Απόψεις

Η σιγουριά που μας λείπει τώρα

Γράφει ο Βασίλης Ορφανός*

 Τι κάνει ένα παιδάκι όταν τρομάξει; Ή φωνάζει τον μπαμπά του να το σώσει ή τρέχει στην αγκαλιά της μαμάς του. Το ίδιο κάνουμε και οι μεγάλοι. Αλλά επειδή είμαστε μεγάλοι και ντρεπόμαστε να παραδεχτούμε ότι τρομάξαμε, δε φωνάζουμε τον μπαμπά, δεν τρέχουμε στη μαμά  −  άσε που μπορεί και να είναι ήδη γέροι ή να μη ζουν πια. Τίποτα όμως δεν μας εμποδίζει να τους επικαλεστούμε συμβολικά. Επικαλούμαστε λοιπόν ό,τι θα μπορούσε να είναι δυνατό σαν μπαμπάς ή τρυφερό σαν μαμά. Όχι μόνο εμείς οι απλοί και συνηθισμένοι άνθρωποι· και οι σπουδαίοι και οι επιφανείς έτσι κάνουν (οι περισσότεροι). Αν σας φαίνεται υπερβολικό αυτό που λέω, διαβάστε παρακάτω.

Μέσα στα μαύρα χρόνια της Κατοχής, με την πείνα, τις εκτελέσεις, τα καμένα χωριά, τότε που πάλι «όλα τά ’σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά», εκεί λοιπόν, το αβάσταχτο ’43, δυο μεγάλοι λογοτέχνες μας, ο Στράτης Μυριβήλης και ο Ηλίας Βενέζης, προστρέξανε συμβολικά στους γονείς τους, για να αντέξουν τη μαυρίλα των καιρών.

Ο Μυριβήλης φώναξε τον πατέρα του. Όχι τον ίδιο, αλλά την παλικαριά του  −  την παλικαριά τέλος πάντων που κάθε πατέρας έχει στα μάτια του παιδιού του. Και σαν μεγάλος τεχνίτης του λόγου που ήταν, δεν τον φώναξε με το όνομά του (γιατί τότε θα έμενε στα προσωπικά του, δεν θα έκανε λογοτεχνία), αλλά μέσα από την εικόνα ενός «τροπαιοφόρου ξανθού παλίκαρου». Ξαναδούλεψε ένα παλιότερο  διήγημά του, και έτσι μας έδωσε την υπέροχη νουβέλα «Ο Βασίλης ο Αρβανίτης».

Αυτό το βιβλίο η κριτική το χαρακτήρισε ως «ύμνο της φυσικής και πρωτόγονης δύναμης του λαϊκού ανθρώπου, αποθέωσης της ανυπότακτης παλικαριάς», «βιβλίο της απόλυτης λεβεντιάς».

Μια φορά το διάβασα, άλλα το θυμούμαι με λεπτομέρειες, και όποτε και να το πιάσω στα χέρια μου, και μόνο που βλέπω  το εξώφυλλο του, αντρειεύω. Φαντάζομαι πόσο θα βοήθησε όσους το διάβασαν μέσα στην Κατοχή.

Ο Βενέζης πάλι, αυτός έτρεξε στην αγκαλιά της μαμάς του: ξαναγύρισε στην «Αιολική γη» του. Με ένα «βιβλίο για τον χαμένο παράδεισο των παιδικών χρόνων στα παράλια της Μικράς Ασίας». Μαζί του κι εμείς. Κάναμε δικά μας τα Κιμιντένια, τη ηρεμία, τη γλύκα και τη σιγουριά τους. Μαζί και όλη την ευρύτερη οικογένεια, με τον γενάρχη παππού στην κεφαλή της.

Κι όταν μετά ακολουθούσαμε τον Βενέζη στην τραγωδία του ξεριζωμού, όταν όλα μαύριζαν γύρω μας, εμείς είχαμε τώρα πού να επιστρέψουμε, πού να παρηγορηθούμε: Η αγκαλιά της Αιολικής Γης ήταν πάντα εκεί, πάντα μας περίμενε να τρέξουμε να χωθούμε στην αγκαλιά της, να ακουμπήσουμε το κεφάλι μας στους μαστούς της σαν μικρό παιδάκι, κι εκεί να μας πάρει γλυκά ο ύπνος και να ξεχάσουμε έστω για λίγο τα ατέλειωτα βάσανα της προσφυγιάς.

 Τα θυμήθηκα αυτά τα βιβλία τούτες τις δύσκολες μέρες, που δεν ξέρουμε ούτε πόσο δύσκολες είναι ακριβώς ούτε πόσο θα κρατήσουν. Δεν θα σας κρύψω ότι φοβάμαι. Εντάξει, δεν το αφήνω να γίνει πανικός, αλλά με ζώνουνε ώρες ώρες τα φίδια. Όχι μόνο για μένα και τα αγαπημένα μου πρόσωπα. Αλλά και για την επόμενη μέρα όλων μας. Σωρός τα ερωτήματα γυρίζουν στο μυαλό μου, ανεμόμυλο το κάνουνε το κεφάλι μου. Έχω αποπάνω και τη ιατρολαγνεία μερικών καναλιών, και άντε τώρα εσύ κύριε Κίπλιγκ να σε δω «αν να κρατάς καλά μπορείς το λογικό σου, όταν τριγύρω σου όλοι τα ’χουν χαμένα».

 Εγώ πάντως δεν μπορώ. Μπορώ όμως να ακολουθήσω το δρόμο του Μυριβήλη και του Βενέζη. Βέβαια, δεν είμαι λογοτέχνης, αλλά αυτό δεν είναι εμπόδιο: αν δεν μπορώ να μπω στο ναό της Τέχνης ως δημιουργός, μπορώ όμως να μπω ως χρήστης, ως αποδέκτης. Λέω λοιπόν να κάνω ένα μικρό ταξίδι στη χώρα της ζωγραφικής. Και μάλιστα με συγκεκριμένο προορισμό. Αν θέλετε, μπορείτε να έρθετε μαζί μου. Με παρέα είναι καλύτερα. Φυσικά… σε απόσταση δύο μέτρων.

 

Θα πάμε να δούμε έναν πίνακα ζωγραφικής. Αυτόν εδώ:

 

Είναι ένα έργο που το υπέγραψε ο αξέχαστος φίλος Αριστείδης Βλάσσης τον Νοέμβριο του 1976. Ανήκει σε ιδιώτη (που δεν διεκδικεί κοπιράιτ για τη φωτογραφία). Έργο απλό και σαφές σαν απόδειξη θεωρήματος: Ένα ζευγάρι με τα παιδάκια τους, καθένα στη σωστή οιδιπόδεια θέση, με τη μαμά το αγοράκι, με τον μπαμπά το κοριτσάκι. Με όλα τα απαραίτητα πλούτη: «το ψωμί είναι στο τραπέζι, το νερό είναι στο σταμνί», ένα κουκλάκι, λίγα λουλούδια. Και πολύ φως. Μέσα και έξω από το δωμάτιο. Με έναν δικό τους ήλιο ή μήπως φεγγάρι; Τίποτα δεν περισσεύει, τίποτα δεν λείπει. Ούτε καν μας ενοχλεί που δεν έχουν όλοι τους παπούτσια. Αρκεί που έχει ο πατέρας, που πάει στο μεροκάματο.

Σας προτείνω να τραβήξετε μια γραμμή στα αριστερά του πίνακα που να αγγίζει το γόνατο και τον ώμο του πατέρα. Και μια άλλη στα δεξιά που να αγγίζει αντίστοιχα το γόνατο και τον ώμο της μητέρας. Ενώστε μετά αυτές τις γραμμές με μια τρίτη που να περνάει από τα πόδια του τραπεζιού στο κάτω μέρος τους. Κάπως έτσι:

Σχηματίζεται ένα τρίγωνο. Για την ακρίβεια το κάτω μέρος ενός ισοσκελούς τριγώνου, το οποίο ολοκληρώνεται έξω από τον πίνακα, αρκετά ψηλά στο πάνω μέρος. Αυτό το τρίγωνο είναι ένα κλειδί για τη διερεύνηση του πίνακα (παρακάτω θα δούμε άλλο ένα).

Όπως μας δίδαξε η Μορφολογική Ψυχολογία στις αρχές του 20ου αιώνα, το μάτι του ανθρώπου έχει την τάση αυτά που βλέπει να τα οργανώνει σε δομημένες μορφές. Επίσης, έχει την τάση να μην του αρέσουν οι μισές δουλειές. Γι’ αυτό ό,τι είναι ημιτελές, το μάτι μας το συμπληρώνει, το ολοκληρώνει. Αλλά απαιτείται πνευματικός κόπος γι’ αυτήν τη δουλειά, και το μυαλό μας έχει την τάση να συγκρατεί καλύτερα τις μορφές για τις οποίες κοπίασε, παρά εκείνες που ήταν εξαρχής ολοκληρωμένες.

Βγάλτε τώρα το τρίγωνο, και προσπαθήστε να φανταστείτε τον πίνακα χωρίς αυτό (γυρίστε στην πρώτη εικόνα). Το τρίγωνο θα σας ακολουθεί. Και μαζί του και ό,τι υποβάλλει στο μυαλό μας αυτό το γεωμετρικό σχήμα. Τι ακριβώς; Μα ό,τι υποβάλλει και μια αιγυπτιακή πυραμίδα: σταθερότητα.

Γι’ αυτό μου αρέσει αυτός ο πίνακας. Αυτό το τρίγωνο σαν να μού λέει: Κανείς δεν θα μας κουνήσει από εδώ! Τέτοιες μέρες, τέτοιες ώρες, αυτό νομίζω πως θα ήθελα να ακούσω. Εσείς;

Ελάτε τώρα να δοκιμάσουμε να ξεκλειδώσουμε τον πίνακα με ένα άλλο κλειδί; Αν σας ζητήσουν να διαλέξετε το πιο φωτεινό σημείο του, το πιθανότερο είναι να διαλέξετε τον ήλιο/φεγγάρι πίσω από τον άνδρα. Από εκεί αναγκαστικά το μάτι σας θα ακολουθήσει μια πορεία προς το κοντινότερο φωτεινό σημείο, δηλαδή τον ώμο του άνδρα, και μετά στον άλλον ώμο, θα κατέβει στο γόνατο, κι έπειτα στη φωτεινή λουρίδα κάτω από το πόδι του, θα βγει για λίγο έξω από τον πίνακα, θα ξαναμπεί από τη φωτεινή λουρίδα κάτω από το πόδι της γυναίκας, κι από φως σε φως, μέσα από μια κυκλική/σπειροειδή πορεία θα καταλήξει στο  κέντρο του πίνακα, δηλαδή στο ψωμί. Στο ψωμί, στην τροφή. Δηλαδή; Εγώ λέω, στη μάνα. Εσείς;

Μ’ αυτόν τον πίνακα νιώθω σιγουριά και θαλπωρή, προστασία και παροχή. Νιώθω τη δύναμη της οικογένειας. Τώρα που αναγκαστικά «μένουμε στο σπίτι» είναι ό,τι καλύτερο και ταιριαστό μπορώ να νιώσω.

Καλέ μου Αριστείδη, να ήξερες τι δώρο μου έκανες, τι δώρο μας έκανες! Κρίμα που δε ζεις για να σου το πω από κοντά…

Ο Βασίλης Ορφανός είναι εκπαιδευτικός – ψυχολόγος.

Με σπουδές στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ηρακλείου, στο Πανεπιστήμιο Paris V- Rene Descartes (maitrise και D.E.A. Ψυχολογίας) και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (πτυχίο Βυζαντινού και Νεοελληνικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής). Υπηρέτησε στην εκπαίδευση ως δάσκαλος Δημοτικού, ως καθηγητής γαλλικής και ως καθηγητής ψυχολογικών και παιδαγωγικών μαθημάτων σε σχολές επιμόρφωσης δασκάλων και νηπιαγωγών. Έχουν δημοσιευθεί άρθρα του για παιδαγωγικά, ψυχολογικά και φιλολογικά θέματα.

Έχει ασχοληθεί συστηματικά με την Ψυχανάλυση λακανικής κατεύθυνσης.

 

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια