Απόψεις

Ταξίδια εν ριπή λέξεως

Γράφει ο Βασίλης Ορφανός * 

Μου αρέσει πολύ η σπιτική καθαριότητα, αλλά και καθαρομανή δε με λες· αν μείνει και κανένα φλιτζάνι στο νεροχύτη άπλυτο, ε δε χάλασε κι ο κόσμος. Όταν όμως έχουμε διακοπή νερού, τότε θυμούμαι όλες τις δουλειές καθαριότητας και μ’ ενοχλεί που δεν μπορώ να τις κάνω.

Το ίδιο παθαίνω και με τα ταξίδια. Τα απολαμβάνω όταν τύχει να ταξιδέψω, αλλά δεν πετώ τη σκούφια μου για ταξίδια.  Αυτά τον καλό καιρό. Τώρα όμως που ο κορονοϊός μάς «έκλεισε» στο σπίτι, όλο ταξίδια ονειρεύομαι. Και σίγουρα δεν είμαι ο μόνος. Αλλά πώς να ταξιδέψεις τώρα, που και για εφημερίδα να πας είναι δύσκολο. Εκτός και αν…

Εκτός και αν (την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενοι) κάνουμε ταξίδια με το νου. Χωρίς βαλίτσες, χωρίς διαβατήρια. Έτσι, όπως είμαστε, με τις παντούφλες.

Ταξίδια από τον καναπέ, λοιπόν. Για την ακρίβεια, το πρώτο θα είναι ένα «ταξίδι με τον καναπέ» (κυριολεκτικά). Το μόνο που μας χρειάζεται είναι ένας καναπές. Όμως όχι αυτός που έχουμε στο καθιστικό μας αλλά εκείνος που βρίσκεται στα λεξικά: η λέξη «καναπές». Μ’ αυτήν θα κάνουμε ένα ταξίδι, στον χώρο και τον χρόνο.

Ανοίγουμε λοιπόν το λεξικό στη λ. καναπές, και βλέπουμε ότι μας πηγαίνει στη Γαλλία (προσωπικά θα προτιμήσω το Παρίσι, να θυμηθώ τα φοιτητικά νιάτα μου), διότι λέει ο καναπές από κει μας ήρθε, μόνο που αυτοί τον λένε canapé. Κι από το Παρίσι πάμε τσίφ στη Ρώμη (την αρχαία), γιατί οι Γάλλοι τον canapé τους από εκεί τον πήρανε, από τους Λατίνους, που αυτοί τον λέγανε conopeum ή canopium.

Kı άμα σας πω αυτοί από πού το βρήκαν, θα νιώσετε εθνική υπερηφάνεια, και θα πείτε κι εσείς σαν την ώριμη κυρία της διαφήμισης: «Μα όλα ελληνικά πια!» Όλα δεν ξέρω, ο καναπές πάντως ξεκίνησε το ταξίδι του από την Ελλάδα, την αρχαία Ελλάδα. Που δεν είχε μόνο μεγαλεία· είχε και κουνούπια (τα άτιμα και τότε ήταν πολλά). Το φλιτ δεν το είχαν ακόμη σκεφτεί, τι να έκαναν λοιπόν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι για να μην τους τρώνε τα κουνούπια στη… βεράντα τους; Εφευρετικοί όπως ήταν, σκέφτηκαν την κουνουπιέρα. «Κωνωπείον» την είπαν (από τη λ. κώνωψ, γεν. κώνωπος  −  έτσι έλεγαν το κουνούπι). Κρεμούσαν λοιπόν ένα κωνωπείον γύρω από το ανάκλιντρό τους και κρατούσαν τα κουνούπια μακριά τους!.. Και με τον καιρό ένα «ανάκλιντρο με κουνουπιέρα» έφτασε να λέγεται κι αυτό κωνωπείον (συνεκδοχή νομίζω πως τη λένε αυτήν τη διαδικασία οι φιλόλογοι).

Τη συνέχεια τη φαντάζεστε: Όταν οι Ρωμαίοι κατάκτησαν την Ελλάδα, θαμπώθηκαν από τα μεγαλεία μας κι ό,τι τους άρεσε το έφεραν πίσω στο «αγροίκον Λάτιον», τι  αγάλματα, τι κολόνες, τι ναούς…  μέσα σ’ αυτά τα ωραία και τα κωνωπεία (δυστυχώς δεν υπήρχαν τότε άιζο και κοπιράιτ, και φράγκο δε βγάλαμε, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία). Πήραν μαζί και τις αντίστοιχες λέξεις. Conopeum το είπαν στην αρχή το κωνωπείον, αργότερα το πήρε η πλέμπα και το έκανε canopium, έτσι ο ένας έτσι ο άλλος, έφτασε στο τέλος να το πούνε οι Φράγκοι canapé, που όταν τον είδαν τον 18ο-19ο αιώνα οι Φραγκο-λιγούρηδες (!) της εποχής, τον μπεγεντίσανε, ξεσήκωσαν σαν το πατρόν (και τη λέξη) και τα φέρανε στην  Ελλάδα. Και με αυτό το αλερετούρ νά μας τώρα ξανά στο καθιστικό μας, στον ελληνικότατο καναπέ μας, άρτι αφιχθέντες από τα Παρίσια! Πώς σας φάνηκε αυτό το ταξίδι;

Θα σας προτείνω τώρα ένα άλλο. Πάλι στο χώρο και τον χρόνο. Αυτή τη φορά παίρνουμε μαζί μας τη λέξη «παραβολή»  (είπεν ο Κύριος την παραβολήν ταύτην). Θα την πάμε πρώτα στην αρχαία Ρώμη και εκεί οι Λατίνοι θα την κάνουν parabola. Πολύ του άρεσε του Πάπα και την έστειλε σε όλη την επικράτειά του. Την πήραν λοιπόν και οι Ισπανοί. Στην αρχή  έλεγαν parabola del Diο, δηλ. λόγος του Θεού, και σιγά σιγά το κάνανε πιο ισπανικό: palabra del Dio. Το λέγανε και το ξαναλέγανε και δοξάζανε τον Κύριο. Αλλά έλα που είχανε και τους Σεφαραδίτες  στις κοινότητές τους, οι οποίοι τους πήραν στο ψιλό, άντε μωρέ και σεις και η πίστη σας και οι παλάμπρες σας, δηλαδή οι σαχλαμάρες σας. Ως τον 13ο αιώνα. Τότε οι Ρέγιες Κατόλικος (Καθολικοί βασιλείς) τα πήραν στο κρανίο τάχα μου, τους διώξανε τους Σεφαραδίτες (υποθέτω ότι τις περιουσίες τους τις κρατήσανε), πήραν κι αυτοί των ομματιών τους και ένα μέρος τους κατέληξε στη Θεσσαλονίκη. Φέραν μαζί τους και τα ισπανοεβραϊκά τους. Μαζί και τη λ. palavra, που εμείς την είπαμε παλάβρα  −  πολύ της άρεσε ο τόπος μας και άφησε πλήθος απογόνους: παλαβός, παλαβώνω, παλαβομάρα κλπ.

Παρένθεση: Μη βιαστείτε να κατακρίνετε τη στάση των Ισπανοεβραίων απέναντι στην πίστη των Καθολικών. Έτσι γίνεται συνήθως με την πίστη του άλλου, και δη του εχθρού. Τη ξέρετε την κρητική λέξη «σαλαβαντίζω»; που σημαίνει ‘μουρμουρίζω ακαταλαβίστικα’ και που τη λέμε σε κάποιον για να τον αποπάρουμε (μα ίντα σαλαβαντίζεις μωρέ και δε σωπαίνεις!). Αυτήν λοιπόν τη φτιάξαμε από την αραβικής προέλευσης τουρκική λέξη salavat, πληθ. της λ. salat, που σημαίνει κάτι σαν ‘θεϊκή ευλογία’. Οι μουσουλμάνοι τη χρησιμοποιούν αμέσως μετά το όνομα κάποιου ιερού προσώπου, όπως εμείς λέμε μετά το όνομα ενός αγίου «μεγάλη η χάρη του». Άκουγαν οι Κρητικοί τους Τούρκους κατακτητές «σαλαβάτ» και «σαλαβάτ», δεν καταλαβαίνανε τι σήμαινε, ένα μουρμουρητό τους φαινόταν, βρε άει παράτα μας κι εσύ και τα σαλαβαντίσματά σου. Κλείνει η παρένθεση.

Αλλά μια που πιάσαμε κατά Ανατολή μεριά, λέω να πάμε λίγο παραμέσα, μέχρι την Περσία. Και αφού οι Τρεις Μάγοι ήρθαν από εκεί με δώρα, θα το ’χουν φαίνεται συνήθεια, ας πάρουμε κι εμείς κάτι μαζί μας, μη μας πουν και τσίφρηδες. Κάτι πολύτιμο ασφαλώς, μερικά μαργαριτάρια είναι μια καλή λύση. Το μαργαριτάρι στα παλιά ελληνικά το έλεγαν μαργαρίτη. Μαργαρίτη/-ες τα λέμε κι εμείς στο επίσημο, και τα προσφέρουμε στους οικοδεσπότες που μας φιλοξενούν. Προσπαθούν να το πουν και οι Πέρσες που δέχονται το δώρο μας, marwarīd λέει ο ένας, σαν murwarī το άκουσε ο άλλος. Ένας τρίτος παριστάμενος, που τυχαίνει να είναι Τούρκος διπλωμάτης, κοιτάζει μια τα μαργαριτάρια και μια κάτι λουλούδια σε ένα βάζο, mürver, mürver λέει στη γλώσσα του, και έχει δίκιο για τον παραλληλισμό. Δείτε και μόνοι σας τα λουλούδια:

 Αυτά είναι τα λουλούδια στο βάζο. Όντως, τα ανθάκια τους πριν ανοίξουν είναι σαν μικρά μαργαριτάρια!

Το έχουμε κι εμείς αυτό το φυτό. Κουφοξυλιά το λέγαμε παλιότερα, αλλά τώρα το λέμε πιο επίσημα: σαμπούκο ή ζαμπούκο, από το επιστημονικό του όνομα, που είναι Sambucus nigra. Στη βόρεια Ελλάδα είναι δασικό, στην Κρήτη το καλλιεργούμε ως καλλωπιστικό, και το λέμε μουρβέρι, από το τουρκικό mürver.

Δείτε το ανθισμένο (η φωτογραφία είναι πρόσφατη και είναι προσφορά του φίλου Γιώργου Παπαδόπουλου):

 

Το μουρβέρι μού θυμίζει Μεγαλοβδομάδα. Στο χωριό μου οι κοπέλες που στόλιζαν τον επιτάφιο το χρησιμοποιούσαν σαν λευκό φόντο πάνω στο οποίο στερέωναν χρωματιστά λουλούδια, κυρίως μωβ ζουμπούλια και ροζ τριαντάφυλλα. Κι από πάνω κολαΐνες με λεμονανθούς! Σαν εικόνα από διήγημα του Παπαδιαμάντη…

Θα μας λείψει φέτος η κατάνυξη της Μεγαλοβδομάδας. Αλλά αφού «ανάγκα και [κοτζάμ] θεοί πείθονται», θα κάτσουμε κι εμείς φρόνιμα φρόνιμα στα σπίτια μας και θα τον δούμε τον επιτάφιο στην τηλεόραση.

Την πασχαλινή καθαριότητα πάντως θα την κάνουμε. Αυτό δεν έχει εμπόδια. Λαμπίκο θα το κάνουμε το σπίτι. Και καθώς θα το κάνουμε λαμπίκο, θα κάνουμε ταυτόχρονα και ένα ταξίδι μέχρι την Αραβία. Γιατί από εκεί μας ήρθε η λ. «λαμπίκο», μέσω Ιταλίας. Η προγιαγιά της όμως είχε ξεκινήσει από την Ελλάδα. Ολόκληρη ιστορία.

Μας τη λέει πολύ ωραία ο Νίκος Σαραντάκος σε άρθρο του με τίτλο «Ελληνοαραβικά γλωσσικά ταξίδια»: «Ο κάδος του αποστακτηρίου λεγόταν άμβιξ και άμβυξ στα αρχαία ελληνικά και από εκεί τον δανείστηκαν οι Άραβες ως αλ-αμπίκ. Η λέξη πέρασε στα ισπανικά, alambique, στα γαλλικά ως alembic, και στα ιταλικά lambicco − και επέστρεψε στα ελληνικά ως λαμπίκος ο αποστακτήρας, κι επειδή οι ωραίοι παλιοί μπρούτζινοι αποστακτήρες και έλαμπαν αλλά και λαμπικάριζαν (διαύγαζαν) τα αποστάγματα, με παρετυμολογία από το λάμπω έχουμε και τις φράσεις "το έκανα λαμπίκο" των διαφημίσεων απορρυπαντικών, για κάτι που αστράφτει από καθαριότητα».

Εμείς διαφήμιση απορρυπαντικών δεν κάνουμε, το σπίτι πάντως θα το κάνουμε λαμπίκο. Και θα γιορτάσουμε το Πάσχα «καθαρᾷ τῇ οἰκίᾳ». Όσο για την «καρδίαν»…, τόσες ώρες κλεισμένοι στο σπίτι, σίγουρα θα βρούμε καιρό να την καθαρίσουμε κι αυτήν ενόψει  Αναστάσεως. Όσοι νιώσουν την ανάγκη…

Εύχομαι σε όλους και όλες Καλό Πάσχα!

Ο Βασίλης Ορφανός είναι εκπαιδευτικός – ψυχολόγος.

Με σπουδές στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ηρακλείου, στο Πανεπιστήμιο Paris V- Rene Descartes (maitrise και D.E.A. Ψυχολογίας) και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (πτυχίο Βυζαντινού και Νεοελληνικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής). Υπηρέτησε στην εκπαίδευση ως δάσκαλος Δημοτικού, ως καθηγητής γαλλικής και ως καθηγητής ψυχολογικών και παιδαγωγικών μαθημάτων σε σχολές επιμόρφωσης δασκάλων και νηπιαγωγών. Έχουν δημοσιευθεί άρθρα του για παιδαγωγικά, ψυχολογικά και φιλολογικά θέματα.

Έχει ασχοληθεί συστηματικά με την Ψυχανάλυση λακανικής κατεύθυνσης.

 

 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια