθους: Δεν λένε να φύγουν από το μυαλό, ακόμη και όταν η λογική αποδεικνύει τεκμηριωμένα ότι είναι θεωρίες που δεν στέκουν. Από αυτές τις παιδικές θεωρίες πηγάζουν κατά κύριο λόγο τα διάφορα «κολλήματα» που έχουμε ως ενήλικες.

Αφού λοιπόν τα παιδιά έχουν από δικού τους την τάση να φτιάχνουν «μυθικές» θεωρίες για να εξηγήσουν όσα δεν καταλαβαίνουν (θεωρίες που πιθανότατα θα δεσμεύουν το μυαλό τους για όλη τους τη ζωή ως «προϋπάρχουσες αντιλήψεις») κι αφού η πραγματικότητα ούτως ή άλλως τους δίνει υλικό για τέτοιες θεωρίες, ας μην τα φορτώνουμε κι εμείς με απορίες, βάζοντάς τα ως ομότιμους συνομιλητές στις μεγαλίστικες κουβέντες μας. Ας έχουμε το νου μας τι κουβεντιάζουμε μπροστά στα παιδιά. Κι ας λέμε κι εμείς σαν τη μαμά της θείας Πέρλας: Pas devant les enfants!

Λίγα λόγια για τον Βασίλη Ορφανό:

Ο Βασίλης Ορφανός είναι εκπαιδευτικός – ψυχολόγος.

Με σπουδές στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ηρακλείου, στο Πανεπιστήμιο Paris V- Rene Descartes (maitrise και D.E.A. Ψυχολογίας) και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (πτυχίο Βυζαντινού και Νεοελληνικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής). Υπηρέτησε στην εκπαίδευση ως δάσκαλος Δημοτικού, ως καθηγητής γαλλικής και ως καθηγητής ψυχολογικών και παιδαγωγικών μαθημάτων σε σχολές επιμόρφωσης δασκάλων και νηπιαγωγών. Έχουν δημοσιευθεί άρθρα του για παιδαγωγικά, ψυχολογικά και φιλολογικά θέματα.

Έχει ασχοληθεί συστηματικά με την Ψυχανάλυση λακανικής κατεύθυνσης. Το 2014 εκδόθηκε από τη Βικελαία Βιβλιοθήκη το βιβλίο του"Λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό ιδίωμα".

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια