Απόψεις

Τι νούμερο καλοσύνη φοράτε;

Το πώς γίνεται κανείς ανοιχτοχέρης ή εξηνταβελόνης της καλοσύνης είναι μια πολύπλοκη διαδικασία

Αν ρωτήσουμε στην τύχη χίλιους ενήλικες άνδρες τι νούμερο παπούτσι φοράνε, θα διαπιστώσουμε ότι οι περισσότεροι (στην Ελλάδα για παράδειγμα) φοράνε 42-43 (είναι τα νούμερα που πουλιούνται πιο πολύ στα καταστήματα υποδημάτων), ενώ αρχίζουν και λιγοστεύουν συμμετρικά όσοι φοράνε μικρότερο ή μεγαλύτερο, κι όταν φτάσουμε κάτω από το 38 ή πάνω από το 47, ζήτημα είναι αν βρίσκουμε 1-2 στους χίλιους.

*Γράφει ο Βασίλης Ορφανός

Ένα ανδρικό παπούτσι νούμερο 39 θα το πούμε μικρό αλλά δεν θα μας ξενίσει, το ίδιο κι ένα 46, αλλά κάτω από 37 και πάνω από 49 είναι ασυνήθιστα νούμερα, και στα καταστήματα τα φέρνουν  με ειδική παραγγελία.

Αν παραστήσουμε γραφικά την κατανομή των παραπάνω μεγεθών σε σχέση με το πλήθος που τα φοράει θα έχουμε μια παράσταση περίπου σαν την παρακάτω:

Την καμπύλη αυτή τη λέμε καμπύλη της φυσιολογικής κατανομής, ή αλλιώς καμπύλη του Γκάους, από το όνομα του μεγάλου Γερμανού μαθηματικού Καρλ Φρίντριχ Γκάους (1777-1855) που την σκέφτηκε. Είναι μια παράσταση που μας δείχνει με σαφή και διδακτικό τρόπο ότι τις ακραίες τιμές ενός μεγέθους τις εκπροσωπούν πολύ λίγα άτομα, ενώ το μέγα πλήθος συγκεντρώνεται γύρω από μια τιμή που τη θεωρούμε μέσο όρο.

Η καμπύλη του Γκάους μάς είναι πολύ χρήσιμη όταν μελετούμε ένα φαινόμενο. Μας βοηθά να το περιγράψουμε και να το χειριστούμε. Μας βοηθά σε απίστευτα πολλές περιπτώσεις. Κι όχι μόνο σε πρακτικά ζητήματα, όπως όταν βάζουμε παραγγελίες παπουτσιών για το μαγαζί μας ή όταν διαμορφώνουμε εκπαιδευτικά προγράμματα με βάση τις δυνατότητες των μαθητών. Μας βοηθά και να σκεφτούμε πάνω στα ανθρώπινα πράγματα, ακόμη και να φιλοσοφήσουμε πάνω στην ανθρώπινη φύση.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την καλοσύνη. Αλλά πριν αρχίσουμε, ας συμφωνήσουμε πρώτα στο περιεχόμενο της λέξης. Προτείνω, χάριν της συζήτησης, να δεχτούμε ότι «καλοσύνη είναι να φέρεσαι με ευμένεια προς άλλους», και να πάρουμε ως μετρήσιμη ένδειξη καλοσύνης το πόσο συχνά βοηθούμε ανιδιοτελώς έναν συνάνθρωπό μας με τον οποίο δεν μας συνδέει κάποια ιδιαίτερη σχέση συγγένειας, φιλίας, συνεργασίας, γνωριμίας κλπ. Ασφαλώς θα μπορούσαμε να πάρουμε και ως βάση τον χαρακτηρισμό «καλός άνθρωπος, δεν έχει πει ποτέ κακή κουβέντα για κανέναν», αλλά αμέσως προκύπτει το ερώτημα «καλή έχει πει;», και αυτά πώς να τα μετρήσεις και πώς να τα συμψηφίσεις;

Μπορούμε να παραλληλίσουμε παπούτσια και καλοσύνη. Έτσι, στα μεγάλα νούμερα της καλοσύνης, στη δεξιά άκρη της καμπύλης, θα κατατάσσαμε αυτούς που αφιερώνουν τη ζωή τους ή ένα μέρος της ζωής τους στους άλλους. Ο γιατρός Σβάιτσερ θα ήταν ένα καλό παράδειγμα, η Μητέρα Τερέζα επίσης, πιο εδώ προς τον μέσο όρο οι «Γιατροί χωρίς σύνορα», κάπου εκεί κοντά ίσως να βρούμε και την κυρία Νίκη τη γειτόνισσά μου, που μη δει γριούλα με τσάντες στη λαϊκή, πρέπει οπωσδήποτε να τη βοηθήσει να τις πάνε στο σπίτι.

Στα μικρά νούμερα πάλι, άκρη άκρη αριστερά θα βρούμε αυτούς που κατά τη λαϊκή έκφραση «δε δίνουνε μηδέ τ’ αγγέλου τους νερό», πιο εδώ εκείνους που το σκέφτονται τρεις φορές μέχρι ν’ αποφασίσουν να βάλουν το χέρι τους στην τσέπη της καρδιάς, ενώ στο κέντρο θα βρούμε το μέγα πλήθος εκείνων που, άλλος λίγο άλλος πολύ, κάνουν το καλό, κι άλλος το ρίχνει στο γιαλό και το ξεχνά κι άλλος το ρίχνει σε πηγάδι να ξέρει που το έχει.

Το πώς γίνεται κανείς ανοιχτοχέρης ή εξηνταβελόνης της καλοσύνης είναι μια πολύπλοκη διαδικασία, που εξαρτάται από πάρα πολλούς παράγοντες, αλλά σίγουρα παίζει και εδώ καθοριστικό ρόλο το παράδειγμα των γονέων, ιδίως στα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού. Γιατί σ’ αυτήν την ηλικία  (που εμείς νομίζουμε «παιδί είναι, δεν καταλαβαίνει») οι εμπειρίες αφήνουν στην ψυχή και στο μυαλό ίχνη που ποταμός δεν τα ξεπλένει και μαραγκού πλάνια δεν τα βγάζει  ̶  «δυσέκνιπτα και αμετάστατα φιλεί γίγνεσθαι» το λέει σοφά ο θείος Πλάτων στην «Πολιτεία» του (Β, 378).

Οι Σβάιτσερ και οι Μητέρες Τερέζες αξίζουν ασφαλώς τον θαυμασμό μας. Και πιο πολύ χρειάζεται να τους θυμόμαστε όταν μας έρχεται να κατακρίνουμε όσους βρίσκονται πιο αριστερά από εμάς στην καμπύλη της καλοσύνης. Αυτοί όμως κάποιους λόγους θα έχουν για να βρίσκονται στα μικρά νούμερα, για κάποιους λόγους τούς πέφτει βαρύ φορτίο η καλοσύνη. Αντί λοιπόν να τους κατηγορήσουμε ότι «ξεσωμαρίζουν»*, ας σηκώσουμε εμείς ένα μέρος από το φορτίο τους. Ας πούμε κι εμείς σαν τον Αντώνη (από το «Μαουτχάουζεν» του Ιάκ. Καμπανέλλη): «Παίρνω διπλό, παίρνω τριπλό» κι έλα, καμαράντ, να σε βοηθήσω ν’ ανεβούμε τη σκάλα της ανθρωπιάς.

Όχι πως θ’ αλλάξουμε τον κόσμο. Αλλά ίσως έτσι ν’ αρχίσει να αλλάζει. Ν’ αναπαυτεί και η ψυχή του Τhomas More, που, με πολύ ρεαλισμό και πολύ καημό, έγραφε το 1516 στην «Ουτοπία του: «Τα πράγματα ποτέ δεν θα είναι τέλεια, εκτός εάν οι άνθρωποι γίνουν τέλειοι,  πράγμα που δεν το περιμένω για μπόλικα χρόνια ακόμα!»

Ούτε εγώ το περιμένω, κι ας πέρασαν πεντακόσια χρόνια από τότε. Ούτε και το θέλω, γιατί τέλειος θα πει «αυτός που δεν κάνει λάθη», και τέτοιοι είναι μόνο οι πεθαμένοι, οι τρελοί και ο πάπας  της Ρώμης  ̶  πάπας δεν μπορώ να γίνω, τρελός δεν θέλω να είμαι, όσο για το θάνατο, ας αργήσει ακόμη λιγάκι, έχω και εγγόνια που μεγαλώνουνε και θέλω να τα χαρώ. Εγώ είμαι ένας κοινός άνθρωπος, που και λάθη θα κάνω και στην κακία θα ξεπέσω καμιά φορά, κι ενώ το θέλω δεν καταφέρνω να τοποθετώ τον εαυτό μου στα δεξιά της καμπύλης της καλοσύνης, αυτό δεν είναι εύκολη υπόθεση για μένα. Μακάρι να ήξερα πώς το καταφέρνει η κυρία Νίκη…

Λίγα λόγια για τον Βασίλη Ορφανό:

Ο Βασίλης Ορφανός είναι εκπαιδευτικός – ψυχολόγος.

Με σπουδές στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ηρακλείου, στο Πανεπιστήμιο Paris V- Rene Descartes (maitrise και D.E.A. Ψυχολογίας) και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (πτυχίο Βυζαντινού και Νεοελληνικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής). Υπηρέτησε στην εκπαίδευση ως δάσκαλος Δημοτικού, ως καθηγητής γαλλικής και ως καθηγητής ψυχολογικών και παιδαγωγικών μαθημάτων σε σχολές επιμόρφωσης δασκάλων και νηπιαγωγών. Έχουν δημοσιευθεί άρθρα του για παιδαγωγικά, ψυχολογικά και φιλολογικά θέματα.

Έχει ασχοληθεί συστηματικά με την Ψυχανάλυση λακανικής κατεύθυνσης. Το 2014 εκδόθηκε από τη Βικελαία Βιβλιοθήκη το βιβλίο του"Λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό ιδίωμα".

*ξεσωμαρίζω = κυριολ. ‘αφαιρώ το σαμάρι’, κατ’ επέκταση  (για υποζύγια ) ‘κουνώ την πλάτη μου μέχρι να ρίξω το φορτίο μου από το σαμάρι’, μεταφορ. (για ανθρώπους) ‘ξεστρίβω από τις ευθύνες μου’.

Σχόλια