Απόψεις

Η συμφωνία των Πρεσπών υπό τις περιστάσεις του 2020

Ήδη η... έλευση της Νέας Δημοκρατίας στην κυβέρνηση απέδειξε ότι ο λαϊκισμός που εν προκειμένω αφορά το πολιτικό ψεύδος δεν έχει “μακρά ποδάρια” όπως θέλει η λαϊκή σοφία. Και ενώ εισήλθαμε στο 2020 και διανύουμε ήδη τη νέα κρίσιμη δεκαετία, ας επισκοπήσουμε τα παρακάτω αναφορικώς με την πολύκροτη πλέον συμφωνία των Πρεσπών που προτάχθηκε ως “εθνικό ζήτημα” στις πρόσφατες εκλογές (Ευρωκοινοβουλίου και Εθνικού Κοινοβουλίου), με σκόπιμη όμως διαστρέβλωση των συμφωνηθέντων. Και αυτό συνέβη λόγω της ψηφοθηρικής και μόνον τακτικής της Ν.Δ. και άλλων φορέων της πολιτικής, πλην του ΣΥΡΙΖΑ και του νέου κόμματος ΜέΡΑ 25, γιατί και το ΚΚΕ δεν ήταν απολύτως σαφές...

* Γράφειιο ο Πέτρος Μηλιαράκης 


Πάντως, λόγω της παραίτησης του Ζόραν Ζάεφ και των - σε εξέλιξη πλέον - εκλογών του προσεχούς Απριλίου στη γειτονική μας χώρα, η συνθήκη των Πρεσπών επικαιροποιείται αναποφεύκτως. Συνεπώς κρίσιμα να επισημειωθούν είναι τα εξής:

Η ελληνική Πολεμική Αεροπορία πάνω από τα Σκόπια

Όσοι... “ζύμωσαν” (για να θυμηθούμε πολιτικό όρο “της σειράς” από τα παλιά) τον ελληνικό λαό για το “προδοτικό” της συμφωνίας των Πρεσπών, και στη συνέχεια κλήθηκαν να κυβερνήσουν τη χώρα, θα πρέπει νομικά, πολιτικά και ενώπιον των ευθυνών τους να απαντήσουν “γιατί” δεν καταγγέλλουν μια απεχθή και προδοτική συμφωνία, όπως εμφαντικότατα την κατήγγειλαν. Για να λέμε δε αλήθειες, αναφέρω την όρο “καταγγελία” και όχι “αντιπολίτευση” ! Επίσης, όσοι μας ανέφεραν για το επικίνδυνο της σχέσης Αθήνας-Σκοπίων, τι απαντούν όταν ήδη την προστασία του εναέριου χώρου (FIR)της Βόρειας Μακεδονίας έχει αναλάβει η ελληνική Πολεμική Αεροπορία;
Ας επισκοπήσουμε όμως τη σχετική συμφωνία, μιας και είναι αντικείμενο σκόπιμων παρεξηγήσεων (!) και ας αφιερώσει ο αναγνώστης λίγο χρόνο για το παρόν...

Μια σύντομη καταγραφή

Στις 17 Ιουνίου 2018 στη λίμνη Πρεσπών και στο χωριό Ψαράδες, υπεγράφη η συμφωνία που δεν αφορά μόνο στο “ονοματολογικό” αναφορικώς με την ΠΓΔΜ. Στη διαδικασία αυτή (που είχε και το χαρακτήρα “τελετής”), παρέστη ο ειδικός μεσολαβητής των Ηνωμένων Εθνών Μάθιου Νίμιτς συνοδευμένος από την εκπρόσωπο του γενικού γραμματέα Αντώνιο Γουτιέρες, Ροζαμαρί Ντι Κάρλο. Επίσης παρέστησαν η αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Φεντερίκα Μογκερίνι και ο επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρμόδιος για τη Διεύρυνση, Γιοχάνες Χαν. Η συμφωνία που υπεγράφη από τους δύο ΥΠ.ΕΞ. Νίκο Κοτζιά και Νίκολα Ντιμιτρόφ απέκτησε το αυξημένο κύρος της παρουσίας των δύο πρωθυπουργών, του Αλέξη Τσίπρα και του Ζόραν Ζάεφ.

Μια αναγκαία αναδρομή

Πριν αναλύσουμε, όσο το παρόν περίγραμμα επιτρέπει, τη συμφωνία αυτή, επιβάλλεται μια σύντομη αναδρομή, καθόσον η υπό κρίση συμφωνία βρίσκεται σε “αιτιώδη σχέση” με όλα όσα προηγήθηκαν. Άξια δε βραχείας αναφοράς είναι τα εξής:


1) Η επελθούσα με τον τερματισμό της μεταψυχροπολεμικής περιόδου διάλυση της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, την οποία επισήμως είχε αναγνωρίσει η Ελληνική Δημοκρατία, ανέδειξε το κράτος των Σκοπίων το οποίο κήρυξε την ανεξαρτησία του το έτος 1991, επενδύοντας στο όνομα της “Μακεδονίας” που αφορούσε “κληρονομιά” του στρατάρχη Τίτο.


2) Ταυτοχρόνως, όμως, η ανακήρυξη αυτή σηματοδότησε και αλυτρωτικές τάσεις, με εκμετάλλευση και σφετερισμό εθνικών συμβόλων που ανήκουν αποκλειστικώς και μόνο στο ελληνικό Έθνος. Τούτα όλα ασφαλώς προκάλεσαν την έντονη και δίκαιη αντίδραση της επίσημης Ελλάδας, αλλά και την αγανάκτηση του ελληνικού λαού που δέχτηκε ιταμή πρόκληση απαλλοτρίωσης της ιστορίας του και της πολιτιστικής του κληρονομιάς. Η συνταγματική δε τάξη που εγκαθίδρυσε ο συντακτικός νομοθέτης των Σκοπίων πυροδότησε αλυτρωτισμό και ενεργοποίησε αντιδράσεις εύλογες και δίκαιες από την πλευρά της επίσημης Ελλάδας και του ελληνικού λαού.


3) Υπό τις συνθήκες αυτές, η επίσημη Ελλάδα κατόρθωσε στις “Κοινοτικές θέσεις” της 16ης Δεκεμβρίου 1991 να επιτύχει τη ρητή αναφορά ότι το όνομα της νέας χώρας δεν υπονοεί εδαφικές διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδας. Έτσι το κείμενο της “Κοινής θέσης” για την αναγνώριση των Γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών, με την προαναφερόμενη αναφορά περί αλυτρωτικών βλέψεων και σεβασμού των υπαρχόντων συνόρων, αναμφιβόλως απετέλεσε μια καταρχάς και καταρχήν επιτυχία της ελληνικής διπλωματίας.

Το... έπος των σφαλμάτων

4) Έκτοτε από πλευράς Ελλάδας κηρύχθηκε ένας ανένδοτος αγώνας σε βάρος της “νέας τάξης των Σκοπίων”, όπου κατ’ ουσίαν ακυρώθηκε το επίτευγμα της 16ης Δεκεμβρίου 1991, εξαιτίας των εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων, που ωστόσο οφείλονται σε ασυγχώρητα λάθη, εκείνων μάλιστα που αυτοανακηρύχθηκαν σε υπέρμαχους του... “νέου Μακεδονικού Αγώνα”.


5) Ενταύθα γίνεται ρητή αναφορά στην Επιτροπή Μπαντεντέρ, όπου η απουσία της Ελλάδας με κύρια ευθύνη του τότε ΥΠ.ΕΞ. Αντώνη Σαμαρά είχε ως συνέπεια την παραδοχή ότι «η Δημοκρατία της Μακεδονίας ικανοποιεί τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την αναγνώριση νέων κρατών στην Ανατολική Ευρώπη, που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 16ης/12/1991». Η απόφαση αυτή υπήρξε καταλυτική για τη συνέχεια ως προς το όνομα. Ωστόσο:
6) Η ιστορική συγκυρία, παρά τον σφετερισμό από την πλευρά των Σκοπίων του ελληνικού πολιτισμού και της ιστορίας του ελληνικού έθνους, εντούτοις ως ιστορική περίοδος, δεν μπορούσε να αντιστοιχηθεί με την περίοδο του Ίωνα Δραγούμη και του Παύλου Μελά. Έτσι από πλευράς Ελλάδας υπήρξε υπέρβαση του μέτρου και η ελληνική διπλωματία αναλώθηκε σε “αχρείαστες” πολιτικές. Η ελληνική διπλωματία και η πολιτική τάξη στην Ελλάδα δεν είχαν εντοπίσει ότι η Ευρώπη των “12” προσπαθούσε να επιτύχει αναίμακτη μεταβολή της πολιτικής γεωγραφίας που δε θα δημιουργούσε μια μείζονα αναδιάταξη και αναδιανομή στην περιοχή. Με τούτα τα δεδομένα, μια από τις “προστατευόμενες περιοχές” ήταν πλέον και η ΠΓΔΜ, εφόσον στην περιοχή αυτή υπήρχαν αντικειμενικές συνθήκες επέκτασης της κρίσης που αφορούσαν στην αλβανική και τη σερβική μειονότητα. Και αυτός είναι ο πυρήνας της υπόθεσης που αγνόησε η ελληνική διπλωματία.


7) Έτσι από το 1992 από πλευράς Ελλάδας, ενώ υπήρχε τροποποίηση των προτεραιοτήτων σε επίπεδο Κοινότητας-Ευρωπαϊκής Ένωσης και Συμμάχων, αυτές τις προτεραιότητες δεν τις κατανόησε η ελληνική διπλωματία αλλά και η πολιτική ηγεσία, με αποτέλεσμα η Ελλάδα συντόμως να απομονωθεί, με συνέπεια το κεκτημένο της 16ης Δεκεμβρίου 1991 να αγκυλωθεί στην απολυτότητα του ονόματος, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε οι επόμενες κυβερνήσεις να είναι ουσιωδώς παγιδευμένες σ’ ένα δυσχερές διορθωτικό έργο.


8) Παρά ταύτα, η επίσημη Ελλάδα, προσεγγίζοντας τις προαναφερόμενες προτεραιότητες που είχαν ήδη υποδειχθεί προς την ελληνική πλευρά, φαίνεται να προέκρινε τον “γεωγραφικό προσδιορισμό”. Αυτό προκύπτει από τις συγκλίνουσες παραστάσεις που μπορεί να έχει όποιος παρακολουθεί την εξέλιξη των πραγμάτων, παρά το ότι αγνοεί τα “επίσημα στοιχεία”, δηλαδή τους “επίσημους φακέλους”. Έτσι, η Ελλάδα κατά το μάλλον και μάλλον προσχώρησε στον γεωγραφικό προσδιορισμό του ονόματος του κράτους των Σκοπίων, με δεδομένο ότι “το κύριο μέρος της γεωγραφικής Μακεδονίας” καταλαμβάνει τα όρια της αρχαίας ελληνικής Μακεδονίας. Συγκεκριμένα, η γεωγραφική αναφορά της Μακεδονίας αφορά 55% στην Ελλάδα, 35% στην ΠΓΔΜ, 9% στη Βουλγαρία και μόλις 1% στην Αλβανία.


9) Με τούτα τα δεδομένα ο γεωγραφικός προσδιορισμός απέκλειε τους παραπικρασμούς που προέκυψαν με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και το “μοίρασμα του κόσμου”, οπότε ο Κροάτης στρατάρχης Τίτο το 1944 διεκδίκησε να επανενώσει «όλα τα τμήματα της Μακεδονίας που διασπάστηκαν το 1912 και 1913 από τους Βαλκάνιους ιμπεριαλιστές». Άξιο παρατήρησης είναι, δε, ότι η περιοχή των Σκοπίων που αφορούσε τη Vardar Banovina, που μετονομάστηκε σε “Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας”, και στη συνέχεια σε “Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας”, ήδη με βάση και την απόφαση 817/1993 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών αποκτούσε το νέο όνομα της προσωρινής ονομασίας της “Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας” (ΠΓΔΜ-FYROM). Υπ’ όψιν επίσης ότι και τα ονόματα που πρότεινε ο διαμεσολαβητής των Ηνωμένων Εθνών ήταν εκείνα των: Republika Nova Makedonija, Republika Severna Makedonija, Republika Gorna Makedonija, Republika Vardarska Makedonija και Republika Makedonija (Skopje).

Το πακέτο Πινέιρο και το σχέδιο Βανς και Όουεν

10) Για τη “διαδρομή” του ονόματος μέχρι τη συμφωνία των Πρεσπών προηγήθηκε και το “Σχέδιο συνθήκης επιβεβαίωσης των υπαρχόντων συνόρων”, γνωστό ως “πακέτο Πινέιρο” του Μαρτίου-Απριλίου 1992, όπου ρητώς (θα) δεσμευόταν η κυβέρνηση των Σκοπίων ότι «αποκηρύττει και καταδικάζει όλες τις ενέργειες και πρωτοβουλίες του καθεστώτος της πρώην Γιουγκοσλαβίας να προσαρτήσει ή να υπονομεύσει την ελληνική κυριαρχία επί της ελληνικής Μακεδονίας κατά την περίοδο 1944-1948», ενώ «δεσμεύεται να μην καταφύγει ή να ανεχθεί παρόμοιες δραστηριότητες στο μέλλον», καθώς και ότι «θα λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για να εκριζώσει οποιεσδήποτε βλέψεις κατά της ελληνικής επικράτειας, καθώς και αναφορές ή ισχυρισμούς για ένα μελλοντικό ενιαίο μακεδονικό κράτος». Επίσης κατά το “σχέδιο Βανς και λόρδου Όουεν” της 14ης Μαΐου 1993, που αφορούσε σε πρόταση επιβεβαίωσης των υπαρχόντων συνόρων και οικοδόμησης εμπιστοσύνης, φιλίας και συνεργασίας, το όνομα των Σκοπίων αφορούσε στο “Nova Makedonija” και μάλιστα χωρίς να προκύπτει το απαραίτητο για τα ελληνικά συμφέροντα και δικαιώματα erga omnes.
11) Άξιο αναφοράς είναι ότι η “Ενδιάμεση συμφωνία” που επετεύχθη το έτος 1995 στη Νέα Υόρκη, που αξιοποιούσε το “σχέδιο Βανς και λόρδου Όουεν”, και που αναγνώριζε ως προσωρινό όνομα του κράτους των Σκοπίων εκείνο της “Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας”, χωρίς τη ρήτρα erga omnes, περιελάμβανε σημαντικές εγγυήσεις ως προς τις “φιλικές σχέσεις” και τα “Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης” μεταξύ των δύο χωρών. Φέρει δε την υπογραφή των ΥΠ.ΕΞ. των δύο χωρών, ήτοι του Κάρολου Παπούλια και του Στέβο Τσεβερνκόφσκι.

Το συμπέρασμα

12) Η Συμφωνία των Πρεσπών, πέραν του ότι αποτελεί κατάληξη γεωγραφικού προσδιορισμού (Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας και erga omnes), αφορά και σε ζητήματα όπως εκείνα: α) της “γλώσσας” και β) της “ιθαγένειας”. Επ’ αυτών δε ο λαϊκισμός, η εκμετάλλευση της άγνοιας των πολιτών και ο κακός εννοούμενος εθνικισμός καλά κρατούν. Τούτων δοθέντων, υπ’ όψιν τα εξής:


13) Ως προς τη “γλώσσα”, υπ’ όψιν ότι ναι μεν ονοματίζεται ως “Μακεδονική” (άρθρο 1 παρ. 3γ), ερμηνεύεται όμως ως «γλώσσα η οποία ανήκει στην ομάδα των νότιων σλαβικών γλωσσών” (άρθρο 7 παρ. 4). Επειδή δε ούτε ο ΟΗΕ “αναγνώρισε” (σφάλμα η αντίθετη εκδοχή) τη γλώσσα που ομιλούν στα Σκόπια ως “Μακεδονική”, αλλά ούτε και η συμφωνία των Πρεσπών ως νομικό κείμενο μπορεί να αναγνωρίσει “εθνικότητα” σε μια γλώσσα, το καθήκον αυτό ανήκει στην οικεία επιστήμη, ήτοι στην επιστήμη της Γλωσσολογίας, η οποία ως αυτόνομος κλάδος των ανθρωπιστικών σπουδών θα τοποθετηθεί επ’ αυτού.


14) Ως προς την “ιθαγένεια” (άρθρο 1 παρ. 3β), υπ’ όψιν ότι ορίζεται βεβαίως ως “μακεδονική”, αλλά διευκρινίζεται ότι ο πολίτης «είναι πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας». Επειδή δε η “ιθαγένεια” αφορά σε νομικό δεσμό του ατόμου με το κράτος, θα πρέπει να λεχθούν τα εξής:


15) Η ιθαγένεια δεν μπορεί να ταυτίζεται με την “αρχή του αίματος” (jus sanguinis) που απασχόλησε ακόμη και την επιστήμη του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου, λόγω του ότι απόκτηση της ιθαγένειας λαμβάνει χώρα και με “πολιτογράφηση”. Παρά δε το ότι η “ιθαγένεια” παραμένει ακόμη στο πλαίσιο του jus publicum, εντούτοις “ιθαγένεια” και “έθνος” ως νομικές έννοιες δεν μπορούν να ταυτιστούν. Για να μην παραπλανάται δε ο απλός πολίτης από τους όποιους αδαείς ή “κακοήθεις εθνικιστές”, υπ’ όψιν ότι στο σύγχρονο ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο η “ιθαγένεια” ρυθμίζεται στο πλαίσιο των σύγχρονων αξιώσεων της διεθνούς έννομης τάξης, μη ταυτιζόμενη με τον όρο “έθνος”.


16) Η σκέψη εισαγωγής του θεσμού της “ιθαγένειας” στην ενωσιακή έννομη τάξη οφείλεται σε ισπανική πρόταση, και σηματοδοτεί την αναγωγή του ατόμου σε citoyen, σε πολίτη δηλαδή της Ένωσης. Ο όρος “ιθαγένεια” που χρησιμοποιεί το ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο δεν ταυτίζεται με τον παραδοσιακό όρο της “αρχής του αίματος”. Η μη ταύτιση αυτή, άλλωστε, ευκρινώς αναδεικνύεται στα κείμενα και άλλων γλωσσών, όπως στα αγγλικά, όπου χρησιμοποιείται ο όρος “citizenship” αντί του “nationality”, και στα γαλλικά, όπου χρησιμοποιείται ο όρος “citoyenneté” αντί του nationalité”.
Σύμφωνα με την ενωσιακή έννομη τάξη και το άρθρο 20 ΣΛΕΕ, «πολίτης της Ένωσης είναι κάθε πρόσωπο που έχει την υπηκοότητα ενός κράτους-μέλους», ενώ «η ιθαγένεια της Ένωσης προστίθεται και δεν αντικαθιστά την εθνική ιθαγένεια». Οίκοθεν συνάγεται ότι ο θεσμός της ευρωπαϊκής ιθαγένειας δεν ιδρύει και ευρωπαϊκό έθνος!
Ως εκ τούτου, η αναγνώριση ιθαγένειας (και μάλιστα στο πολυεθνικό κράτος της ΠΓΔΜ) δεν συνεπάγεται τα όσα με εθνικιστικό και εξωνομικό λόγο επιχειρούν να διαπεράσουν στην κοινή γνώμη όσοι ασκούν κριτική στη συνθήκη των Πρεσπών.

Ας φρονηματίσουν τους καλόπιστους...

Τηρήθηκαν τα προαπαιτούμενα και οι πρόνοιες της συνθήκης των Πρεσπών με πρόταγμα τη Συνταγματική Μεταρρύθμιση των Σκοπίων. Ήδη, οι Βόρειοι γείτονες: α) αυτοπροσδιορίστηκαν και διά του Συντάγματος με τον γεωγραφικό όρο “Βόρεια Μακεδονία”, β) καθόρισαν ότι η λεγόμενη ως “Μακεδονική γλώσσα” ανήκει στο ιδίωμα των Νότιων Σλάβων, και γ) ξεκαθάρισαν με το Σύνταγμά τους ότι επουδενί “ιθαγένεια” σημαίνει “έθνος”!
Εφόσον το Σύνταγμα πλέον της Βόρειας Μακεδονίας και η συνθήκη των Πρεσπών έχουν διευκρινίσει ότι ουδεμία απολύτως σχέση έχει η Βόρεια Μακεδονία με την ιστορία και τον πολιτισμό της ελληνικής Μακεδονίας, και εφόσον ο αλυτρωτισμός ορίζεται ως απαξία και καταδικάζεται, αλλά και διώκεται ευθέως, ουδεμία πλέον δικαιολογία μπορεί να διατυπωθεί από την πλευρά των κομμάτων του δημοκρατικού τόξου, να εναντιώνονται στη συγκεκριμένη συμφωνία! Πρώτη αυτό πράττει η παρούσα κυβέρνηση! Άλλωστε (και αυτό αποσιωπάται), η συμφωνία των Πρεσπών εγκαθιδρύει και το δικαίωμα αμυντικής συνεργασίας μεταξύ Αθήνας και Σκοπίων. Προλάβαμε μια “συμμαχία μεταξύ Άγκυρας και Σκοπίων”.


Αξιοσημείωτο είναι δε (και αυτό επίσης αποσιωπάται) ότι και η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου επισήμως στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών υπερασπίστηκε τη σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, πράγμα που εντός του Κοινοβουλίου επισήμανε και υποστήριξε ο αρχηγός της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης και τώρα πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης. Ήταν άδικο και ίσως επικίνδυνο η σημαντικότατη αυτή συμφωνία να ήταν αντικείμενο ψηφοθηρικής εκμετάλλευσης, και “ευκαιρία” ανάπτυξης “εθνικιστικού κινήματος” με απρόβλεπτες παρενέργειες! Με βάση τα προαναφερόμενα, ο κάθε ορθά σκεπτόμενος πολίτης πρέπει να δει με ψυχραιμία αυτή τη συμφωνία για το καλό της οικονομικής ανάπτυξης, της ευημερίας και της ειρήνης στην περιοχή!
Και να συνεκτιμηθεί ότι προλάβαμε τους Τούρκους! Τα όσα ήδη συμβαίνουν, μόλις εισήλθαμε στο 2020, και στη νέα αυτή κρισιμότατη δεκαετία, ας φρονηματίσουν τους καλόπιστους...


* Ο Πέτρος Μηλιαράκης δικηγορεί στα Ανώτατα Ακυρωτικά Δικαστήρια της Ελλάδας και στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια του Στρασβούργου και του Λουξεμβούργου (ECHR και GC-EU).

ΤΑ ΝΕΑ του neakriti.gr ΣΤΟ Google News

Τα δημοφιλέστερα του 24ώρου

Σχόλια