Απόψεις

«Ich bin ein Berliner» - Η ιστορική δήλωση του Τζον Κένεντι

Με την φράση αυτή ο Αμερικανός πρόεδρος εξέφρασε την οικονομική στήριξη των ΗΠΑ στη Δυτική Γερμανία

Η φράση «Ich bin ein Berliner» («είμαι ένας Βερολινέζος») ειπώθηκε από τα χείλη του Τζον Κένεντι, πρώην προέδρου των ΗΠΑ, στο Δυτικό Βερολίνο στις 26 Ιουνίου 1963. Είχαν περάσει μόλις δύο χρόνια από την ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου και οι σχέσεις ΗΠΑ-Σοβιετικής Ένωση δε χαρακτηρίζονταν από σταθερότητα.

*Γράφει ο Νίκος Κοσμαδάκης

Τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Σοβιετική Ένωση είχαν ξεχάσει αρκετά νωρίς πως ήταν σύμμαχοι στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα κοινωνικά, πολιτισμικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά των δύο κρατών είχαν ως άμεση συνέπεια να γίνει έντονη η διαφοροποίηση σε επίπεδο πολιτικής δράσης, σε σημείο που η καθεμία υπερδύναμη να θεωρεί απειλητική την ύπαρξη της άλλης.

Την ίδια στιγμή που μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης (Γαλλία και Βρετανία) προσπαθούσαν να αποκτήσουν εκ νέου την ισχύ και τη δυναμική τους στο παγκόσμιο στερέωμα, οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση είχαν ήδη ξεκινήσει τον Ψυχρό Πόλεμο. Χαρακτηρίστηκε «ψυχρός» επειδή οι πάλαι ποτέ σύμμαχοι είχαν μάθει από τα λάθη του παρελθόντος και γνώριζαν πως μια εκ νέου πολεμική σύρραξη θα σήμαινε και την έναρξη ενός πιο καταστροφικού πολέμου ακόμη και από αυτόν του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Κάθε χώρα αναζητούσε συμμάχους απ’ όλο τον κόσμο. Τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Σοβιετική Ένωση, με βασικό κορμό τη Ρωσία, επιζητούσαν (η καθεμία χωριστά) την ανάδυσή τους ως παγκόσμια υπερδύναμη και παράλληλα να γίνουν μητροπόλεις με πολλές “αποικίες” σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Γης.

Η Γερμανία, από την άλλη, κατά τη Διάσκεψη της Γιάλτας διαχωρίστηκε σε Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας που βρισκόταν υπό την επικυριαρχία των δυτικών δυνάμεων και σε Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας που υπαγόταν στη σοβιετική ζώνη κατοχής. Αλλά και το Βερολίνο, το οποίο μέχρι και το 1961 έμεινε αδιαίρετο, έγινε πόλος έλξης για τις χώρες της Μεγάλης Βρετανίας, των ΗΠΑ, της Σοβιετικής Ένωσης και της Γαλλίας.

Το Βερολίνο εξαιτίας της γεωγραφικής του θέσης αποτελούσε πάντοτε “μήλον της Έριδος”. Καταλαμβάνοντας το Βερολίνο, είχες τη δυνατότητα να ανοίξεις ελεύθερα τους εμπορικούς δρόμους με όλα τα κράτη της Ευρώπης. Η έντονη διαφοροποίηση των δυνάμεων της περιόδου εκείνης σχετικά με το ποια θα ηγεμονεύει το Βερολίνο είχε ως αποτέλεσμα να υπάρξει ένας “τεμαχισμός” της πόλης, και συγκεκριμένα το δυτικό μέρος να “στραφεί” προς τις δυτικές δυνάμεις της Ευρώπης και τις ΗΠΑ, ενώ το ανατολικό “ανέλαβε” να το “κηδεμονεύει” η Σοβιετική Ένωση.

Ο τρόπος αντιμετώπισης αποκάλυψε ξεκάθαρα τις προθέσεις που είχε τόσο η Δύση όσο και η Ανατολή για το μερίδιο που είχε καθεμία αντίστοιχα. Οι ΗΠΑ στήριξαν το Δυτικό Βερολίνο, καθώς θεώρησαν απαραίτητη την ανοικοδόμηση ενός κόσμου σύγχρονου που δε θα έχει σχέση με τις πολεμικές πρακτικές, όπως ακολουθήθηκαν στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους. Επίσης, θεώρησαν πως το Βερολίνο - και κατ’ επέκταση η Γερμανία - πρέπει να έχει τον ζωτικό του χώρο, πράγμα που σήμαινε την ανάγκη ρευστότητας τόσο στο κράτος της Δυτικής Γερμανίας όσο και στις γερμανικές οικογένειες.

Η Σοβιετική Ένωση είδε από την άλλη την Ανατολική Γερμανία ως μια χώρα που πρέπει να πληρώσει βαριά φορολογία, ενώ η λειτουργία του κρατικού μηχανισμού πρέπει να τεθεί στην εποπτεία του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Οι πολίτες του Ανατολικού Βερολίνου, εμφανώς δυσαρεστημένοι, αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στο Δυτικό Βερολίνο, με σκοπό και αυτοί να επωφεληθούν από τα προνόμια του Δυτικού Κόσμου.

Η κατάσταση αυτή οδήγησε τη Σοβιετική Ένωση να πάρει έκτακτα μέτρα και στις 16 Αυγούστου 1961 ξεκίνησε η ανέγερση του περίφημου Τείχους του Βερολίνου. Απαγορευόταν κάποιος να μεταναστεύσει στην άλλη όχθη του Βερολίνου, ενώ η ζωή ετίθεντο σε αμφιβολία.

Είκοσι δύο μήνες σχεδόν αργότερα, μετά την ανέγερση, ο Αμερικανός πρόεδρος Τζον Κένεντι δίνει ομιλία στο Δυτικό Βερολίνο και λέει τη φράση του τίτλου του άρθρου αυτού, που στα Ελληνικά μεταφράζεται... «Είμαι ένας Βερολινέζος», με τον ίδιο να γίνεται δέκτης επευφημιών και το γερμανικό ακροατήριο να τον καταχειροκροτεί. Με αυτόν τον τρόπο εκφράζει την οικονομική στήριξη των ΗΠΑ στη Δυτική Γερμανία.

Η ανέγερση του Τείχους ήταν μια απτή πραγματικότητα. Θα περάσουν 28 ολόκληρα χρόνια, και συγκεκριμένα στις 9 Νοεμβρίου 1989 θα έχουμε την περιβόητη πτώση του Τείχους του Βερολίνου.

Η 9η Νοεμβρίου θα μείνει στη συνείδηση των Ευρωπαίων ως μια μέρα εορτασμού της φιλελεύθερης σκέψης, ενώ ήταν και η αρχή του τέλους του διπολισμού. Ήταν μια μέρα όπου οι ΗΠΑ αυτοπροσδιορίστηκαν ως ηγέτιδα δύναμη στο παγκόσμιο στερέωμα.

Τριάντα χρόνια μετά, η πτώση του Τείχους του Βερολίνου έχει καθαρά συμβολικό και ιστορικό περιεχόμενο. Πρέπει ωστόσο να γίνει ένας απολογισμός ως προς τα κατορθώματα του νικητή και την τύχη του ηττημένου.

Η Σοβιετική Ένωση “ακρωτηριάστηκε” και πολλοί πολίτες τής πάλαι ποτέ υπερδύναμης αναγκάστηκαν να μετακινηθούν σε άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης και της Βαλκανικής Χερσονήσου. Ο Σοσιαλισμός ως ιδεολογία υποβαθμίστηκε και η θεωρητική κληρονομιά του είναι πλέον χρήσιμη για λόγους ιστορικού ενδιαφέροντος και κατανόησης της σύγχρονης πραγματικότητας. Πλέον, κανένας δεν αναφέρεται στον Σοσιαλισμό ως ένα εναλλακτικό οικονομικό σύστημα.

Από την άλλη, οι ΗΠΑ επιβεβαίωσαν τον χαρακτηρισμό τους ως παγκόσμιας υπερδύναμης. Ο οικονομικός φιλελευθερισμός εδραιώθηκε ως οικονομικό σύστημα, ενώ η παγκοσμιοποίηση, ως ρεύμα της δεκαετίας του 1970, έκανε αισθητή την εμφάνισή της. Τέλη της δεκαετίας του 1980 και, με επίκεντρο τις ΗΠΑ, πραγματοποιήθηκε μια τεχνολογική επανάσταση.

Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής καθιερώθηκε στη ζωή μας, ενώ τα τελευταία δύο χρόνια ο κόσμος προετοιμάζεται για τη λεγόμενη “4η Βιομηχανική Επανάσταση”. Θανατηφόρες ασθένειες όπως ο HIV αντιμετωπίστηκαν, ενώ η επιστήμη της Ιατρικής πραγματοποίησε τεράστια βήματα. Η γνώση διαχέεται καθημερινά, ενώ τα συμφέροντα και τα δικαιώματα του πολίτη έχουν “παγκοσμιοποιηθεί”. Θα ήταν πραγματικά αδύνατο να φανταστούμε τις σημαντικές αυτές εξελίξεις χωρίς την παρουσία των ΗΠΑ.

Οι ΗΠΑ δημιούργησαν ένα σύγχρονο κόσμο, ο οποίος διαφέρει ριζικά από τον αντίστοιχο κόσμο ενός αιώνα πριν. Αλλά τίθεται ένα ερώτημα αμιγώς φιλοσοφικό. Σε ποιο βαθμό ο κόσμος αυτός ήταν δίκαιος;

Την ίδια στιγμή που οι ΗΠΑ και το οικονομικό της σύστημα καυχιέται για «άλματα της ανθρωπότητας» μέσα από την τεχνολογική επανάσταση και τη ραγδαία πρόοδο στις επιστήμες, υπάρχει μια τρομακτική ανισότητα στον κόσμο. Το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής, που έφτασε στο αποκορύφωμά του τα τελευταία 30 χρόνια, ανέδειξε και την εγγενή αδυναμία του, που είναι η παραγωγή κοινωνικής δικαιοσύνης. Η δικαιοσύνη δεν κατανεμήθηκε ισόποσα στις χώρες της υφηλίου. Χώρες όπου η ανάπτυξη ήταν σε υβριδικό στάδιο ή δεν υπήρχαν υποδομές, αυτές ήταν καταδικασμένες.

Οι αλματώδεις εξελίξεις στην Ιατρική και στην Τεχνολογία δε βρήκαν ως αποδέκτη το σύνολο των πολιτών της υφηλίου, αλλά εκείνους που είχαν τη δυνατότητα να επενδύσουν στην έρευνα και την καινοτομία. Η καινοτομία έγινε μονοπώλιο των πολυεθνικών εταιρειών. Ένα ερώτημα τίθεται εκ νέου: Η κοινωνική δικαιοσύνη μπορεί να ανακτηθεί μέσα από τον διαστρεβλωμένο “Σοσιαλισμό” της Σοβιετικής Ένωσης;

Ασφαλώς και όχι. Τριάντα χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, οι ΗΠΑ οφείλουν να αναστοχαστούν και να χαράξουν μια νέα πορεία, προτάσσοντας την κοινωνική ευαισθησία. Αυτή τη στιγμή, οι ΗΠΑ οφείλουν να αναζητήσουν συμμάχους, ενώ στην παγκόσμια σκακιέρα αναδεικνύονται άλλοι παίκτες, όπως η Κίνα. Η Ρωσία ανακάμπτει. Εάν οι ΗΠΑ επιθυμούν να αποκτήσουν την υποστήριξη των κρατών, τότε πρέπει ένα υιοθετήσουν ένα πιο οικείο μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης. Με αυτόν τον τρόπο, θα αποκτήσουν και τον παγκόσμιο σεβασμό.

Τριάντα χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, οι ΗΠΑ οφείλουν να κάνουν “πιο προσιτό το προϊόν τους στην υφήλιο”.

 * Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymail.com).

Σχόλια