Απόψεις

Θρησκευτικά: Τα νέα δεδομένα μετά την απόφαση του ΣτΕ

Έχει «ταράξει τα νερά» η εξέλιξη με το μάθημα των Θρησκευτικών

Στα τελευταία 30 χρόνια, με εργώδεις προσπάθειες πολλών παραγόντων και πρωτίστως των θεολόγων της τάξης, το μάθημα των Θρησκευτικών κατέβαλε τεράστιες προσπάθειες για να αναδείξει την παιδαγωγική του αποστολή, να κατοχυρώσει τη θέση του ως μάθημα γενικής παιδείας, να εκσυγχρονίσει τα διδακτικά υλικά και τις μεθόδους του.

Όλα αυτά κατορθώθηκαν με βάση το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο, το οποίο επί δεκαετίες δεν έχει αλλάξει.

Γράφει ο Γεώργιος Στριλιγκάς, Συντονιστής Εκπαιδευτικού Έργου Θεολόγων

Συγκεκριμένα, το μάθημα των Θρησκευτικών είναι υποχρεωτικό και κοινό για όλους τους μαθητές, με δυνατότητα απαλλαγής όσων προβάλλουν λόγους θρησκευτικής συνείδησης. Σε αναγνωρισμένα μειονοτικά σχολεία υπάρχει η δυνατότητα διδασκαλίας διαφορετικού μαθήματος, σύμφωνα με το δόγμα των μαθητών που φοιτούν σε αυτά. Το τελευταίο σχετίζεται και με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας. Ο διδακτικός προσανατολισμός και η ανάπτυξη των περιεχομένων του μαθήματος θεμελιώνεται στη συνταγματική επιταγή για την «ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης». Για την ερμηνεία αυτής της ρήσης χρειάστηκαν πολλά βήματα, για να καταλήξουν οι νομικοί στη διευκρίνιση ότι η φράση σημαίνει: «Ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης». Αυτή η θέση ερμηνεύτηκε διαχρονικά από τους παιδαγωγούς, καθώς και από την Εκκλησία, ως υποχρέωση του μαθήματος να έχει Ορθόδοξο προσανατολισμό, σύμφωνα με τα «γνήσια στοιχεία της Ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης».

Η εμπειρία έχει δείξει ότι το μάθημα θα μπορούσε να συνεχίσει να εκπληρώνει με επιτυχία την αποστολή του με βάση αυτό το μοντέλο, παρά τις όποιες αδυναμίες, καθόσον αυτό είναι συμβατό με τον γενικό σκοπό της εκπαίδευσης, η οποία οφείλει «να συμβάλει στην ολόπλευρη, αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των διανοητικών και ψυχοσωματικών δυνάμεων των μαθητών, ώστε, ανεξάρτητα από φύλο και καταγωγή, να έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες και να ζήσουν αρμονικά» (Ν. 1566/1985).

Ποια είναι λοιπόν τα νέα δεδομένα που προκύπτουν από τις πρόσφατες Αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας για το μάθημα;

Καταρχάς, σύμφωνα με την Ανακοίνωση του Συμβουλίου και σε αναμονή του πλήρους κειμένου των Αποφάσεων, «το μάθημα απευθύνεται αποκλειστικά στους Ορθόδοξους Χριστιανούς μαθητές». Όσοι γνωρίζουν τα εκπαιδευτικά πράγματα κατανοούν ότι αυτό το «αποκλειστικά» δεν περιλαμβάνει όλον τον μαθητικό πληθυσμό και ότι μπορεί να υλοποιηθεί μόνο μέσα από διαδικασίες ελεύθερης επιλογής του μαθήματος. Άλλη μέθοδος δεν υπάρχει.

Επιπρόσθετα, «η Πολιτεία οφείλει, εφόσον συγκεντρώνεται ικανός αριθμός μαθητών που απαλλάσσονται, να προβλέψει τη διδασκαλία ισότιμου μαθήματος». Είναι προφανές ότι η Πολιτεία «οφείλει», πλέον, να εισάγει τη διδασκαλία και άλλων «ομολογιακών» μαθημάτων και προφανώς ενός ειδικού μαθήματος για τους άθεους. Η Ένωση Αθέων έχει ζητήσει, ήδη, ένα τέτοιο μάθημα μέσα από τις προσφυγές της και, μάλλον, έπονται οι μουσουλμάνοι. Αυτό θα γίνεται, πλέον, όπου «συγκεντρώνεται ικανός αριθμός μαθητών» και όχι μόνο στα μειονοτικά σχολεία.

Με αφετηρία τα παραπάνω σημεία των Αποφάσεων που είναι κομβικά, προκύπτουν και άλλοι εύλογοι προβληματισμοί: Τέλος πάντων, ποιος μπορεί να κρίνει εάν μια διδασκαλία συμβάλει στην ανάπτυξη Ορθόδοξης συνείδησης ή εάν κάποια διδακτικά υλικά είναι «άσχετα ή αντίθετα με την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία»; Στο ζήτημα αυτό θα μπορούσε να έχει, ασφαλώς, βαρύνουσα σημασία η γνώμη της Εκκλησίας, η οποία όχι μόνο δεν προσέφυγε εναντίον των Προγραμμάτων, αλλά συνέβαλε με παρατηρήσεις για τη βελτίωσή τους. Επιπλέον, είναι σημαντική η εμπειρία των μαθητών και των δασκάλων τους, ως τελικών συντελεστών της προτεινόμενης μάθησης και από τους οποίους οι πρώτες εντυπώσεις από την εφαρμογή των Προγραμμάτων ήταν εξαιρετικά ενθαρρυντικές. Ακόμη, θα μπορούσε να δώσει συμπεράσματα μια σοβαρή επιστημονική έρευνα. Ήδη, έχουν εμφανιστεί δείγματα τέτοιων ερευνών. Κοντολογίς, κατά πόσο είναι σωστό να κρίνονται στα δικαστήρια τόσο ευαίσθητα παιδαγωγικά και θεολογικά ζητήματα;

Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ο μακαριστός Μητροπολίτης Νικοπόλεως Μελέτιος, σε μελέτη του γύρω από τις σχέσεις Εκκλησίας και Κράτους, έγραφε: «Η αντίδραση κατά του ομολογιακού χαρακτήρα του μαθήματος των Θρησκευτικών οδηγεί στο δίπολο: ή μάθημα θρησκειολογικό, ή μάθημα του Ορθόδοξου Πολιτισμού της Ελλάδας (Ορθόδοξη Θεολογία, Ορθόδοξη Τέχνη, Ορθόδοξο ήθος) και να μείνει σαν τέτοιο υποχρεωτικό, παρά να καταντήσει προαιρετικό (κάτι που διαφορετικά δε θα αποφευχθεί, με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας). Στην περίπτωση αυτή θα διατηρηθούν στα Πανεπιστήμια και οι Θεολογικές Σχολές, κάτι πολύ χρήσιμο και ωφέλιμο». Στη συγκεκριμένη αναφορά αυτού του σοφού ιεράρχη, πέρα από την πρότασή του για τον χαρακτήρα του μαθήματος, προκαλεί εντύπωση η οξυνούστατη και ίσως προφητική παρατήρηση ότι το μάθημα κινδυνεύει να καταντήσει προαιρετικό και μάλιστα με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Όπως έχω ξαναγράψει, τα Προγράμματα Σπουδών έρχονται και παρέρχονται, καθόσον η επιστήμη προχωρεί και η κοινωνία αλλάζει. Το μείζον είναι να συνεχίσει να υπάρχει το μάθημα, διότι μόνο έτσι θα μπορεί να «φωτίζει τους ανθρώπους», όπως έλεγε ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο οποίος ίδρυσε τόσα σχολεία. Με επισφαλείς τους όρους ύπαρξης και λειτουργίας του μαθήματος, όλα τα υπόλοιπα είναι δευτερεύοντα. Πρώτα εξασφαλίζουμε τον χώρο που θα κτίσουμε και μετά συζητούμε για το οικοδομικό σχέδιο.

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, οι πρόσφατες Αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας ανοίγουν διάπλατα τον δρόμο για την -μη γένοιτο- οριστική υποβάθμιση του μαθήματος των Θρησκευτικών.

Σχόλια