Απόψεις

«Έχουν άραγε ψωμί τα παιδιά του γείτονα;»

Πως «φυτεύει» κανείς την κουλτούρα του να αποζητάς αποτελέσματα ίσα της προσπάθειας σου

Συχνά, σε πολιτικά «πάνελ» και σε ιδιωτικές συζητήσεις, γίνεται αναφορά σε όρους όπως «ευνοιοκρατία», «Τα δικά μας τα παιδιά» και για «βόλεμα» συγγενών. Πως έχει καταστεί μια τέτοια αντίληψη σχεδόν «φυσιολογική» και πως κάποιες – ελάχιστες – «φωτεινές» εξαιρέσεις, δυστυχώς, επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

*Γράφει ο Βασίλης Ορφανός

«Τα δικά μας τα παιδιά» είναι μια φράση που τη λέμε συχνά για να αναφερθούμε σε εκείνους που ωφελούνται χαριστικά από τις αποφάσεις μιας κυβέρνησης που δεν εκλέχτηκε με τη δική μας ψήφο. Παλιότερα αυτούς τους λέγαμε «ημέτερους». Σε λογιότερο επίπεδο μιλούμε για «ευνοιοκρατία» ̶ κι αν πρόκειται για «βόλεμα» συγγενών, μιλούμε για «νεποτισμό» (από το λατ. nepos, γεν. nepotis ‘ανεψιός’).

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, τα βέλη της κριτικής στοχεύουν την εξουσία που πήρε τις χαριστικές αποφάσεις, και σπάνια αυτούς που ωφελούνται από τις αποφάσεις αυτές. Παράδειγμα η πρόσφατη κίνηση της κυβέρνησης να καταργήσει το αυτοδιοίκητο του ΚΕΘΕΑ. Όχι μόνο ο κύριος Πολάκης, αλλά και άλλα χείλη, επίσημα και ανεπίσημα, κατηγορούν την κυβέρνηση ότι θέλει να «βολέψει» κάποιους «ημέτερους». Αν έχουν δίκιο ή άδικο δεν θα το εξετάσουμε εδώ ̶ την απάντηση τη δίνουν ξεκάθαρα τα μέχρι σήμερα πεπραγμένα του ΚΕΘΕΑ, κι όποιος έχει νου ας κρίνει.

Εγώ, ως παιδαγωγός που με ενδιαφέρει η διαπαιδαγώγηση του μελλοντικού πολίτη, θα ήθελα να σταθώ σ’ αυτούς που στέκονται στην άλλη άκρη του δίπολου της χαριστικής μεταχείρισης και περιμένουν να λάβουν το αντάλλαγμα που τους έταξαν για τις κομματικές τους υπηρεσίες. Και να αναρωτηθώ: Πώς διαμορφώθηκε η πολιτική στάση αυτών των ανθρώπων; Η απάντηση μπορεί να με βοηθήσει να σκεφτώ τι να προσέξω ως γονιός ή ως δάσκαλος, ώστε τα παιδιά μου κι οι μαθητές μου να μη γίνουν ποτέ «ανίψια του μπάρμπα στην Κορώνη».

Πρώτα όμως θα σας πω μια μικρή αληθινή ιστορία. Ένα φεγγάρι που ήμουν καθηγητής στο Γαλλικό Ινστιτούτο είχα μαθητή μου το γιο ενός στενού συγγενή μου. Καλότατο παιδάκι, αλλά οι ξένες γλώσσες δεν ήταν το δυνατό του σημείο. Στις εξετάσεις για το πτυχίο (το αντίστοιχο του Lower) απορρίφτηκε, γιατί πήρε 4,9 στα 10, και παραπέμφθηκε για το Σεπτέμβρη. Ο πατέρας του μόνο που δεν μου έκοψε την καλημέρα, που δε χάρισα ένα δέκατο στα προφορικά (όπου είχα το περιθώριο να το κάνω), «να πιάσει το κοπέλι τη βάση να πάρει το χαρτί του».

Η συνέχεια της ιστορίας: Το συγγενάκι στρώθηκε στο διάβασμα (βοήθησα κι εγώ όσο μπορούσα), και πήρε τελικά το Certificat του, και μάλιστα με καλούτσικο βαθμό. Την επόμενη χρονιά τέλειωσε το Λύκειο, και δεν πέρασε μεν στις Πανελλήνιες, βρήκε όμως αμέσως δουλειά ̶ με κύριο προσόν τη γαλλομάθειά του, παρακαλώ: Η εταιρεία που τον προσέλαβε δούλευε με γαλλόφωνους πελάτες. Και καθώς είναι εργατικός, έκανε μια λαμπρή σταδιοδρομία! Κι εγώ καμάρωνα, και ως συγγενής και ως καθηγητής γαλλικών. Αλλά κυρίως καμάρωνα που προστάτεψα αυτό το πολύ δικό μου παιδί (συγγενής εξ αίματος) να μην κατατάξει τον εαυτό του στους «ημετέρους», αλλά ό,τι κερδίζει στη ζωή του να το κερδίζει με τον κόπο του και την αξία του.

Ως άνθρωποι υπερηφανευόμαστε για τον πολιτισμό μας, βασικά που καταφέραμε με τη λογική να βρούμε τρόπους να ικανοποιούμε με κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους τα δύο βασικά ένστικτα που κινούν το ζωικό βασίλειο, δηλαδή την επιθετικότητα (χάρη στην οποία εξασφαλίζεται η επιβίωση του ατόμου) και τη σεξουαλικότητα (χάρη στην οποία επιβιώνουμε ως είδος).

Όμως, ο πολιτισμός είναι το απέξω του ανθρώπου. Το απομέσα είναι πάντα το ένστικτο: Δεν χρειάζομαι τον πολιτισμό να μου πει να εξασφαλίσω τροφή για τα παιδιά μου, ούτε τα χελιδόνια τον χρειάζονται. Χρειάζομαι όμως τον πολιτισμό, ώστε αυτήν την τροφή να μην την στερήσω από τον γείτονά μου. Και σε ένα υψηλότερο επίπεδο, όταν θα ταΐζω τα παιδιά μου να αναρωτηθώ: «Έχουν άραγε ψωμί τα παιδιά του γείτονα;»

Αν έχω αυτήν την έγνοια στο μυαλό μου για τα παιδιά του γείτονα, ακόμη κι αν ποτέ δεν κάνω κάτι για το ψωμί τους (αλλά ασφαλώς καλύτερα είναι να κάνω κάτι), κι αν την έχεις κι εσύ, κι εσύ κι ο άλλος κι ο παραδίπλα, ε τότε αυξάνουμε τις πιθανότητες σε θέσεις εξουσίας να βρεθούν άνθρωποι που θα φροντίζουν εξίσου και τα δικά τους παιδιά και τα ξένα, ενώ ταυτόχρονα λιγοστεύουμε τις πιθανότητες τα δικά μας παιδιά (τέκνα ή μαθητές) να ανταλλάξουν αργότερα την ψήφο τους με χαριστική μεταχείριση.

Αλλά για να ριζώσει στο μυαλό μου η συνήθεια να νοιάζομαι τα παιδιά του γείτονα, απαιτούνται φωτεινά παραδείγματα από την οικογένεια, και στοχευμένη διδασκαλία από το σχολείο. Για το δεύτερο θα γράψω λεπτομερώς μια άλλη φορά. Για το πρώτο θα κάνω ένα μικρό πολιτικό μνημόσυνο για κάποιον Νικολή, και μ’ αυτό θα κλείσω το σημερινό μου σημείωμα.

Αυτός λοιπόν ο Νικολής είχε πέντε παιδιά, κι όσο καιρό πήγαιναν τα παιδιά του στο σχολείο (σε ένα χωριό κοντά στο Ηράκλειο) ήταν μέλος της Σχολικής Εφορείας, και κάθε Σεπτέμβρη πρωτοστατούσε να βαφτεί το σχολείο, να διορθωθούν τα κεραμίδια, να αλλάξουν κανένα σπασμένο τζάμι, με λίγα λόγια να είναι έτοιμο το σχολείο να υποδεχτεί τους μαθητές για την καινούρια χρονιά. Όταν και το τελευταίο του παιδί τέλειωσε το Δημοτικό, ο Νικολής δεν είχε πια τυπικά το δικαίωμα να είναι μέλος της Σχολικής Εφορείας, αλλά κάθε Σεπτέμβρη έδινε το παρών σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα. Μια δυο φορές του γκρίνιαξε η γυναίκα του «Μα εμείς δεν έχομε μπλιο κοπέλια στο σκολειό, ίντα θες κι ανακατεύεσαι!», αλλά εκείνος της έκοψε τη φόρα με ένα ήρεμο και αποφασιστικό «Έχουνε οι άλλοι». Αυτή η απάντηση μάς πάει δύο χιλιάδες χρόνια πίσω, τότε που Απόστολος Παύλος, στην πρώτη επιστολή τους Προς Κορινθίους (10: 24) συνιστούσε να μη ζητά κανείς για τον εαυτόν του, αλλά καθένας να ζητά αυτό που χρειάζεται ο άλλος: Μηδείς το εαυτού ζητήτω αλλά το του ετέρου έκαστος.

 

Λίγα λόγια για τον Βασίλη Ορφανό:

Ο Βασίλης Ορφανός είναι εκπαιδευτικός – ψυχολόγος.

Με σπουδές στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ηρακλείου, στο Πανεπιστήμιο Paris V- Rene Descartes (maitrise και D.E.A. Ψυχολογίας) και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (πτυχίο Βυζαντινού και Νεοελληνικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής). Υπηρέτησε στην εκπαίδευση ως δάσκαλος Δημοτικού, ως καθηγητής γαλλικής και ως καθηγητής ψυχολογικών και παιδαγωγικών μαθημάτων σε σχολές επιμόρφωσης δασκάλων και νηπιαγωγών. Έχουν δημοσιευθεί άρθρα του για παιδαγωγικά, ψυχολογικά και φιλολογικά θέματα.

Έχει ασχοληθεί συστηματικά με την Ψυχανάλυση λακανικής κατεύθυνσης. Το 2014 εκδόθηκε από τη Βικελαία Βιβλιοθήκη το βιβλίο του"Λέξεις τουρκικής προέλευσης στο κρητικό ιδίωμα".

Σχόλια