Απόψεις

Νομική αντιμετώπιση ενδοοικογενειακής βίας και αύξηση των διαζυγίων

Το φαινόμενο υπερβαίνει οικονομικές, κοινωνικές και μορφωτικές διακρίσεις

Η ενδοοικογενειακή βία ως φαινόμενο υπερβαίνει οικονομικές, κοινωνικές και μορφωτικές διακρίσεις, είναι δε αταξικό, καθώς δεν διακρίνει τάξεις και κοινωνικά στρώματα. Οι ρίζες του ξεκινούν από το βαθύ παρελθόν και είναι αλληλένδετες με τη φυλετική ανισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, εκδηλώνεται δε συνήθως ως βία είτε προς τη γυναίκα, τη σύντροφο, είτε προς το ίδιο το παιδί.

*Γράφει ο Αθανάσιος Καρουζάκης

Καθώς η πανδημία του κορωνοϊού δημιούργησε την αδήριτη ανάγκη στα κράτη ανά την υφήλιο να λάβουν αυστηρά μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας των πολιτών, κατά κύριο λόγο με τον κατ’ οίκον περιορισμό, παρουσιάστηκε έξαρση των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας. Σημαντική αύξηση των κρουσμάτων ενδοοικογενειακής βίας καταγράφηκε και στη χώρα μας, καθώς τα θύματα αυτής υποχρεώθηκαν ξαφνικά να βρίσκονται στο σπίτι με τον θύτη τους, λόγω της καραντίνας, χωρίς να μπορούν να προστρέξουν σε βοήθεια.

Ενδεικτικά άλλωστε είναι τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα από την Γενική Γραμματεία Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων που διαχειρίζεται την τηλεφωνική γραμμή SOS 15900, η οποία κατέγραψε τον μήνα Απρίλιο 648 κλήσεις, ήτοι τετραπλάσιες από τον μήνα Μάρτιο όπου καταγράφηκαν 166 κλήσεις. Αντίστοιχα τα στοιχεία που δόθηκαν από την Ελληνική Αστυνομία, δείχνουν ότι το έτος 2011 καταγράφηκαν 1.303 καταγγελθέντα περιστατικά ενώ το έτος 2019 καταγράφηκαν 5.220 περιστατικά, σημειώνοντας πως ήδη τα νούμερα αυτά βαίνουν ανοδικά για το τρέχον έτος.

Την περίοδο αυτή φαίνεται ότι περιορίστηκε ουσιωδώς το στοιχείο του φόβου καταγγελίας από τα θύματα της ενδοοικογενειακής βίας. Εξέχοντα ρόλο σε αυτό, διαδραμάτισε το ενδιαφέρον που επέδειξε η Πολιτεία μας με την κινητοποίηση στην οποία προέβη μέσω καμπάνιας που παρουσιάζεται σε ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά μέσα. Σκοπός της καμπάνιας αυτής, είναι η ενημέρωση των πολιτών για τις δυνατότητες αντιμετώπισης τέτοιων περιστατικών, παρακινώντας τα θύματα να εκδηλώσουν τη βία που υπέστησαν από κάποιο μέλος της οικογένειάς τους. Κυρίως όμως, τα θύματα της ενδοοικογενειακής βίας νιώθοντας πως η Πολιτεία μπορεί και είναι σε θέση να τα βοηθήσει και να τα προστατέψει, βρήκαν το ψυχικό σθένος να καταγγείλουν τα περιστατικά αυτά.

Επομένως, από τα στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας, προκύπτει πως η αύξηση των κρουσμάτων ενδοοικογενειακής βίας οφείλεται στην καταγγελία των περιστατικών από τα θύματα και δευτερευόντως στον κατ’ οίκον περιορισμό. Παρατηρούμε λοιπόν πως το στοιχείο εκείνο το οποίο παρεμβαλλόταν μεταξύ των καταγεγραμμένων και των πραγματικών περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας, ήταν ο φόβος των θυμάτων να τα καταγγείλουν.

Άλλωστε, το ενυπάρχον πλέγμα συγγενικών σχέσεων σε αυτά τα περιστατικά, συχνά αναστέλλει το θύμα από το να καταγγείλει στις αρμόδιες αρχές ένα μέλος της οικογενείας του. Τις περισσότερες φορές το πρόσωπο που θεωρητικά έχει το ρόλο να προστατεύει ηθικά και νομικά τα υπόλοιπα μέλη της οικογενείας του, καταλήγει να στρέφεται εναντίον τους και να τα φοβίζει.

Ως λογικό επακόλουθο της αύξησης των καταγγελλόμενων περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας επήλθε και η αύξηση των υποθέσεων διαζυγίων κατά την περίοδο της καραντίνας, όπως αποτυπώνεται σε αρκετές χώρες του εξωτερικού, μεταξύ των οποίων η Κίνα και η Ιταλία. Το φαινόμενο αυτό λαμβάνει αυξητικές διαστάσεις και στη χώρα μας πλέον, καθώς οι νομικοί κύκλοι σημειώνουν μια αύξηση των κλήσεων προς τα δικηγορικά γραφεία από ζευγάρια που επιθυμούν τη διάσπαση του συζυγικού τους βίου αναμένοντας την λήξη της αναστολής των δικαστηρίων.

To αδίκημα της ενδοοικογενειακής βίας στην Ελληνική Νομοθεσία αντιμετωπίζεται με τη θέσπιση του Ν. 3500/2006, ο οποίος προβλέπει την ρητή απαγόρευση άσκησης κάθε μορφής βίας μεταξύ μελών της οικογένειας και περιλαμβάνει σειρά διατάξεων που σκοπό έχουν να περιφρουρήσουν τα εν δυνάμει θύματα ενδοοικογενειακής βίας. Επομένως ο νόμος αυτός δίνει στα θύματα τη δυνατότητα προστασίας μέσω διαφορετικών νομικών διαδικασιών.

Ειδικότερα, ιδιαιτέρως σημαντική είναι η υποβολή μηνύσεως κατά του δράστη προκειμένου να κινηθεί η ποινική διαδικασία εναντίον του. Τα σχετικά ποινικά αδικήματα διώκονται αυτεπαγγέλτως και εφαρμόζεται η αυτόφωρη διαδικασία. Το πλαίσιο των ποινών που ορίζεται μπορεί να κυμανθεί από ένα έτος φυλάκισης (για την απλή σωματική βλάβη) φτάνοντας έως και πέντε έτη για την πλημμεληματική μορφή του αδικήματος, ενώ η μέγιστη προβλεπόμενη ποινή είναι η κάθειρξη στην περίπτωση που ο δράστης επεδίωκε την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης ή με την πράξη επήλθε θανατηφόρα σωματική βλάβη (311 ΠΚ). Μάλιστα, οι πράξεις ενδοοικογενειακής βίας σε βάρος εγκύου συνιστούν επιβαρυντική περίσταση, ενώ οι σωματικές βλάβες ενώπιον ανηλίκου εξομοιώνονται με σωματική βλάβη εις βάρος του ανηλίκου.

Στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, ο Νόμος προβλέπει την δυνατότητα της ποινικής διαμεσολάβησης, η οποία αποτελεί ουσιαστικά μια διαδικασία συμφιλίωσης μεταξύ του δράστη και του θύματος. Η διαδικασία αυτή διενεργείται μόνο εφόσον συναινούν και τα δύο μέρη και στο πλαίσιο αυτής ο δράστης πρέπει να δηλώσει ανεπιφύλακτα ότι α) δεν θα τελέσει στο μέλλον οποιαδήποτε πράξη ενδοοικογενειακής βίας, β) αν συνοικεί με το θύμα δέχεται να μείνει εκτός της κοινής κατοικίας για εύλογο χρονικό διάστημα, αν το επιθυμεί το θύμα, γ) θα παρακολουθήσει ειδικό συμβουλευτικό – θεραπευτικό πρόγραμμα σε δημόσιο φορέα, δ) θα άρει ή θα αποκαταστήσει τις συνέπειες των πράξεών του και θα καταβάλλει χρηματική ικανοποίηση στο θύμα. Σε περίπτωση που συναινέσει και το θύμα, η συμφωνία επισφραγίζεται με διάταξη του Εισαγγελέα και η ποινική διαδικασία εκκινεί εκ νέου μόνο εφόσον ο δράστης δεν συμμορφωθεί προς το περιεχόμενο της συμφωνίας που επιτεύχθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας της ποινικής διαμεσολάβησης.

Ιδιαίτερα ουσιώδους σημασίας κρίνεται σε κάθε περίπτωση η επίσκεψη του θύματος σε νοσοκομείο, ώστε αυτό να προβεί στις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις προκειμένου να λάβει τις αναγκαίες ιατρικές γνωματεύσεις που θα πιστοποιούν την πρόκληση των σωματικών βλαβών. Περαιτέρω, ακόμα και αν το θύμα δεν επιθυμεί να καταθέσει μήνυση, σημαντικό είναι να καλέσει τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές προκειμένου αυτές να προβούν στην καταγραφή του περιστατικού ενδοοικογενειακής βίας.

Ωστόσο, επειδή η ποινική διαδικασία στην Ελλάδα ως γνωστόν παρουσιάζει σημαντικές καθυστερήσεις, το θύμα για την άμεση προσωρινή δικαστική του προστασία μπορεί να προσφύγει στη λύση των ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας την έκδοση δικαστικής απόφασης που θα διατάσσει την απομάκρυνση του δράστη από την οικογενειακή κατοικία, την μετοίκησή του, καθώς και την απαγόρευση να προσεγγίζει τους χώρους κατοικίας ή εργασίας του θύματος, τις κατοικίες στενών συγγενών, τα σχολεία των παιδιών (εάν υπάρχουν), τους ξενώνες φιλοξενίας κ.ο.κ. Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί μάλιστα να ζητηθεί και η χορήγηση προσωρινής διαταγής, που αποτελεί ουσιαστικά μία προσωρινή «δικαστική απόφαση» η οποία εκδίδεται εντός ολίγων ημερών από την κατάθεση της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων. Σε περίπτωση μάλιστα που ο δράστης παραβιάσει την διαταγή του Δικαστή, το θύμα μπορεί να καλέσει την αστυνομία για να συλλάβει το δράστη.

Στην περίπτωση κατά την οποία ο δράστης και το θύμα είναι σύζυγοι προβλέπεται ότι η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί τεκμήριο ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης και, επομένως, το θύμα μπορεί να ασκήσει αγωγή διαζυγίου. Τούτο σημαίνει ότι με την επίκλησή της ενδοοικογενειακής βίας και μόνον τεκμαίρεται ότι ο γάμος υπέστη ισχυρό κλονισμό και ως εκ τούτου πρέπει να λυθεί. Η απόδειξη των περιστατικών βίας γίνεται είτε με κατάθεση μαρτύρων, είτε βεβαιώνεται με ιατρικά έγγραφα ή καταγραφή στα Βιβλία Συμβάντων της Αστυνομίας.

Επίσης, σε περίπτωση άσκησης βίας του γονέα σε βάρος του τέκνου, υπάρχει δυνατότητα για τον άλλο γονέα να ζητήσει ακόμη και την παύση (αφαίρεση) της γονικής μέριμνας από τον πρώτο, εφόσον αυτός έχει καταδικαστεί τελεσίδικα σε ποινή τουλάχιστον ενός μήνα για αδίκημα σε βάρος του ανήλικου τέκνου. Κακή άσκηση ωστόσο γονικής μέριμνας δεν θεωρείται μόνο η άσκηση σωματικής βίας σε βάρος του ανηλίκου τέκνου, αλλά και η άσκηση σωματικής βίας ενώπιον ή εις επήκοον του ανηλίκου τέκνου.

Περαιτέρω, το θύμα μπορεί, επίσης, να ασκήσει κατά του δράστη αγωγή με αίτημα την καταβολή αποζημίωσης λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του. Στην περίπτωση αυτή μάλιστα ο Νόμος 3500/2006 ορίζει ότι η επιδικαζόμενη αποζημίωση δεν μπορεί να είναι κατώτερη των 1.000,00 ευρώ. Στην Ελληνική Νομολογία έχουν υπάρξει δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες επιδικάζουν αξιόλογα ποσά ως αποζημίωση σε περιπτώσεις προσβολής της προσωπικότητας λόγω ασκήσεως σωματικής βίας.

Συμπερασματικά, τα θύματα της ενδοοικογενειακής βίας θα νιώσουν ασφαλή και θα καταγγείλουν τα περιστατικά μόνον εάν καταλάβουν πως θα έχουν την συνδρομή, τη βοήθεια και την αλληλεγγύη τόσο της Πολιτείας όσο και των συνανθρώπων τους.

Οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν «τα εν οίκω μη εν δήμω», υποστηρίζοντας πως τα οικογενειακά θέματα δεν πρέπει να καθίστανται δημόσια. Όσον αφορά όμως την ενδοοικογενειακή βία, δεν χωρεί το ρητό αυτό, καθώς οποιαδήποτε μορφή κακοποίησης μέσα στην οικογένεια δεν θα πρέπει να φυλάσσεται ως μυστικό.

Επομένως, είναι ιδιαίτερα σημαντικό τα θύματα να εμπεδώσουν ότι υπάρχουν πλείστοι τρόποι να προστατευθούν και να ξεφύγουν από την κατάσταση που βιώνουν, αρκεί να συνειδητοποιήσουν ότι η αντιμετώπιση του ζητήματος της ενδοοικογενειακής βίας προϋποθέτει απαραιτήτως την δέουσα αποφασιστικότητα ώστε να καταγγελθεί η συμπεριφορά του δράστη. Τέλος, κρίσιμη κρίνεται σε κάθε περίπτωση και η συνδρομή των κατάλληλων ειδικών (ψυχολόγων, ιατρών, δικηγόρων κλπ), μέσω των οποίων το θύμα θα μπορέσει να προασπίσει αποτελεσματικά τα έννομα συμφέροντά του και να απαλλαγεί οριστικά από την οδυνηρή κατάσταση που αντιμετωπίζει.

* ο Αθανάσιος Καρουζάκης είναι δικηγόρος Αθηνών, εξειδικευμένος σε υποθέσεις ποινικού και αστικού-οικογενειακού δικαίου

Δείτε περισσότερα εδώ

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια