Απόψεις

Εις μνήμην Παναγιώτη Κονιδάκη

*Γράφει ο Αριστείδης Τσατσάκης

«Παναγιώτη, καλημέρα»...

Με αυτή την “καλημέρα” θα ξεκινούσα και σήμερα τη μέρα μου, με σένα στη μια άκρη της τηλεφωνικής γραμμής κι εμένα στην άλλη, στο ΠΑΓΝΗ, αν δε μας άφηνες αναπάντεχα το πρωινό του Σαββάτου.

Είμαι σίγουρος ότι στον παράδεισό σου βρήκες ήδη τον Ψηλορείτη σου και τα Λασιθιώτικα όρη, για το κυνήγι σου, που κάθε Κυριακή έπρεπε να σηκωθείς ξημερώματα, για να σε βρει η αυγή στις αγαπημένες σου βουνοκορφές και στα κατατόπια σου.

Είμαι σίγουρος ότι στον παράδεισό σου βρήκες την αγαπημένη σου κρητική γη με τις ελιές, τις χαρουπιές και κάθε λογής δέντρο, που τα λάτρευες, τα κανάκευες, τα καμάρωνες.

Είμαι σίγουρος ότι το βραδάκι στην επιστροφή σου θα προσπαθείς να εμφυσήσεις στους αγαπημένους σου, στη Ρένα, στον Αντώνη, στην Κατερίνα, την αγάπη για την κρητική γη, για τα αγαπημένα σου βότανα, τα χόρτα, τα πουλιά, τα δέντρα, τον αέρα, τη θάλασσα, τους ανθρώπους, την κουλτούρα της.

Γιατί ήσουνα σπόρος της, που φύτρωσε στα Μουρτζανά του Μυλοποτάμου πριν 62 χρόνια και μαζί με άλλα 6 αδέλφια μεγάλωσες με φτώχια, με πολλή δουλειά στα χωράφια, αλλά με πολλή αγάπη από την οικογένειά σου και με πολλή αποφασιστικότητα για να προκόψεις, να σπουδάσεις, να ξεφύγεις από τα καμίνια του κάρβουνου και από την κάθε δουλειά που έκανες στην εφηβεία σου για να συμβάλεις στις βιοποριστικές ανάγκες της οικογένειάς σου.

Γι’ αυτό διάβαζες σκληρά, χωρίς φροντιστήρια και ανέσεις, και μπήκες στο Πανεπιστήμιο στην Αθήνα.

Και εκεί αγώνας, να αλλάζεις δουλειές του ποδαριού για να καλύψεις τα έξοδά σου, να συνεισφέρεις στα αδέλφια σου, που και αυτοί σπούδαζαν ή άλλοι δούλευαν, αφού είχαν ουσιαστικά από πολύ μικροί αναγκαστεί να γίνουν οικονομικοί μετανάστες.

«Ήμουν το νούμερο 8», μας έλεγες, για να ακούνε τα παιδιά μας για τη δουλειά που έκανες στο εργοστάσιο τυποποίησης με κεράσια.

Διάβαζες, σπούδαζες και δούλευες.

Μαζί με τον Μιχάλη τον αδελφό σου, την Άννα την αγαπημένη σου νύφη, που είχε προστεθεί στην οικογένειά σας και την είχες σαν αδελφή σου, και τα άλλα αδέλφια σου ανοίξατε εστιατόριo και έτσι πήρατε μια ανάσα.

Πήρες μια ανάσα για να ξεκινήσεις το μονοπάτι της ζωής, που εκεί σε συνάντησα το 1986, στο Απολλώνιο Νοσοκομείο, στα γραφεία του ΕΚΑΒ, απ’ όπου, εκτιμώντας τις δυνατότητές σου, γρήγορα σε μετακίνησαν στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο και εκεί ήμασταν μέχρι το 1988.

Επιλέγεσαι από τον Μανόλη Χελιδώνη, μαζί με μια μικρή ομάδα συναδέλφων, για να παραλάβουμε, να ανοίξουμε και να λειτουργήσουμε το ΠΑΓΝΗ.

Τι να πρωτοθυμηθώ, τα θυμάμαι όλα, θα τα κρατώ μέσα μου για όλη μου τη ζωή μέχρι το τέλος, μέχρι που θα σμίξουμε να τα κουβεντιάσουμε πάλι, όπως το κάναμε κάθε μέρα, κάθε πρωί και κάθε βράδυ, χρόνια τώρα.

Η εξιστόρηση του αγώνα σου, της δουλειάς σου, των καλών και των κακών στιγμών είναι το μοιρολόι μου.

Οι θύμισες για το τι αντιμετώπιζες, πώς λειτουργούσες και έλυνες κάθε πρόβλημα είναι το μοιρολόι μου.

Δεν τα βίωσα μόνο εγώ, τα βίωσαν όλοι οι εργαζόμενοι του ΠΑΓΝΗ, όλα τα στελέχη της Διοικητικής, Τεχνικής, Νοσηλευτικής, Ιατρικής Υπηρεσίας.

Γι’ αυτό σ’ αγαπήσαμε και σ’ αγαπάμε, γιατί ήσουνα ο μαχητής, ο ακούραστος, ο ανιδιοτελής, ο δίκαιος, ο έντιμος.

Γι’ αυτό ήσουνα το παράδειγμα.

Γι’ αυτό ήσουνα ο άνθρωπος που συσπειρώθηκαν όλοι γύρω του και έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό.

Η Μαρία, ο Νίκος, η Βιβή, ο Μιχάλης, ο Στέλιος και όλοι, μα όλοι σε εσένα είχαμε τα θάρρη μας.

Ό,τι και να συνέβαινε στο Νοσοκομείο τρέχαμε στον Παναγιώτη, ΕΣΥ εκεί με ένα χαμόγελο πάντοτε, με χαμόγελο ακόμα και όταν γνώριζα ότι ήσουνα στεναχωρημένος.

Αυτόν τον Παναγιώτη γνώριζαν και όλοι όσοι άσκησαν διοίκηση.

Όλοι οι διοικητές σε αγάπησαν και όλοι σε εμπιστεύτηκαν και όλοι εναπόθεταν σε εσένα τις ελπίδες τους, ότι θα φέρνατε σε πέρας όλα τα σχέδια και οράματα και στόχους που ετίθεντο, και τα κατάφερνες και σε καμάρωναν, και αυτή η εκτίμηση, η εμπιστοσύνη, η αγάπη μεγάλωνε κάθε μέρα, κάθε μήνα, κάθε χρόνο...

Γι’ αυτό όλοι έχουμε μείνει άφωνοι, αποσβολωμένοι, δυστυχισμένοι.

Ταυτόχρονα όμως είμαστε ΟΛΟΙ περήφανοι για σένα και αποφασισμένοι να συνεχίσουμε το έργο σου.

Να μη γονατίσουμε, να μη λυγίσουμε από τον πόνο.

Μείνε ήσυχος, όλα θα πάνε καλά, σου υποσχόμαστε ότι το αγαπημένο σου Νοσοκομείο θα συνεχίσει τον δρόμο του στους άξονες, στους κανόνες και στις αξίες που πιστεύεις.

Στην αποτελεσματικότητα, στην παραγωγικότητα, στη διαφάνεια, στη δικαιοσύνη, στην αλληλεγγύη.

Και όλα αυτά για την κοινωνία, για τους φτωχούς ανθρώπους που τόσο νοιαζόσουνα και που γι’ αυτούς αφιέρωσες μέρος της ζωής σου σε συνδικαλιστικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς αγώνες.

Αδελφέ μου, εμένα μη σκέφτεσαι τι θα απογίνω, γιατί θα είσαι δίπλα μου πάντα, όπως όλες αυτές τις δεκαετίες που είμαστε μαζί.

Είμαι περήφανος για σένα, όπως και όλη η οικογένειά σου.

* Ο κ. Αριστείδης Τσατσάκης είναι προϊστάμενος τεχνικών υπηρεσιών ΠΑΓΝΗ.

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια