Απόψεις

Πώς να στηρίξουμε τη διδασκαλία της κρητικής διαλέκτου

Μια διάλεκτος είναι πριν απ’ όλα προφορικός λόγος και εκεί πρέπει να ρίξουμε το βάρος

Τον περασμένο Οκτώβρη ανακοινώθηκε ότι από το ανοιξιάτικο εξάμηνο της φετινής ακαδημαϊκής χρονιάς η κρητική διάλεκτος θα διδάσκεται (ως μάθημα επιλογής) στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ειδικότερα στο Παιδαγωγικό Τμήμα Προσχολικής Αγωγής στο Ρέθυμνο.

*Γράφει ο Βασίλης Ορφανός

Το ιστορικό, το σκεπτικό, τους στόχους και τα μέσα αυτής της σπουδαίας πρωτοβουλίας μάς τα εξήγησε πολύ ωραία στα ΜΜΕ η κ. Μαρίνα Τζακώστα, αναπληρώτρια καθηγήτρια, που σηκώνει και το μεγαλύτερο βάρος αυτού του εγχειρήματος.

Αξίζει να επισημάνουμε ότι η προσπάθεια αυτή προβλέπεται να είναι η αφετηρία και για άλλες ενδιαφέρουσες δράσεις σχετικά με τα ελληνικά που μιλήθηκαν/μιλιούνται στην Κρήτη. Ήδη το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Ρεθύμνης προετοιμάζει ημερίδα για την κρητική διάλεκτο, την Κυριακή 15 Μαρτίου 2020, στο «Σπίτι του Πολιτισμού» στο Ρέθυμνο.

Αυτός ο ωραίος επιστημονικός αναβρασμός είναι φυσικό να προκαλεί τον ενθουσιασμό του κοινού, άλλωστε εμείς οι Κρητικοί είμαστε από δικού μας ενθουσιώδεις ̶ αν δεν ήμασταν δεν θα τρέχανε οι προπαππούδες μας στην άλλη άκρη της Ελλάδας, να πολεμήσουν στον Μακεδονικό Αγώνα! Όμως εδώ δεν είναι να πεις «Αέρα θέλει η δουλειά, μωρέ κοπέλια!» και να ορμήσεις κατά του εχθρού· εδώ έχουμε να περιθάλψουμε μια διάλεκτο, να σώσουμε ό,τι σώζεται ̶ είναι κρίμα κι άδικο να την αφήσουμε να σβήσει. Κι αυτά τα πράγματα χρειάζονται σύνεση, σύστημα, υπομονή και επιμονή. Και, βεβαίως, πολλή αγάπη και πολλή δουλειά.

Το επιστημονικό μέρος αυτού του εγχειρήματος ανήκει ασφαλώς στους γλωσσολόγους, και σ’ αυτούς πρέπει να το αφήσουμε· δόξα τω Θεώ έχουμε πολλούς και καλούς γλωσσολόγους! Αυτοί ξέρουν πώς και τι θα μελετήσουν, πώς και τι θα διδάξουν. Εμείς οι υπόλοιποι έχουμε να κάνουμε άλλα πράγματα.

Κατά τη γνώμη μου, το πρώτο που έχουμε να κάνουμε είναι να θυμούμαστε πως μια διάλεκτος είναι πριν απ’ όλα προφορικός λόγος, και εκεί να ρίξουμε το βάρος. Και ο γραπτός λόγος βέβαια είναι σημαντικός, και μάλιστα γιατί αφήνει μόνιμα ίχνη. Αλλά χρειάζεται προσοχή, γιατί άλλο πράγμα είναι να γράφεις όπως μιλάς και άλλο να θες ντε και καλά να γράψεις «κρητικά». Τότε εύκολα μπαίνει κανείς στον πειρασμό να χρησιμοποιήσει λέξεις, που ποτέ δεν χρησιμοποιεί στον αυθόρμητο, καθημερινό λόγο.

Το βλέπουμε αυτό σε διάφορα δημοσιεύματα του τύπου «νάκλια», που είναι γεμάτα από λέξεις «νεκρές», λέξεις δηλαδή που «όσοι γεννήθηκαν τα τελευταία 40 χρόνια ούτε που θυμούνται να τις άκουσαν ποτέ», ή «κλινικά νεκρές», δηλαδή «που πολλοί τις καταλαβαίνουνε άμα θα τις ακούσουνε, μα κανείς δεν τις χρησιμοποιεί, και κατά φυσική συνέπεια θα ξεχαστούνε κι αυτές οριστικά στις επόμενες μία ή δύο δεκαετίες» (όπως έγραψε το 1999 ένας χαλκέντερος θεράπων της κρητικής διαλέκτου, ο Κανάκης Γερωνυμάκης).

Αλλά να μη φτάσουμε και στο άλλο άκρο, να ντρεπόμαστε να χρησιμοποιήσουμε έναν ζωντανό κρητικό ιδιωματισμό σε ένα γραφτό μας. Έτσι την έπαθα πρόσφατα, που καθώς έγραφα κάτι, μού ήρθε να χρησιμοποιήσω την έκφραση «είπα συντουνούς μου», αλλά το μερεμέτισα και έγραψα: «είπα από μέσα μου».

Όμως, άλλο πράγμα μερικές δεκάδες, άντε εκατοντάδες, ιδιωματισμοί και άλλο ο πειρασμός να θέλουμε να αναστήσουμε το λαμπρό παρελθόν της κρητικής διαλέκτου. Θα την πάθουμε σαν τους καθαρευουσιάνους, που νομίσανε πως αν μιλήσουμε σαν τους αρχαίους προγόνους μας, θα ξαναβρούμε τις πρωτινές μας δόξες: Ούτε αυτοί κατάφεραν να δώσουν έναν νέο Όμηρο (ο Κάλβος και σε λαϊκή γλώσσα να έγραφε, πάλι σπουδαίος θα ήτανε, το ίδιο κι ο Παπαδιαμάντης· γιατί το ταλέντο δε μανταλώνεται), ούτε κι εμείς θα αρχίσουμε να γεννούμε Κορνάρους και Χορτάτσηδες. Στον «Ερωτόκριτο», την «Ερωφίλη» ή τη «Θυσία του Αβραάμ» δεν πρέπει να βλέπουμε μόνο την ομορφιά και τον πλούτο της κρητικής διαλέκτου ή το ταλέντο των δημιουργών, αλλά και τις ευνοϊκές πνευματικές/πολιτισμικές συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκαν αυτά τα έργα.

Τέτοιες συνθήκες δεν υπάρχουν σήμερα. Πρώτα-πρώτα, τα ελληνικά που μιλούμε σήμερα στην Κρήτη μοιάζουν περισσότερο με τα ελληνικά των ΜΜΕ και των σχολικών βιβλίων και λιγότερο με τη γλώσσα των παππουδογιαγιάδων μας. Από αυτήν έχουμε κρατήσει κυρίως τρία πράγματα: τον κυματισμό της φωνής, τη χαρακτηριστική προφορά ορισμένων φθόγγων και κάποιες ιδιωματικές λέξεις και εκφράσεις (που θα δούμε πως κι αυτά λιγοστεύουν, αν παρατηρήσουμε πώς μιλούνε άνθρωποι μέσης ηλικίας και πώς μιλούν τα παιδιά τους που είναι στην εφηβεία).

Έπειτα, στην εποχή του Κορνάρου την πνευματική διδασκαλία και καθοδήγηση οι άνθρωποι (όσοι τέλος πάντων το ήθελαν) την αναζητούσαν στα βιβλία και στις συζητήσεις με σοφότερους. Εμείς σήμερα (εννοώ το μέγα πλήθος) διδασκόμαστε κυρίως από την τηλεόραση, αλλά δυστυχώς όχι από τις ωραίες εκπομπές του καναλιού της Βουλής.

Αν θέλουμε ως γονείς να συμβάλουμε στη διάσωση (ενδεχομένως και σε μία νέα άνοιξη) της κρητικής διαλέκτου, θα πρέπει να πάρουμε την απόφαση να κάνουμε σταθερά τρία πράγματα: Το πρώτο είναι να μην ντρεπόμαστε για τα διαλεκτικά στοιχεία της ομιλίας μας, αλλά να μιλούμε παντού (ιδίως όταν είναι μπροστά τα παιδιά μας) φυσικά και αβίαστα τη γλώσσα που μάθαμε από τους γονείς μας κι όχι “πρωτευουσιάνικα”, να μην πα’ να κάμομε τση πέρδικας το ζάλο και να ξεχάσομε το δικό μας, κι έρθει ο Ανατολίτης από τη «Βαβυλωνία» να μας μαλώσει: «Μπαμπά σου γλώσσα γιατί ντε μιλάς;» – και θα ’χει και δίκιο!

Το δεύτερο είναι να δημιουργούμε και να διατηρούμε στο σπίτι μας ένα κλίμα πνευματικότητας. Και ασφαλώς αυτό δεν μπορεί να γίνει αν έχουμε μέρα νύχτα τη τηλεόραση να παίζει, χωρίς να διαλέγουμε τι και γιατί θα δούμε, εμείς και τα παιδιά μας. Παρεμπιπτόντως, ας πούμε ότι τα οφέλη δεν θα είναι μόνο για τη διάλεκτο ή μόνο για τα παιδιά. Το τρίτο και δυσκολότερο τ’ αφήνω για το τέλος.

Αλλά κι αυτά δεν αρκούν: πρέπει επίσης τα παιδιά μας να μας βλέπουν συχνά με ένα βιβλίο στο χέρι. Κι ακόμη καλύτερα, να καθιερώσουμε ώρες οικογενειακής ανάγνωσης. Μπορούμε, για παράδειγμα, αν έχουμε μικρά παιδιά, να τους διαβάζουμε ή να μας διαβάζουν εκείνα κρητικά παραμύθια. Και υπάρχουν εξαιρετικά βιβλία με τέτοια παραμύθια (στο Διαδίκτυο βρίσκει κανείς όλες τις πληροφορίες που του χρειάζονται).

Με τα μεγαλύτερα παιδιά μπορούμε να διαβάσουμε μαζί αποσπάσματα από τον «Ερωτόκριτο». Να είστε βέβαιοι (σας μιλώ εκ πείρας) ότι αν αφήσετε πάνω στο τραπεζάκι του καθιστικού το βιβλίο, τα παιδιά σας θα το πάρουν να δουν τι έγινε στη συνέχεια.

Απαραίτητη προϋπόθεση όμως είναι πριν απ’ όλα αυτή η ανάγνωση (όποιο κι αν είναι το κείμενο) να είναι μια απόλαυση για μας τους μεγάλους. Αν το κάνουμε μόνο για διδακτικούς λόγους, τσάμπα θα πάει ο κόπος μας.

Μίλησα παραπάνω για το ενδεχόμενο μιας νέας άνοιξης της κρητικής διαλέκτου. Να ξεκαθαρίσω τη θέση μου: Δεν εννοώ τη νεκρανάστασή της. Εννοώ μια ανανέωση της αγάπης μας για τη διάλεκτό μας, αγάπη που θα τροφοδοτήσει προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για πνευματική δημιουργία. Γιατί όχι και για πνευματική αναγέννηση.

Ας θυμηθούμε τον Καζαντζάκη. Διέσωσε στα έργα του, και κυρίως στις μεταφράσεις των ομηρικών επών, έναν απίστευτο πλούτο από το κρητικό λεξιλόγιο. Αλλά δεν τον θαυμάζουμε γι’ αυτό, πάντως όχι μόνο γι’ αυτό. Τον θαυμάζουμε κυρίως για τις ιδέες του, τον θαυμάζουμε ως πνευματικό οδοδείκτη. Και πιστεύω ότι θα είχε την ίδια αξία, ακόμη κι αν έγραφε χωρίς ιδιωματικά στοιχεία, γιατί είχε μεγάλη αγάπη για τη γλώσσα, και μαζί βαθιά καλλιέργεια και αστείρευτο ταλέντο. Ήταν επίσης και μέγας δουλευτής. (Να μην ξεχνούμε ότι η δημιουργία χρειάζεται έμπνευση, αλλά κυρίως εφίδρωση, το λέει καλύτερα ο Ουμπέρτο Έκο αλλά δε θυμούμαι πώς ακριβώς.)

Θα μου πείτε ότι λέξεις και ιδέες είναι σαν τις δύο όψεις ενός νομίσματος, και πώς να τις ξεχωρίσεις. Συμφωνώ, αλλά ελπίζω να συμφωνήσετε κι εσείς στο εξής: Οι ζωντανές γλώσσες είναι σαν τα δέντρα, και μάλιστα τα αειθαλή, που διαρκώς ρίχνουν κάποια φύλλα και διαρκώς βγάζουν καινούρια. Ένα πεσμένο φύλλο πιθανόν να έχει μεγάλη ομορφιά, σκύβουμε, το παίρνουμε στοργικά στα χέρια μας και αναπολούμε νοσταλγικά τη ζωή του – αλλά ξέρουμε ότι η ζωή του δέντρου εξαρτάται από τα πράσινα φύλλα, τα καινούρια, εφόσον βέβαια εμείς φροντίζουμε αυτό το δέντρο, και δεν το αφήνουμε στο έλεος του καιρού.

Έτσι είναι και οι γλώσσες· ζουν όσο τις καλλιεργούμε: στη λογοτεχνία, την επιστήμη και το δημόσιο λόγο. Και μας αρκούν γι’ αυτό οι λέξεις που είναι ακόμη πράσινες πάνω στα κλαδιά της γλώσσας. Τις άλλες, όσες φύγαν από τη ζωή, τις φυλάγουμε στα λεξικά, όπως φυλάγουμε στα οικογενειακά άλμπουμ τις φωτογραφίες των προγόνων μας, να ξέρουν και οι επόμενες γενιές με ποιους μοιάζουν. Ε, μερικές (αυτές που μιλούνε στην καρδιά μας) τις κορνιζώνουμε στο σαλόνι.

Ξαναγυρίζω στις ιδέες. Αυτές δεν μπορούμε να τις κλείσουμε σε λεξικά, γιατί ο ζωτικός τους χώρος είναι η καθημερινή ζωή. Κι αν θα έπρεπε ως Κρητικοί να υπερηφανευτούμε για κάτι δικό μας, αυτό ασφαλώς θα ήταν οι αξίες της κρητικής παράδοσης, όπως: να καλοδέχεσαι τον ξένο, να στένεις μπέτη όποτε χρειάζεται, να πολεμάς για το δίκιο του άλλου, να σου αρέσει το όμορφο, το τίμιο και το αληθινό· να δίνεις αξία στον άυλο πλούτο και να λες «με τον καλλιά σου κάθιζε και νηστικός σηκώνου».

Έρχομαι στο τρίτο και δυσκολότερο, που είπα προηγουμένως: Αν θέλουμε να διατηρήσουμε ζωντανή την κρητική διάλεκτο, θα πρέπει πρώτα-πρώτα να διατηρήσουμε ζωντανές τις αξίες που την ποτίζουν. Κι αυτό γίνεται πάνω απ’ όλα και πριν απ’ όλα με το ζωντανό παράδειγμα από τους γονείς· έγκαιρα όμως, το πολύ-πολύ μέχρι τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Και ασφαλώς όχι με τα μαύρα ποκάμισα και τις μπαλοθιές στον αέρα· άλλα πράγματα απαιτούνται για να μπει κανείς συμμισάρης στην προγονική περηφάνια, αλλά γι’ αυτά θα μιλήσουμε μια άλλη φορά.

Αν δεν φροντίσουμε όλα τα παραπάνω, θα αφήσουμε αβοήθητο το Πανεπιστήμιο Κρήτης στην ωραία και ζηλευτή πρωτοβουλία του. Τι λέτε; Θα βοηθήσουμε όλοι κι όλοι;

Α! παραλίγο να το ξεχάσω! Οι καλές δουλειές θέλουν και καλά εργαλεία. Αλλά αυτά στοιχίζουν. Μήπως να βοηθούσαν οι επιχειρηματίες της Κρήτης; Ας πούμε, να χρηματοδοτήσουν τη σύνταξη και έκδοση ενός Κρητικού Λεξικού, που να πιάνει όλον το γλωσσικό πλούτο του νησιού μας από παλιά μέχρι σήμερα. Και μια Γραμματική του Κρητικού Ιδιώματος, επίσης· χρειάζεται εξίσου κι εκείνη.

Υ.Γ. Με το θέμα μας σχετίζεται άμεσα ο ρόλος των εκπαιδευτικών, και μάλιστα των νηπιαγωγών, στη γλωσσική καλλιέργεια των παιδιών, γενικότερα. Αλλά γι’ αυτό θα χρειαστεί να επανέλθω. Προς το παρόν επισημαίνω πόσο σημαντικό είναι να ασκούμε τα μικρά παιδιά στο να εκφράζουν με λόγια αυτά που βλέπουν ή ακούνε και όσα άλλα νιώθουν με τις υπόλοιπες αισθήσεις τους.

Λίγα λόγια για τον Βασίλη Ορφανό:

Ο Βασίλης Ορφανός είναι εκπαιδευτικός – ψυχολόγος.

Με σπουδές στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ηρακλείου, στο Πανεπιστήμιο Paris V- Rene Descartes (maitrise και D.E.A. Ψυχολογίας) και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (πτυχίο Βυζαντινού και Νεοελληνικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής). Υπηρέτησε στην εκπαίδευση ως δάσκαλος Δημοτικού, ως καθηγητής γαλλικής και ως καθηγητής ψυχολογικών και παιδαγωγικών μαθημάτων σε σχολές επιμόρφωσης δασκάλων και νηπιαγωγών. Έχουν δημοσιευθεί άρθρα του για παιδαγωγικά, ψυχολογικά και φιλολογικά θέματα.

Έχει ασχοληθεί συστηματικά με την Ψυχανάλυση λακανικής κατεύθυνσης. Το 2014 εκδόθηκε από τη Βικελαία Βιβλιοθήκη το βιβλίο του"Λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό ιδίωμα".

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια