Απόψεις

Ελληνική εξωτερική πολιτική

Η θεωρία της “γαλάζιας πατρίδας” και οι διαρκείς προκλήσεις της Τουρκίας

Η δεκαετής οικονομική κρίση κατέδειξε με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο την ανάγκη επαναπροσδιορισμού του παραγωγικού μοντέλου. Παράλληλα, ήταν η αιτία εμφάνισης χρόνιων παθογενειών, που ταλαιπώρησαν τη χώρα μας. Ζούσαμε σε μια ψεύτικη ευμάρεια, ενώ οι οικονομικές βάσεις της χώρας μας ήταν σαθρές.
Ίδια κατάσταση συμβαίνει και τώρα σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής. Η “θεωρία της γαλάζιας πατρίδας” και οι προσβολές από την πλευρά της Τουρκίας είναι ένα διαρκές φαινόμενο από τη δεκαετία του 1970. Ουσιαστική εξωτερική πολιτική δεν υπήρξε και καμία κυβέρνηση δεν προσπάθησε να πάρει αναγκαίες διπλωματικές πρωτοβουλίες, ώστε ο τουρκικός κίνδυνος να σιωπήσει. Με κάποιες λαμπρές εξαιρέσεις, όπως τον Μάιο του 1987.

*Γράφει ο Νίκος Κοσμαδάκης


Δικαιολογίες δεν υπάρχουν. Βέβαια, οι δεκαετίες του 1970 και του 1980 αποτέλεσαν “χρυσές” δεκαετίες εσωτερικής ανασυγκρότησης και δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα σε ζητήματα κοινωνικής δημοκρατίας, εργασιακής νομοθεσίας και κράτους πρόνοιας. Οι λόγοι είναι οφθαλμοφανείς. Μετά το τέλος του εμφύλιου πολέμου, η Δεξιά, ως κυρίαρχος ιδεολογικός και πολιτικός πυλώνας, φρόντισε να συντηρήσει διαχωρισμούς και να επιβάλλει την κυρίαρχη κουλτούρα της.
Οι πρώτες κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης προσπάθησαν να αναδημιουργήσουν το ελληνικό Κράτος, στρέφοντάς το στη Δύση και στον ευρωπαϊκό παράγοντα. Αυτό θα επιτυγχανόταν μέσα από μια διαδικασία δημοκρατικού εκσυγχρονισμού, διαμόρφωσης ενός νέου οικονομικού μοντέλου και θεμελίωσης μιας δημοκρατικής κουλτούρας που θα διαπερνά όλα τα κοινωνικά στρώματα. Η βαρύτητα δόθηκε στην ανάγκη δημιουργίας υποδομών, ώστε το ελληνικό Κράτος να προσαρμοστεί στα δεδομένα της πραγματικότητας. Προς αυτήν την κατεύθυνση, παραμελήθηκε η εξωτερική πολιτική ως ζήτημα υψηλής πολιτικής.


Από τη δεκαετία του 1990, η Ελλάδα αδιαφόρησε για την εξωτερική της πολιτική. Ήταν όμως και οι συνθήκες που το επέβαλλαν. Αρχές της δεκαετίας του 1990, μετά την πτώση του ανατολικού μπλοκ, οι ΗΠΑ επικράτησαν ως μια παγκόσμια υπερδύναμη που εγγυάται την ασφάλεια και την ευημερία σε διεθνές επίπεδο. Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναδείχτηκε ως μια συνεργασία κρατών που επιδιώκει τη βελτίωση του επιπέδου ζωής των πολιτών που διαμένουν εντός των ορίων των κρατών, ενώ εγγυάται την ειρήνη.
Αυτές ήταν και οι αιτίες που η Ελλάδα ανέπτυξε μια αναιμική εξωτερική πολιτική, η οποία στόχευε και συνεχίζει και κατατείνει προς τον στόχο της ανάδειξής της ως σταθερού πυλώνα της Ευρώπης. Η Ελλάδα δεν ανέπτυξε αποτελεσματικούς και επαρκείς αμυντικούς μηχανισμούς, απλά ένιωθε ασφάλεια αφού ήταν ένα κράτος-μέλος του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ) και της Ε.Ε. Γι’ αυτό, άλλωστε, η Ελλάδα θεωρήθηκε ως ένας δεδομένος και αξιόπιστος σύμμαχος στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια σκηνή, και οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες χειροκροτούσαν τις αποφάσεις και τις συζητήσεις που είχαν με ηγετικά κράτη-μέλη της Ε.Ε. αλλά και με τις ΗΠΑ.


Η Ελλάδα πήδηξε στο “δυτικό άρμα” και είχε την ψευδαίσθηση πως πνέει άνεμος σιγουριάς και ασφάλειας. Και δυστυχώς, η ψευδαίσθηση αυτή συνεχίζει μέχρι και σήμερα να υφίσταται. Βέβαια, οποιοσδήποτε μπορεί εύλογα να υποστηρίξει πως η οικονομική κρίση περιόρισε τους αμυντικούς εξοπλισμούς. Ωστόσο, ήμασταν απρόθυμοι να προβούμε σε γεωπολιτικές εκτιμήσεις, αλλά και να συνειδητοποιήσουμε πως η «απόκτηση βαθμών αποτρεπτικής ισχύς είναι αναγκαίος όρος εξασφάλισης γεωπολιτικής αυτονομίας». Επίσης, η Ελλάδα ήταν εκούσια απούσα από διεθνείς εξελίξεις που δεν την αφορούσαν, ανεγείροντας ένα ανυπέρβλητο τείχος γύρω της.
Το σενάριο ύπαρξης γεωπολιτικού πλούτου είναι ένα σενάριο που συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες. Η Τουρκία το “μυρίστηκε” και αυτός είναι ο βασικός λόγος που πλέον κάνει αισθητή την εμφάνισή της ως αναθεωρητική δύναμη. Αυτή είναι η βασική αιτία που οι προκλήσεις από την πλευρά της Τουρκίας έχουν πολλαπλασιαστεί.


Την ίδια στιγμή, ο κ. Ερντογάν έχει κατανοήσει ορθώς πως το διεθνές σκηνικό δεν αποπνέει τη σταθερότητα του μετα-ψυχροπολεμικού περιβάλλοντος, αλλά έχει γίνει πολυπολικό. Πλέον, η κάθε χώρα, με τον βαθμό οικονομικής δύναμης και επιρροής που διαθέτει, μπορεί να αυτοπαρουσιαστεί ως βασικός παίκτης στο διεθνές σύστημα. Η Τουρκία έχει εκτιμήσει πως δεν υπάρχει ισχυρότερος παίκτης από την ίδια στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, ενώ έχει καταφέρει να εργαλειοποιήσει ζητήματα όπως το Προσφυγικό, με απώτερο σκοπό να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης της Ευρώπης. Ουσιαστικά, οι εισροές προσφύγων στη χώρα μας αποτελούν προσπάθεια της Τουρκίας να λάβει “δώρα”.


Η Ελλάδα, ωστόσο, όχι μόνο δεν παίρνει τις πρωτοβουλίες όπως θα έπρεπε, αλλά φαίνεται πως είναι εγκλωβισμένη σε μια εικόνα “καλού παιδιού”. Την ίδια στιγμή, τα εθνικά της συμφέροντα θίγονται με κατάφωρο τρόπο, χωρίς να είναι σε θέση να επέμβει δυναμικά, γιατί πολύ απλά δε λειτούργησε σωστά σε διπλωματικό επίπεδο κατά το παρελθόν.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συμφωνία Τουρκίας-Λιβύης. Η Ελλάδα δεν ανέπτυξε σχέσεις καλής γειτνίασης με τη Λιβύη και ούτε το επεδίωξε ποτέ. Η Τουρκία, εκτιμώντας πως ο Σάρατζ είναι ένα πρόσωπο-σύμμαχος, συνυπέγραψε ένα σύμφωνο με τη Λιβύη. Πού κινδυνεύει όμως η Λιβύη; Εάν η Λιβύη επιδιώξει να οριοθετήσει τη δική της ΑΟΖ, θα καλέσει την Τουρκία. Η Τουρκία θα δεχτεί, και αυτό σημαίνει παραβίαση κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, αφού το τουρκικό γεωτρύπανο θα αναγκαστεί να βρεθεί σε ελληνικά χωρικά ύδατα. Αυτός είναι ο κίνδυνος που κρύβει η συγκεκριμένη συμφωνία.


Δεν το είχαμε προβλέψει. Η υπογραφή, ωστόσο, του συμφώνου έπρεπε να μας κινητοποιήσει και να αναζητήσουμε διαύλους επικοινωνίας με άλλα κράτη. Έπρεπε να βρισκόμασταν σε επαγρύπνηση. Αντ’ αυτού, η Ελλάδα δηλώνει θερμός υποστηρικτής του στρατάρχη Χαφτάρ και παίρνει στάση υπέρ αυτού.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η παθογένεια της εξωτερικής μας πολιτικής. Η Ελλάδα κρύβεται. Φοβάται και ψάχνει να βρει άλλα κράτη-μέλη, διεθνείς δρώντες, αλλά και πρόσωπα που θα υποστηρίξει. Δεν παίρνει το ρίσκο της πρωτοβουλίας, με αποτέλεσμα να έχει χάσει τη γεωπολιτική της αυτονομία.
Διαλαλούμε και φωνάζουμε ανοικτά για την παράνομη συμφωνία Λιβύης-Τουρκίας, αλλά δεν υπάρχουν ευήκοα ώτα. Επικαλούμαστε το Διεθνές Δίκαιο και τις Διεθνείς Συνθήκες εναντίον μιας χώρας που έχει καταρρίψει και δεν αποδέχεται το Διεθνές Δίκαιο. Η αποτρεπτική ισχύ μας είναι μηδαμινή και κυρίως, όπως πολύ σωστά επισήμανε ο καθηγητής Γεωπολιτικής κ. Κωνσταντίνος Γρίβας στη ραδιοφωνική εκπομπή του Γιώργου Σαχίνη στον 98,4 πριν μερικά εικοσιτετράωρα, «η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε μια αποικία νέου τύπου».
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει ένα ανάλγητο πρόσωπο απέναντί σου, καθώς δε σε καλεί στη Διάσκεψη του Βερολίνου για τη Λιβύη, με την Τουρκία πλέον να φεύγει ικανοποιημένη. Προτιμάει να συνομιλεί με την Τουρκία γιατί γνωρίζει πως, εάν φέρει κάποια αντίρρηση, αυτό σημαίνει και άλλες ροές προσφύγων, πράγμα που σημαίνει δυσαρέσκεια για την ευρωπαϊκή κοινωνία. Οι ΗΠΑ θεωρούν πως είσαι ένας αξιόπιστος σύμμαχος και γνωρίζουν πως δεν πρόκειται να επέλθει πολεμική σύρραξη μεταξύ δύο κρατών που βρίσκονται στο ΝΑΤΟ, επομένως η παραδοχή αυτή τους ηρεμεί. Τέλος, η Ρωσία έχει πάρει δικαιολογημένα στάση υπέρ της Τουρκίας.


Η Ελλάδα, καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, εφάρμοσε μια σαθρή εξωτερική πολιτική, η οποία μας οδήγησε στην απομόνωση και στην εσωστρέφεια. Και δυστυχώς, όσο υπάρχουν κυβερνητικά αφηγήματα τύπου «η Τουρκία είναι διεθνώς απομονωμένη» ή «οι παράνομες ενέργειες (συνέντευξη ΥΠ.ΕΞ. στην “Καθημερινή”) δε δημιουργούν τετελεσμένα» τόσο αναγκαίο και επιτακτικό αίτημα είναι ο επαναπροσδιορισμός της εξωτερικής πολιτικής.

Τι πρέπει να γίνει;

Η Ελλάδα οφείλει να κινηθεί σε τρία μέτωπα. Πρώτον, να δημιουργήσει φιλοεπενδυτικό περιβάλλον για τη Γαλλία και τη Μ. Βρετανία, αγοράζοντας πολεμικό εξοπλισμό από αυτά τα δύο κράτη. Ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης οφείλει να υπογράψει ένα αντίστοιχο αμυντικό σύμφωνο με την Αίγυπτο (κάνοντας έμμεσα νύξη για την οριοθέτηση της ελληνικής ΑΟΖ) και τέλος οφείλουμε να επαναπροσδιορίσουμε τις σχέσεις μας με τη Ρωσία. Ο αμερικανικός και γερμανικός παράγοντας διανύουν περίοδο εσωστρέφειας και απομόνωσης, και τη δεδομένη χρονική συγκυρία δεν μπορούν να λειτουργήσουν υπέρ μας.
Τέλος, η όποια προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης με βρίσκει επιφυλακτικό με βάση τη χρονική συγκυρία που διανύουμε.

* Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymail.com).

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια