Απόψεις

Το Ολοκαύτωμα των δυτικών Χωριών της Ιεράπετρας

Τα γεγονότα, η σκοπιμότητα, οι εντολές, η ευθύνη

Αφουκραστείτε να σας πώ αγαπητοί μου φιλοι

Όλα τα επεισόδεια που γίνηκαν στη Σύμη

Και θα σας πω από την αρχή πια ήταν η αιτία

Από την στιγμή που πέταξε τα όπλα η Ιταλία

Θάρρος πολύ επήραμε χωρίς να το σκεφτούμε

Το πώς θα δώσωμε αφορμή για να καταστραφούμε…

Με τα λόγια αυτά ο λαϊκός ποιητής ξεκινά να εξιστορεί τα συνταρακτικά γεγονότα του Μαύρου Σεπτέμβρη του 43, τα γεγονότα που οδήγησαν στο ολοκαύτωμα των Δυτικών Χωριών του Δήμου Ιεράπετρας.

Του Σπύρου Τσικαλουδάκη, δικηγόρου, τ. Αντιδημάρχου Ιεράπετρας

Αμέσως μετά την κατάρευση του Αλβανικού μετώπου και την επιστροφή των μαχητών στους τόπους τους, από τις πρώτες κιόλας μέρες της κατοχής, «ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ» όπως –όχι άδικα- έχει αποκληθεί η Κρήτη, άρχισε να ζει στον πυρετό της Αντίστασης και στον παλμό του αγώνα για την απελευθέρωση. Η Κρήτη γέμισε από αντιστασιακές ομάδες και πυρήνες σε πόλεις και χωριά.

Η «Κρητική Εθνική Επαναστατική Επιτροπή» του Ταγματάρχη Αλέξανδρου Ραυτόπουλου που αργότερα μετονομάστηκε σε Εθνική Οργάνωση Κρήτης (ΕΟΚ), η οργάνωση του Ν. Μανουσάκη, η «Φιλική Εταιρεία Σητείας» του Στρατηγού Παύλου Καλομενόπουλου, είναι μερικές από τις πρώτες αντιστασιακές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στο νομό Λασιθίου.

Στην επαρχία Βιάννου που μέχρι το 1932 υπαγόταν στον νομό Λασιθίου εκτεινόμενη μέχρι τον ποταμό του Μύρτου, εγκαταστάθηκαν οι Ιταλοί τις αρχές του Φθινοπώρου του 1941, και είχαν την κυριαρχία της ως το Καλοκαίρι του 1942, που η περιοχή πέρασε στα χέρια των Γερμανών. Η μοναδική παρουσία Ιταλών στα «Συμιανά χωριά» όπως έχουν αποκληθεί από τους ιστορικούς τα χωριά της Δυτικής Ιεράπετρας, την περίοδο αυτή ήταν ένα Ιταλικό φυλάκιο στο Μύρτος. Η συμπεριφορά των Ιταλών δεν ήταν τόσο συμπεριφορά κατακτητή, όσο γλεντοκόπου και πλιατσικολόγου. Ετσι, κύριος στόχος των αντάρτικων ομάδων στα πρώτα χρόνια της κατοχής ήταν η βοήθεια διαφυγής των υπολειμμάτων του συμμαχικού στρατού που δεν είχαν προλάβει να εγκαταλείψουν το νησί, η συλλογή πληροφοριών και άλλες συναφείς δραστηριότητες.

Το Μάρτη του 1942, έρχεται από τον Ψηλορείτη στα Λασιθιώτικα βουνά ο Εμμανουήλ Μπαντουβάς με την ομάδα του, που αριθμούσε 20 έως 30 άνδρες και κάνει το λημέρι του στο σπήλιο του Χαμέτη. Στην αρχή έχει επαφές μόνο με τους βοσκούς της περιοχής αργότερα όμως ο ίδιος ο Μπαντουβάς επισκέπτεται τα γύρω χωριά και δημιουργεί πυρήνες εσωτερικής αντίστασης που δουλεύουν με μεγάλη δραστηριότητα και πλήρη συναίσθηση της ιερής αποστολής τους. Ενισχύεται άμεσα και από τους Κρασαναδάμη και Νικόλαο Πλεύρη από το Οροπέδιο Λασιθίου, το γιατρό Παπαμαστοράκη ή Γερουλάνο από τη Βιάννο και άλλους γενναίους άνδρες.

Το καλοκαίρι του 1942 κάνει την εμφάνισή του επίσημα στην Κρήτη η οργάνωση του ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο) με την συμμετοχή του στη μεγάλη σύσκεψη που γίνεται κοντά στις Αρχάνες από εκπροσώπους των ενόπλων τμημάτων και των Οργανώσεων Εσωτερικής Αντιστάσεως. Στη σύσκεψη παίρνουν μέρος και μερικά στελέχη των ανταρτών που βρίσκονται στου Χαμέτη και έχουν προσχωρήσει ιδεολογικά στο ΕΑΜ, παραμένουν όμως μέλη των ανταρτικών ομάδων του Μπαντουβά.

 Ετσι δημιουργούνται δύο αντιστασιακές οργανώσεις στην περιοχή, με κοινό στόχο την απελευθέρωση από τον κατακτητή, αλλά με διαφορετικές πολιτικές κατευθύνσεις. Ολοι όσοι ανήκουν στις αντιστασιακές ομάδες ΕΑΜ ή ΕΟΚ συνεργάζονται για τον κοινό σκοπό και όλων οι προσπάθειες συναντιούνται πάνω στο λημέρι του Χαμέτη.

Μέχρι τις αρχές του καλοκαιριού του 1943 τα δελτία ειδήσεων που έρχονται από το βουνό στις τοπικές οργανώσεις των χωριών της περιοχής εκδίδονται με τον τίτλο «Στρατηγείο Ελεύθερων Σκοπευτών». Από τον Ιούλιο όμως του ίδιου χρόνου πολλά από τα δελτία αυτά, ενώ προέρχονται από το ίδιο λημέρι εκδίδονται με τον τίτλο ΕΑΜ. Το γεγονός αυτό δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο διάσπασης του αντιστασιακού κινήματος στην περιοχή, μετά από προσπάθειες όμως καταφέρνει να παραμείνει ενωμένο στον κοινό αγώνα.

Μετά την πτώση του Μουσολίνι τον Ιούλιο 1943, παρατηρείται μια έντονη κίνηση στις δραστηριότητες των ανταρτικών ομάδων του Μπαντουβά. Από το συμμαχικό στρατηγείο της Μέσης Ανατολής φτάνουν ειδήσεις που κάνουν όλους να πιστέψουν πως οι σύμμαχοι ετοιμάζουν απόβαση στα νοτιοανατολικά παράλια της Κρήτης. Μάλιστα στις 8 Αυγούστου 1943 οι σύμμαχοι ρίχνουν πολεμοφόδια στη Δίκτη, ενώ ο ταγματάρχης Λή Φέρμορ παραμένει στο λημέρι του Χαμέτη όλο το πρώτο εικοσαήμερο του Αυγούστου και με αντάρτες επισκέπτεται τα χωριά Ρίζα, Γδόχια, Μουρνιές, Μύθοι και Μύρτος. Ολες αυτές οι κινήσεις και δραστηριότητες φανερώνουν ότι ο Μπαντουβάς και όλα τα στελέχη του πραγματικά πιστεύουν πως θα γίνει η απόβαση, γι αυτό και είχαν πάρει απόφαση ή και εντολή να δράσουν.

Ο ίδιος ο Μπαντουβάς διηγείται στον Ασκληπιό Θεοδωράκη και στο βιβλίο του «Εθνική Αντίστασις της Κρήτης»: «….περί των προθέσεων των συμμάχων δια την επιλογήν αποβάσεως εις Ιεράπετραν, ειδοποιούμαι εάν θα βοηθούσα με τις δυνάμεις μου στις μελετώμενες τούτες αποβάσεις των…».

 Ο Μουρέλος όμως στο βιβλίο του «η μάχη της Κρήτης» αμφισβητεί σφόδρα αυτή την άποψη γράφοντας ότι «…ήξερε καλά ο Μπαντουβάς από επίσημη πηγή ότι δεν θα γινότανε αποβάσεις των συμμαχικών δυνάμεων στην Κρήτη και γι΄αυτό, στην κρίσιμη αυτή περίοδο, ήθελε να δημιουργήσει μια σοβαρά αναταραχή που να ταράξει τους Γερμανούς και να τους κάνει να υποψιαστούν πως πρόκειται για κάτι πολύ σοβαρό, παρ΄ ότι γινότανε…».

Και οι Γερμανοί όμως φαίνεται πως έχουν τις ίδιες πληροφορίες για απόβαση για αυτό και άρχισαν να οχυρώνουν την ευρύτερη περιοχή της Ιεράπετρας με πυροβολεία και άλλα έργα.

Στις 8 Σεπτεμβρίου του 1943 γίνεται η απόβαση στη Σικελία και ο τότε ο Ιταλός διοικητής του νομού Λασιθίου στρατηγός Κάρτα με τον αρχηγό της αντικατασκοπίας Ταβάνα προσχωρεί στους συμμάχους και απάγεται εκουσίως.

Οι Γερμανοί ήδη είχαν αναλάβει τη διοίκηση του νομού Λασιθίου από τον Απρίλιο του 1943.

Στη Βιάννο είχε εγκατασταθεί ένα Τάγμα γερμανικού στρατού, από το Καλοκαίρι του 1942, και είχε αναλάβει το φυλάκιο της Άρβης, ενώ από τις αρχές Φεβρουαρίου του 1942 είχαν εγκαταστήσει φυλάκιο και στον Τσούτσουρο. Από το Μάιο του 1943 είχαν εγκαταστήσει προκεχωρημένο φυλάκιο, από τρεις άνδρες, στην Κάτω Σύμη, με προφανή στόχο την κατασκόπευση της Περιοχής, αλλά εμφανή σκοπό τη συγκέντρωση Πατατών για τις διατροφικές ανάγκες του στρατού τους. Παράλληλα προχώρησαν στη ναρκοθέτηση όλης της περιοχής από την Αγία Γαλήνη ως την Ιεράπετρα.

Οι παράδοση της Ιταλίας στα συμμαχικά στρατεύματα δημιούργησε έντονο κλίμα ευφορίας στις ανταρτικές ομάδες στου Χαμέτη, που οδήγησε την ηγεσία σε λανθασμένες εκτιμήσεις και σε επικίνδυνες, όπως αποδείχθηκε αργότερα, αποφάσεις οι οποίες ήταν η αφορμή για το μετέπειτα ολοκαύτωμα. Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι από τον Αύγουστο 1943 η ομάδα του Ποδιά είχε αποχωρήσει από το λημέρι του Χαμέτη και είχε εγκατασταθεί στη θέση «Αλευρά».

Ο Μανόλης Μπαντουβάς, μετά από σύσκεψη που έκαμε στο Λάπαθο με τους επιτελείς του, στις 9 Σεπτεμβρίου, διατάσσει, όπως αργότερα ισχυρίσθηκε, μόνο την αιχμαλώτιση και όχι την θανάτωση των ανδρών του φυλακίου της Κάτω Σύμης. Στις 10 Σεπτεμβρίου του 1943, μέρα Παρασκευή μία ολιγομελής ομάδα ανταρτών από πέντε συνολικά άνδρες υπό το Χρήστο Μπαντουβά, κατεβαίνει στην Κάτω Σύμη και σκοτώνει 2 Γερμανούς στρατιώτες μέσα στο σπίτι που έμεναν, ενώ αυτοί κοιμούνταν.

Τη μοιραία αυτή, για τον τόπο, ενέργεια των ανταρτών ο Μπαντουβομανόλης απέδωσε αργότερα σε διαταγή του στρατηγείου της Μέσης Ανατολής. Οι συνεργαζόμενοι όμως μ’ αυτόν Άγγλοι Πράκτορες Νταμπάμπιν και Λή Φέρμορ τον διέψευσαν κατηγορηματικά και δήλωσαν ότι οι ίδιοι δεν είχαν γνώση του γεγονότος. Ποιος όμως λέει την αλήθεια μένει προς το παρόν άγνωστο. Πάντως ο λαϊκός ποιητής θέλει τον αρχηγό να μην έχει δώσει διαταγή εκτέλεσης:

 «Ο Μπαντουβάς ο αρχηγός επόνεσε η ψυχή ντου

Γιατί αυτοί επράξανε χωρίς την διαταγή ντου»

Ο ίδιος ο Μπαντουβομανώλης στα απομνημονεύματά του αναφέρει επί λέξει: «…Διατάσσω να πάνε να εξουδετερώσουνε το φυλάκιο των Γερμανών όπου είναι στη Σύμη ως σύνδεσμοι των Ιταλών».

Πολλοί χαρακτήρισαν τη σφαγή των δυο Γερμανών σαν ανόητη ενέργεια αφού α) είχε αρνητικές συνέπειες στην περιοχή αλλά και στο αντάρτικο: Η σφαγή αρκετών εκατοντάδων από τον άμαχο πληθυσμό, χωρίς τη βοήθεια του οποίου δε θα υπήρχε αντάρτικο, ο ανείπωτος πόνος, η ορφάνια, ο αφανισμός. Ένα τεράστιο τίμημα. Β) «Ανόητη» επίσης και «εγκληματική» κατά πολλούς, γιατί δεν είχε καμιά πολεμική σκοπιμότητα και ήταν αντίθετη προς τις οδηγίες του αρχηγού της Βρεττανικής αποστολής Τομ Νταμπάμπιν. Η αποδοκιμασία αυτής της ενέργειας ιδιαίτερα από τους βρεττανούς είναι ξεκάθαρη, όπως δείχνουν: α' «Η τελική βρεττανική Έκθεση για την Κατοχή στην Κρήτη» Ν.Α.Κοκονά, σελ 91-93 και 210. β' Η δημοσιευμένη στην Εφημ. «Κρητικό Φως» επιστολή του Λη Φέρμορ προς το δικηγόρο Βαγγέλη Σκουλά, γ' Η γνώμη του Μιχ. Ακουμιανάκη, αρχηγού τότε των μυστικών υπηρεσιών, που βρίσκομε στον Δ' τόμο του Ασκληπιού Θεοδωράκη ,κ.α.

Στην “Εκθεση των ωμοτήτων” που συνέταξαν οι Νίκος Καζαντζάκης, Ιωάννης Κακριδής και Ιωάννης Καλιτσουνάκης, υιοθετεί μια επιεική για τον καπετάν Μανόλη Μπαντουβά εκδοχή για τα προηγηθέντα της μεγάλης καταστροφής στην επαρχία Βιάννου, μιας καταστροφής που έρχεται δεύτερη μόνο σε σύγκριση μ’ εκείνη των Καλαβρύτων, σε επίπεδο Ελλάδας, για την περίοδο της κατοχής 1941-1945. Αναφέρει η Εκθεση ότι ο αρχηγός του ανταρτικού σώματος της κεντρικής Κρήτης Εμμανουήλ Μπαντουβάς “λαβών διαταγάς παρά των Αγγλων να προκαλέσει επεισόδια εν Βιάννω, ώστε να απασχοληθεί εκεί γερμανικός στρατός εφόνευσε εις το χωρίον Σύμη της Βιάννου δυο Γερμανούς στρατιώτες”.

Μια άλλη ερμηνεία που δίδεται από τον Γεώργιο Κάββο στην ιστορία του είναι σε βάρος του Καπετάν Μανόλη Μπαντουβά. Αναφέρεται στην ιστορία του Κάββου ότι “ο καπετάν Μανόλης Μπαντουβάς τον καιρόν αυτόν είχε πεισθεί ότι από μέρα σε μέρα θα γινόταν συμμαχική απόβαση στην Κρήτη (βρισκόμαστε στο Σεπτέμβριο του 1943) και, όπως ήταν φιλόδοξος, ήθελε να είχε την πρωτοβουλία των επιχειρήσεων και για το σκοπό αυτό διέταξε την αποστολή μικρού τμήματος ανταρτών στο χωριό Κάτω Σύμη για να συλλάβει αιχμαλώτους τους τρεις Γερμανούς στρατιώτες που είχαν εγκατασταθεί στο εκεί φυλάκιο για να συγκεντρώνουν πατάτες για τις ανάγκες του γερμανικού στρατού».

Προκύπτουν ωστόσο τα ερωτήματα αν έπρεπε να γίνει η μάχη αυτή και αν ωφέλησε ή όχι η διεξαγωγή της.

Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν μπορεί να είναι απλή. Για την περιοχή μας βέβαια η μάχη, χωρίς καμιά αμφιβολία, υπήρξε ολέθρια: τέσσερις εκατοντάδες νεκροί, ένδεκα χωριά καμένα και κατεδαφισμένα τα περισσότερα, χιλιάδες άνθρωποι να ζουν πρόσφυγες σε άλλα χωριά μέσα κι έξω από την επαρχία πεινασμένοι και ρακένδυτοι, πολλοί από τους οποίους πέθαναν από τις κακουχίες, συνθέτουν την εικόνα της ερήμωσης και της πιο μεγάλης καταστροφής. Κι όλα αυτά θα μπορούσαν να αποφευχθούν, αν δεν γινόταν η μάχη με τους Γερμανούς, ή μάλλον ο φόνος των δύο Γερμανών του φυλακίου της Σύμης, που είχε ως επακόλουθο και φυσική συνέπεια τη μάχη με τις ολέθριες επιπτώσεις της στην περιοχή μας.

 

Γιατί λοιπόν δόθηκε η διαταγή να εξουδετερωθεί το φυλάκιο της Σύμης;

Ο Λη Φέρμορ σε επιστολή του (“ΤΟ ΒΗΜΑ”, 19-9-1979) αναφέρει: “Οι διαταγές που έλαβα από το Συμμαχικό Στρατηγείο... ήταν να αποφευχθεί κάθε προστριβή με τους Γερμανούς εκείνη την πολύ κρίσιμη στιγμή-δηλαδή τις μέρες της ιταλικής συνθηκολόγησης-για να μπορέσουμε εμείς να παραλάβουμε ανενόχλητοι τον ιταλικό οπλισμό, που θα μοιραζόταν μετά στις κρητικές αντιστασιακές δυνάμεις”.

Τι θα εξυπηρετούσε μια τέτοια ενέργεια, που ήταν άλλωστε έξω από τους σκοπούς του αντάρτικου εκείνη την περίοδο και που θα είχε ασφαλώς ως συνέπεια να καταστραφεί η περιοχή και να αποδεσμευτούν οι πολυάριθμες γερμανικές δυνάμεις, που ήταν καθηλωμένες όχι μόνο στην περιοχή της Βιάννου και Δυτικής Ιεράπετρας, αλλά και σε άλλα μέρη του Ν. Ηρακλείου εξαιτίας ακριβώς των ανταρτών; Ηταν ενέργεια μελετημένη, σκόπιμη ή απερίσκεπτη; Ηταν ένα ανθρώπινο λάθος; ‘Η μήπως ήταν αποτέλεσμα παραπλανητικών πληροφοριών από τους Αγγλους για αποβάσεις στην Κρήτη, που διοχετεύθηκαν σκόπιμα στον Μπαντουβά, ώστε να διαρρεύσουν και προς τους Γερμανούς και να τους παραπλανήσουν και έτσι να καλυφθεί η πραγματική πρόθεσή τους για εισβολή στη Σικελία; Και τί τάχα θα ήταν η καταστροφή της επαρχίας Βιάννου και της Δυτικής Ιεράπετρας μπροστά στην εκπλήρωση του σκοπού αυτού;

Ο Ραλφ Στόκμπριτζ, μέλος της βρετανικής οργάνωσης που δρούσε στην Κρήτη έχει πεί: “Αν έχω κριτική καθόλου των πράξεων της SOE (=Υπηρεσίας Ειδικών Επιχειρήσεων) στην Κρήτη, είναι ότι το Γραφείο τους στο Κάιρο έπρεπε να απαγορεύει αυστηρότατα την εκτέλεση σαμποτάζ, εκτός αν ήταν απόλυτη ανάγκη να γίνουν. Το επιτυχές σαμποτάζ πολλών αεροσκαφών και αποθηκών βενζίνης σε αεροδρόμια Ηρακλείου άξιζε βεβαίως τον κόπο. Αντιθέτως ο άσκοπος σκοτωμός ολίγων Γερμανών στρατιωτών, είτε από κομμάντος εξ Αιγύπτου είτε από Ελληνες αντάρτες, ήταν εγκληματικά ανόητος, όταν προκαλούσαν τουφεκισμούς αθώων χωρικών ή την καταστροφή ακόμα και ολόκληρων χωριών. Σχεδόν πάντοτε η συλλογή αξιόλογων πληροφοριών άξιζε πολύ περισσότερο”.

Ο Άντονυ Μπήβορ καταγράφει ουσιαστικά από την σκοπιά των Εγγλέζων τα όσα έγιναν στη Βιάννο και την στάση του Μπαντουβά.Αφηγείται την προσπάθεια του Ιταλού στρατηγού Carta να προσεγγίσει τους συμμάχους και τις προσπάθειες των τελευταίων να τον φυγαδεύσουν.

Αναφέρει επί λέξει:

«Στο μεταξύ έγινε κάτι που απέλπισε όλους τους Βρετανούς αξιωματικούς στο νησί· ο Μπαντουβάς, αντίθετα με τις οδηγίες, είχε επιτρέψει στους άντρες του να επιτεθούν σε Γερμανούς στρατιώτες στην περιοχή της Βιάννου.

Η βρετανική έκθεση, όπως την έχει δημοσιεύσει ο Ν. Κοκονάς, είναι σε πολλά σημεία ταυτόσημη με τα όσα γράφει ο Α. Μπήβορ. Η έκθεση περιγράφει την ανακωχή με την Ιταλία (8 Σεπτέμβρη) και την ανάληψη του ιταλικού τομέα από τον στρατηγό Μύλερ. Και σημειώνουν:

«Οι Έλληνες επίσης έκριναν πως την ανακωχή πρέπει ν’ ακολουθήσει εισβολή και περίμεναν σύντομα απελευθέρωση της πατρίδας τους. Ο συντ/ρχης ΠΛΕΥΡΗΣ ήταν προετοιμασμένος να ενωθεί με τους Ιταλούς και να κρατήσει το Λασίθι ως προγεφύρωμα εφόσον του παραχωρούνταν όπλα, τρόφιμα, αεροπορική υποστήριξη και μικρές έστω βρετανικές δυνάμεις. Ο ΜΠΑΝΤΟΥΒΑΣ δεν περίμενε διαταγές και υποσχέσεις αλλά έσπευσε και σκότωσε τους πιο κοντινούς Γερμανούς, τρεις άνδρες ενώ μάζευαν πατάτες στην Κάτω Σύμη (C. 4504) και στη συνέχεια ξεκαθάρισε τη μικρή γερμανική φρουρά στη Βιάννο (C. 3705) και Αρβη (Η. 4198) και αφόπλισε το πλησιέστερο ιταλικό φυλάκιο.

Μόλις οι Γερμανοί στη Βιάννο μαθαίνουν τα γεγονότα στη Σύμη, αμέσως κινητοποιούνται προς διαλεύκανση και διακρίβωσή τους. Ένας Λόχος στρατού ξεκίνησε προς την Κάτω Σύμη, ο οποίος έφτασε στην Περιοχή στις 12 του μήνα, μέρα Κυριακή, γύρω στις 10 η ώρα.

Ο Μπαντουβάς δεν μπορούσε να πράξει αλλιώς παρά να αντιμετωπίσει αυτή τη δύναμη, γιατί κινδύνευε το χωριό. Σε σύσκεψη που έγινε στο Λάπαθο με τη συμμετοχή των ∆ημήτρη Παπά, Γιάννη Ποδιά κ.ά ελήφθη η απόφαση να προστατευθεί η Κάτω Σύμη από τα αντίποινα των Γερμανών, με μάχη. Παράταξε λοιπόν τους άνδρες του, γύρω στους 40, στη μικρή κοιλάδα μπροστά από το χωριό και περίμενε τον εχθρό. Κι όταν μπήκε μέσα σ’ αυτή, οι αντάρτες τού επιτέθηκαν με καταιγιστικά πυρά. Η μάχη κράτησε μέχρι τις 5 το απόγευμα, ο Γερμανικός λόχος διαλύθηκε και οι απώλειες του ήταν βαριές. Ο αριθμός των σκοτωμένων είναι ακόμη αδιευκρίνιστος. Τον ανεβάζουν από 40 ως 200. Πιάστηκαν δε και 12 Γερμανοί στρατιώτες αιχμάλωτοι οι οποίοι οδηγήθηκαν στο λημέρι του Χαμέτη.

Από τους αντάρτες σκοτώθηκε μόνον ένας ο Απόστολος Βαγιωνάκης από τους Μύθους, ο οποίος, κατά τις αφηγήσεις των συμπολεμιστών του, αγωνιζόταν όρθιος σαν πραγματικό λιοντάρι.

Η μάχη της Κάτω Σύμης και η βαριά τους ήττα, έκαμε τους Γερμανούς άγρια και ανήμερα θηρία. Την επομένη της μάχης συγκεντρώθηκε στη Βιάννο μια τεράστια στρατιωτική δύναμη, 1000 και πλέον ανδρών, υπό τον σκληροτράχηλο Ταγματάρχη Μάρτεν, με εντολή του στρατιωτικού ∆ιοικητή Νομού Ηρακλείου Μεράρχου Βάλτερ Μύλλερ, που στηριζόταν σε αντίστοιχη διαταγή του ∆ιοικητή Φρουρίου Κρήτης Στρατηγού Μπρούνερ Οσβαλτ Μπρόγιερ. Η διαταγή ήταν: «Να καταστρέψει την περιοχή από τη Βιάννο μέχρι τον ποταμό του Μύρτου. να εκτελέσει πάραυτα, χωρίς διαδικασία, τους άρρενες κατοίκους της, πάνω από 16 ετών και όλους που συλλαμβάνονταν στην ύπαιθρο, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας». Παράλληλα όλη η περιοχή από τη θάλασσα μέχρι την κορυφή των Λασιθιώτικων βουνών και τον ποταμό Σαραντάπηχο ονομάζεται νεκρή ζώνη.

Την ίδια μέρα, 13 Σεπτεμβρίου, μπήκε σε εφαρμογή το απάνθρωπο, βάρβαρο, εγκληματικό και κτηνώδες σχέδιο της ολοκληρωτικής καταστροφής της περιοχής και της εξόντωσης των κατοίκων της.

Ισχυρή δύναμη στρατού προχώρησε προς τα χωριά ανατολικά της Βιάννου, χωρισμένη σε τμήματα που ήλθαν ταυτόχρονα σε πολλά απ’ αυτά. Τα τμήματα αυτά επιχείρησαν να παραπλανήσουν τον πληθυσμό τους, και το πέτυχαν, λέγοντας τους, ότι δεν έχουν πρόθεση να τους κάμουν κακό. Ξεθάρρεψαν έτσι οι κάτοικοι και πολλοί επέστρεψαν στα σπίτια τους.

Την επόμενη, στις 14 Σεπτεμβρίου, άρχισε η καταστροφή και ο αφανισμός.

Στα χωριά της Βιάννου 273 άνθρωποι εκτελέστηκαν, άνδρες γυναίκες, παιδιά, γέροντες, νήπια. Ακόμη και ξεκοίλιασμα εγγείου γυναίκας αναφέρεται αλλά και εκτελέσεις γονιών μπροστά στα μάτια των ανηλίκων παιδιών τους.

Στην περιοχή των δυτικών χωριών της Ιεράπετρας τα τάγματα θανάτου φτάνουν την 15 Σεπτεμβρίου.

Οι Μυρτιανοί σκέφτονται να τους «καλοπιάσουν» και τους κερνούν ρακή με καρύδια και αυτοί τους δηλώνουν ότι το χωριό θα πυρποληθεί και πρέπει να το εκκενώσουν μέσα σε δύο ώρες. ∆εν τους κάνουν όμως λόγο για εκτελέσεις. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας συλλαμβάνουν όσους βρίσκουν και τους εκτελούν άμεσα. Ο τελικός σκληρός απολογισμός για το Μύρτο ανέρχεται σε 18 νεκρούς. Το απόγευμα βάζουν φωτιά στα σπίτια και ο Μύρτος γίνεται στάχτη και αποκαΐδια.

Προχωρώντας προς τα Γδόχια το υπόλοιπο Τάγμα βρίσκει και σκοτώνει καθ’ οδόν 12 άτομα. Ανάμεσα σ’ αυτούς είναι και τέσσερα άτομα από την ίδια οικογένεια και τέσσερις Κατωσυμιανοί. Μια γυναίκα εκτελείται καθώς θήλαζε το έξι μηνών αγοράκι της,

Φτάνοντας στο χωριό συλλαμβάνουν τα γυναικόπαιδα και τα κλείνουν στο σχολείο, ενώ εκτελούν στα Κάτω Γδόχια 5 άτομα και στη θέση Καρτσανά, νύχτα με φεγγάρι,17 άλλα. Καίνε επίσης ζωντανό ένα ανάπηρο και εκτελούν μια παράλυτη γυναίκα. Η κτηνωδία τους δεν είχε όρια. Τελικός απολογισμός στα Γδόχια 42 νεκροί.

Την επόμενη το πρωί, για να ολοκληρώσουν την καταστροφή, βάζουν φωτιά στα σπίτια του χωριού, που καταστρέφεται ολοσχερώς.

Στη Ρίζα και τις Μουρνιές οι Γερμανοί ήλθαν από το Συκολόγο, απ’ όπου ξεκίνησαν το Πρωί της 15ης Σεπτεμβρίου. Μετά την καταστροφή του Λουτρακίου βαδίζουν προς τη Ρίζα και φτάνουν στο μεσαίο συνοικισμό, τη Ζούρβα, συλλαμβάνουν δέκα άτομα και τα εκτελούν έξω από το παλιό σχολείο όπου ακόμα φαίνονται οι τρύπες από τις σφαίρες των εκτελεστών. Ύστερα έρχονται στο συνοικισμό Καημένο, όπου εκτελούν επί τόπου άλλα πέντε άτομα και καίνε τον συνοικισμό. Στη συνέχεια έρχονται στον τρίτο συνοικισμό του χωριού τη Σφακούρα, όπου κι εδώ εκτελούν επτά άτομα.

Από τη Ρίζα φτάνουν στις Μουρνιές και συλλαμβάνουν 15 άτομα, τα οποία οδηγούν σ’ αυτήν εδώ τη θέση που βρισκόμαστε όπου επίσης οδηγούνται και έξι Παρσώτες και εκτελούνται όλοι μαζί. Στην ίδια αυτή θέση όπου στις 10 Σεπτεμβρίου είχε υψώσει ο Μπαντουβάς τη σημαία της απελευθέρωσης.

Μετά τις ομαδικές αυτές εκτελέσεις η γερμανική στρατιωτική δύναμη αναχωρεί επιστρέφοντας στο Συκολόγο, ενώ το πρωί της επόμενης μέρας, 16 Σεπτεμβρίου, φτάνουν στις Μουρνιές οι γερμανοί των Γδοχίων, οι οποίοι κατακαίγουν το χωριό, που μετατρέπεται σε σωρό ερειπίων. Ένα δε τμήμα τους προχωρεί προς τη Ρίζα για να κάψει τους συνοικισμούς της.

Κατά το χρόνο όμως που διαδραματίζονταν τα τραγικά αυτά γεγονότα στις δύο επαρχίες, γίνονταν κάποιες προσπάθειες από τον τοποτηρητή της μητροπόλεως Κρήτης Ευγένιο Ψαλιδάκη και τον επίσκοπο Νεαπόλεως Διονύσιο Μαραγκουδάκη να πεισθεί ο Μύλλερ να διατάξει την αναστολή της πυρπόλησης των χωριών πράγμα που τελικά έγινε. Έτσι γλίτωσαν από την φωτιά οι δύο συνοικισμοί της Ρίζας και τα χωριά Μύθοι, Μάλλες, Χριστός και Παρσάς.

Στα τέσσερα αυτά τελευταία χωριά Μάλλες, Χριστό, Παρσά και Μύθους οι Γερμανοί κατέβηκαν από το Λασίθι μέσω του Καθαρού. Πρώτο τους θύμα γίνεται στο Μινό ένας Ριζώτης, που ήταν μάλιστα χωλός.

Στις Μάλλες συνέλαβαν και εκτέλεσαν 9 άτομα, από τα οποία ένας ήταν Παρσώτης. Στο Χριστό βρήκαν κι εκτέλεσαν επτά, στην Αγία Παρασκευή, στην ανατολική άκρη του, κι έριξαν τα πτώματά τους μέσα σε μια χαράδρα. Στον Παρσά συνέλαβαν επτά άτομα, που όπως προαναφέραμε εκτελέστηκαν σε αυτό εδώ το μέρος.

Από τις Μάλλες ένα τμήμα κατευθύνεται προς νότο κι έρχεται στο χωριό Μύθοι το οποίο όμως βρίσκουν άδειο αφού μια γυναίκα που είχε δει τις εκτελέσεις ειδοποίησε τους Μυθιανούς, οι οποίοι εγκατέλειψαν το χωριό. Ο μόνος που βρήκαν στο χωριό ήταν ένας γέροντας τον οποίο εκτέλεσαν.

Έτσι σε δύο μέρες, 15 και 16 του μαύρου εκείνου Σεπτέμβρη του ’43, όλη η περιοχή είχε μετατραπεί σ’ ένα απέραντο νεκροταφείο και είχε βυθισθεί σ’ ένα ωκεανό αβάστακτου πόνου και πένθους. Παντού διάσπαρτα πτώματα, παντού στάχτη και αποκαΐδια. Σε 404 άτομα ανέρχονταν οι νεκροί, 273 στα βιαννίτικα χωριά, 131 στα γεραπετρίτικα. Σε εκατοντάδες τα καημένα νοικοκυριά. Η μιζέρια, η κακομοιριά, η πείνα και η αθλιότητα βασίλευαν παντού.

Μια ατέλειωτη φάλαγγα από γυναικόπαιδα μπαίνει τις πρώτες απογευματινές ώρες στις 16 Σεπτεμβρίου στην Ιεράπετρα. Στιβάζονται ο ένας πάνω στον άλλο, κατάχαμα, χωρίς κουβέρτα, χωρίς νερό, χωρίς ελπίδα καμμιά στο τούρκικο σχολείο. Ο τότε επίσκοπος Ιεράπετρας Φιλόθεος Μαζοκοπάκης μπροστά στο θέαμα της φρίκης και της αθλιότητας που αντικρύζει ξεσπά σε λυγμούς.

Οι παντέρμοι πρόσφυγες βλέπουν από μακριά τα χωριά τους να καπνίζουν ακόμη και ο πόνος γίνεται ακόμη πιο βαθύς στη σκέψη ότι οι νεκροί τους μένουν άταφοι, αφού οι Γερμανοί ολοκληρώνοντας το στυγερό έγκλημά τους κήρυξαν την περιοχή νεκρή ζώνη.

Μόνο μετά από 45 μέρες, κα με την επέμβαση της διερμηνέως Αντωνίας Μαθιουδάκη δόθηκε 24ωρη άδεια στους πρόσφυγες να περιμαζέψουν ό,τι υπήρχε ακόμη από τους νεκρούς τους και να τους θάψουν πρόχειρα εκεί στις τοποθεσίες που τους σκότωσαν. Είναι πέρα από κάθε περιγραφή το ανατριχιαστικό θέαμα που αντίκριζε καθένας που πλησίαζε στον τόπο που υπήρχαν τα πτώματα. Αλλού τα χέρια, αλλού τα πόδια, αλλού το κεφάλι, φρικτά ακρωτηριασμένα κορμιά από τα όρνια και τους σκύλους, κορμιά που με φρίκη και πόνο έθαψαν οι ίδιοι οι συγγενείς τους. Ένα θέαμα που τοποθετεί αυτό το έγκλημα στα φρικτότερα εγκλήματα όλων των εποχών. Και ναι μεν οι πρωταίτιοι του ολοκαυτώματος Μπρούνερ, Μύλλερ και Σούμπερτ δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο το 1946, όμως η Ελληνική Δικαιοσύνη φρόντισε πραξικοπηματικά, πενήντα χρόνια μετά να ενταφιάσει κάθε αίτημα για τις περιλάλλητες πολεμικές αποζημιώσεις προς τα θύματα και τους συγγενείς τους

Παρά ταύτα τα χωριά μας επέζησαν.

Τα «Καημένα Χωριά» δεν έπαψαν ποτέ να θρηνούν τους νεκρούς τους, δεν έπαψαν ποτέ να παλεύουν μέσα στη δύσκολη μεταπολεμική και ταραγμένη κοινωνικά και πολιτικά περίοδο, με τον εμφύλιο πόλεμο σε λίγα χρόνια να συσσωρεύει και άλλα δεινά στις αδύναμες πλάτες τους, με εξουσίες άπονες να αδιαφορούν επί πολλά χρόνια ακόμα και για τις στοιχειώδεις υποδομές που σήμερα μας φαίνεται αδιανόητη η έλλειψή τους.

Τα «Καημένα Χωριά» τραγούδησαν τον πόνο τους και έδωσαν όρκο όπως καταλήγει ένα από τα πολλά ποιήματα της περιοχής μας:

«Θα κτίσομε πάλι πατρίδα

Από στάχτη φωτιά και καπνό».

Γιατί τα «Καημένα Χωριά» βίωσαν και ξέρουν καλύτερα από κάθε άλλο αυτό που ο μεγάλος μας στοχαστής Νίκος Καζαντζάκης διαλαλεί στην ΑΣΚΗΤΙΚΗ του:

«…Οι νεκροί σου δεν κείτονται στο χώμα.

Γενήκαν πουλιά, δέντρα, αέρας.

Κάθεσαι στον ίσκιο τους, θρέφεσαι με τη σάρκα τους,

αναπνές το χνώτο τους.

Γενήκαν ιδέες και πάθη και ορίζουν τη βουλή σου και την πράξη…».

Σχόλια