Απόψεις

Περίσσευμα καρδιάς: φτιάξ’ το μόνος σου…

Γράφει ο Βασίλης Ορφανός *

 «Εκ γαρ του περισσεύματος της καρδίας λαλεί το στόμα», διαβάζουμε στο Ευαγγέλιο. Εγώ δεν είμαι καλός στην ερμηνεία των Γραφών, αλλά με το κοντό μου το μυαλό αυτό το καταλαβαίνω ως εξής: αν η καρδιά ξεχειλίζει από αγάπη, θα έχεις τον καλό λόγο στην άκρη της γλώσσας. Και μάλλον αυτό πρέπει να είναι το νόημα της ευαγγελικής ρήσης.

Μου έχει τύχει όμως σε συζητήσεις να ακούσω να χρησιμοποιούν την έκφραση «περίσσευμα της καρδιάς» με ένα εντελώς διαφορετικό νόημα: ότι δηλαδή, για να δείξω έμπρακτα αγάπη στον άλλον, πρέπει πρώτα εγώ να μην αισθάνομαι έλλειψη, κάπως σαν την παροιμία «όταν διψά η αυλή σου, έξω νερό μη χύνεις». Ισχυρίζονται, λοιπόν, ότι πρέπει να δίνεις από το περίσσευμα και όχι από το υστέρημά σου, γιατί, λέει, αν στερηθείς για να δώσεις, θα ’ρθει μια μέρα που θα το θυμηθείς και θα ζητήσεις ανταπόδοση   ̶   όπως κάνουνε πολλές φορές κάποιοι γονείς, που όταν το παιδί τους δεν τους πάει ντρέτα, του θυμίζουνε τι θυσίες έχουνε κάνει γι’ αυτό. Οπότε, παίρνουν την απάντηση «Ας μην τις έκανες!» Και ακολουθούν βεβαίως ομηρικοί καυγάδες.

Κατά τη γνώμη μου, στην περίπτωση αυτή δίκιο έχουν τα παιδιά. Αλλά και σε κάθε περίπτωση που αποχτυπούμε σε κάποιον αυτό που κάναμε για κείνον, του δίνουμε το δικαίωμα να μας πει: «Ας μην το έκανες!» [Σημείωση: Δεν βγάζω προσωπικό γκάζι, γιατί ανήκω στους τυχερούς που η ζωή τούς έφερε δίπλα τους ανθρώπους που χαίρονται το πάρε-δώσε.]

Πρέπει να σημειώσουμε ότι οι ευεργετηθέντες συνήθως φέρνονται σκάρτα στους ευεργέτες τους, εξού και το αρχαιοπρεπές «Ουδείς αγνωμονέστερος του ευεργετηθέντος»   ̶   οπότε, την ώρα που πας να βάλεις το χέρι στην τσέπη της καρδιάς, το θυμάσαι το γνωμικό και λες «άσε καλύτερα».

Τα τελευταία χρόνια έχει προστεθεί και ένα άλλο εμπόδιο στην απλοχεριά των ανθρώπων. Πήρανε μερικοί την ευαγγελική οδηγία «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως εαυτόν» και την ερμηνεύουνε ως εξής: πρέπει πρώτα να αγαπάς τον εαυτό σου, για να μπορείς μετά να δώσεις αγάπη. Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα, γιατί πόσο να τον αγαπήσεις τον εαυτό σου, πόσο να τον φροντίσεις, ώστε κάποια στιγμή να μπορέσεις να πεις «δε διψά η αυλή μου» και ν’ αρχίσεις να νοιάζεσαι και για τους άλλους;

Μιλώ συχνά με νέους ανθρώπους. Έχω ακούσει από πολλούς να λένε ότι φοβούνται το γάμο, ότι φοβούνται να γίνουν γονείς, γιατί μετά δεν θα μπορούν να κάνουν για τον εαυτό τους αυτά που κάνουν τώρα, ας πούμε να γυμνάζονται, να κάνουν εκδρομές ή να πηγαίνουν στον κινηματογράφο όποτε θέλουν.

Νομίζω πως αυτή η στάση αντανακλά τα παιδαγωγικά ήθη που διαμορφώσαμε στις δεκαετίες του ’80 και του ’90, στα χρόνια της κάλπικης ευμάρειας, τότε που είδαμε πέντε δραχμές στην τσέπη μας και νομίσαμε πως είμαστε άρχοντες, άρα και τα παιδιά μας αρχοντόπουλα, και ως αρχοντόπουλα έπρεπε να τα μεγαλώσουμε: τίποτα να μην τους λείψει, σε τίποτα να μη ζοριστούν, μέχρι και την τσάντα τους τους κουβαλούσαμε (πολλοί από μας) όταν τα συνοδεύαμε στο σχολείο!

Αυτά τα παιδιά είναι σήμερα τριαντάρηδες και βάλε. Και διστάζουν να βγουν από το κουκούλι που τους φτιάξαμε. Σ’ αυτά τα παιδιά οφείλουμε πρώτα-πρώτα μια συγγνώμη (ως ελαφρυντικό μπορούμε να επικαλεστούμε τις καλές μας προθέσεις). Και μετά να συζητήσουμε μαζί τους, να προσπαθήσουμε κι εμείς κι εκείνα να αναρωτηθούμε τι κερδίζει κανείς δίνοντας (στο ταίρι του ή στο παιδί του).

Ας αρχίσουμε από την προσφορά μας στο ταίρι μας. Θα μιλήσω από την πλευρά του άνδρα, και οι γυναίκες που διαβάζουν αυτές τις γραμμές θα φέρουν τα λόγια μου στα μέτρα τους. Ας πούμε λοιπόν ότι είμαι νέος, ωραίος και υγιής και έχω όλες τις χάρες της νεότητας. Αλλά αυτά τα ωραία νιάτα μου δεν αποφασίζω να τα χαρίσω σε μια κοπέλα, να της τα κάνω “συζυγική παροχή”, κι όλο το αναβάλλω, και περνά ο καιρός, περνούνε τα χρόνια, κι έρχεται η στιγμή που την παθαίνω σαν τον Θαλή, τον σοφό της αρχαιότητας. Λέει λοιπόν η παράδοση ότι η μάνα του Θαλή τον έψελνε παντρέψου και παντρέψου (όπως κάνουν και σήμερα οι μανάδες στα παιδιά τους που έχουν προ πολλού φτάσει σε ηλικία γάμου). «Ουκέτι καιρός!» της απαντούσε ο Θαλής, δηλαδή δεν είναι ακόμη καιρός. Και έτσι περνούσαν τα χρόνια, μέχρι που κάποια μέρα της απάντησε: «Ούπω καιρός!», στα κρητικά θα το λέγαμε «Εδά μπλιο εμπίτησε!»

Και λέει ο λαϊκός στιχουργός: «ζωή που δε μοιράζεται είναι ζωή κλεμμένη». Ο Θαλής όμως καλά το έκανε και δεν παντρεύτηκε  −  και από κανέναν δεν έκλεψε· αντίθετα μάλιστα, χάρισε στην ανθρωπότητα σπουδαία θεμέλια της επιστήμης, ιδίως στα Μαθηματικά και τη Φυσική. Όμως, δεν είμαστε όλοι Θαλήδες, κι αν δεν μοιραστούμε τη ζωή μας, πώς θα της δώσουμε νόημα; Αλλά πώς να τη μοιραστείς, αν δεν αποφασίσεις να δώσεις και να δοθείς;

Μετά θα έρθει και ένα παιδί. Για το οποίο θα κάνουμε ένα σωρό πράγματα. Ασφαλώς όχι για να μας πει μια μέρα ευχαριστώ. Αλλά γιατί του τα οφείλουμε.

Όλα όσα κάνω για το παιδί μου είναι ήδη πληρωμένα, πάνω και ξαπάνω. Η πρώτη δόση καταβλήθηκε με μορφή οργασμού κατά τη σύλληψη (εντάξει, δεν θα πω λεπτομέρειες, αλλά ως ενήλικες καταλαβαινόμαστε…) Η δεύτερη δόση ήρθε με αυτό το μείγμα χαράς και γλυκιάς ανησυχίας, όταν το τεστ εγκυμοσύνης βγήκε θετικό. Η τρίτη, όταν χαϊδέψαμε το ποδαράκι του που κλωτσούσε μέσα στην κοιλιά της μάνας. Η τέταρτη (μεγάλη δόση αυτή), όταν γεννήθηκε. Κι αυτή η διαρκής καταβολή δόσεων συνεχίστηκε χωρίς σταματημό, τι όταν πρωτογέλασε, τι όταν γύρισε από μπρούμυτα ανάσκελα, όταν μπουσούλισε, όταν έκανε τα πρώτα του βηματάκια, όταν είπε την πρώτη λεξούλα, όταν…, όταν…, μια ατέλειωτη αλυσίδα από χαρές που πήραμε καθώς μεγάλωνε. Και στεναχώριες βέβαια, που κι αυτές όμως δίναμε τη θέση τους στη χαρά, μόλις έπεφτε ο πυρετάκος, όταν έσκαγε επιτέλους το δοντάκι που το ταλαιπωρούσε, όταν κατρακύλησε στη σκάλα και πήγε η ψυχή μας στην Κούλουρη, αλλά ευτυχώς δεν έπαθε τίποτα…

Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που για διάφορους λόγους δεν έγιναν γονείς, κι ας το ήθελαν πάρα πολύ. Για να μη μιλήσω για δυστυχισμένους γονείς άτυχων παιδιών. Αυτοί σίγουρα ξέρουν καλύτερα από τον καθένα τι θα έδιναν για να ήταν αλλιώς τα πράγματα.

Θα μου πείτε ότι επικαλούμαι δύσκολες καταστάσεις και σκληρά πράγματα για να ταρακουνήσω κάποιους. Όχι! Τη ζωή επικαλούμαι! Για τη ζωή του παιδιού μας κάνουμε ό,τι κάνουμε: για να ζήσει καλά και να μεγαλώσει καλά, για να χαίρεται τη ζωή του και να ακτινοβολεί γύρω του χαρά της ζωής. Αυτή η χαρά είναι η πληρωμή μας για ό,τι κάνουμε για το παιδί μας. Και ρέστα ποτέ να μην του ζητήσουμε. Άλλωστε, όπως είπαμε παραπάνω, εμείς του χρωστούμε, δεν μας χρωστά εκείνο.

Το ίδιο ισχύει, γενικότερα, κάθε φορά που δίνουμε κάτι. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, χρωστούμε σ’ αυτόν που του δίνουμε. Και του χρωστούμε επειδή δέχτηκε να πάρει αυτό που του δώσαμε. Γιατί, αν έχεις κάτι, και το δίνεις στον ένα και δεν το παίρνει, και το δίνεις στον άλλον και δεν το παίρνει, το ίδιο κι ο άλλος κι ο παράλλος, στο τέλος σού μένει αμανάτι, και το τρώει η μούχλα, η σκουριά, ο πληθωρισμός, ο θάνατος μ’ ένα λόγο. Οπότε; Οπότε καταλαβαίνεις πόσο τυχεροί ήταν αυτοί που βρήκαν αποδέκτη της προσφοράς τους.

Και εδώ ακριβώς είναι που ξαναπιάνουμε το θέμα με το «περίσσευμα καρδιάς». Πότε αποφασίζεις ότι καλά είναι ν’ αρχίσεις να δίνεις; Πότε κρίνεις ότι έχεις περίσσευμα; Η δική μου η απάντηση είναι: Όταν αποφασίσεις ότι είσαι πλούσιος. Αλλά όχι πλούσιος όπως το λέει ο τραπεζικός λογαριασμός μας, αλλά όπως το λέει η Λωξάντρα: «Και τις εστί πλούσιος; Ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος». Αναπαύεσαι λοιπόν στο «ολίγον», ίσως και στο «πολύ ολίγον», οπότε νά περίσσευμα όσο θέλεις, και πάρε κόσμε!... και καθώς δίνεις παίρνεις, κι όσο πιο πολύ δίνεις τόσο πιο πολλή χαρά παίρνεις. Τι νόημα έχουν μετά τα πλούτη στο θησαυροφυλάκιο; Η χαρά, ναι αυτή είναι ο αληθινός πλούτος· ο άυλος· που ούτε από κλέφτες κινδυνεύει ούτε από πληθωρισμό! Άσε που τον κουβαλάς πάντοτε μαζί σου!

Αν φαίνεται δύσκολος αυτός το τρόπος πλουτισμού, είναι γιατί από γύρω γύρω μάς καλούν οι σειρήνες του υλικού παραδείσου, και δεν μας αφήνουν να χαρούμε αυτό που έχουμε, αλλά να θέλουμε το καλύτερο και το ακόμη καλύτερο και πάει λέγοντας, και πού να βρεθεί μετά «περίσσευμα καρδιάς»; Ενώ, αν πεις «Καλά είμαι έτσι!», και να το λες όχι από παραίτηση και ηττοπάθεια αλλά γιατί το διάλεξες, μόλις το πεις, αρχίζεις να έχεις περίσσευμα: περίσσευμα στα αγαθά, περίσσευμα στον χρόνο, περίσσευμα στην αντοχή, παντού περίσσευμα. Τότε, πάντα είναι η πόρτα σου ανοιχτή κι η τάβλα σου στρωμένη. Αλλά μην το παρακάνεις· θ’ αρχίσουν να σε ζηλεύουν… οι πλούσιοι.

Τα παιδιά σου πάντως θα το χαρούν πολύ. Και οι φίλοι σου. Και οι γνωστοί σου. Όλοι όσοι ζουν γύρω σου. Γιατί θα νιώθουν πολύ καλά πώς ό,τι τους δίνεις δεν υπάρχει περίπτωση να τους το “αναγορέψεις” μια μέρα!

Υ.Γ. Με όλ’ αυτά που λέω παραπάνω για γονείς και παιδιά, δεν εννοώ να μη φροντίσουμε τους γονείς μας. Ασφαλώς και θα τους νοιαστούμε. Όχι όμως για να τους ξεπληρώσουμε όσα έκαναν για μας, αλλά γιατί είναι χαρά μας να τους φροντίζουμε, είναι χαρά που τους έχουμε ακόμη   ̶   ενώ ο γείτονας τούς έχασε κι ήταν ακόμη παιδί πράμα.

 

Ο Βασίλης Ορφανός είναι εκπαιδευτικός – ψυχολόγος.

Με σπουδές στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ηρακλείου, στο Πανεπιστήμιο Paris V- Rene Descartes (maitrise και D.E.A. Ψυχολογίας) και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (πτυχίο Βυζαντινού και Νεοελληνικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής). Υπηρέτησε στην εκπαίδευση ως δάσκαλος Δημοτικού, ως καθηγητής γαλλικής και ως καθηγητής ψυχολογικών και παιδαγωγικών μαθημάτων σε σχολές επιμόρφωσης δασκάλων και νηπιαγωγών. Έχουν δημοσιευθεί άρθρα του για παιδαγωγικά, ψυχολογικά και φιλολογικά θέματα.

Έχει ασχοληθεί συστηματικά με την Ψυχανάλυση λακανικής κατεύθυνσης.

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια