Απόψεις

Τα μηνύματα της κάλπης της 7ης Ιουλίου

Τα δύο μεγάλα κόμματα - οι δύο πόλοι του διπόλου - συγκεντρώνουν μαζί περί το 81%

Το εύκολο (και προφανές) συμπέρασμα από τα αποτελέσματα της κάλπης στη χθεσινή εκλογή είναι ότι η Νέα Δημοκρατία θριάμβευσε και ο Κυριάκος Μητσοτάκης δικαιώθηκε για την αντιπολιτευτική του γραμμή, η οποία τόσα πυρά συγκέντρωσε καθ’ όλη τη διάρκεια της τελευταίας 4ετίας.

Γράφει ο διευθυντής σύνταξης της εφημερίδας "Νέα Κρήτη" Γιώργος Ψαρουλάκης


Αλλά, πέραν τούτου, υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα που πρέπει να τεθούν στο τραπέζι της συζήτησης και θα τα δούμε στη συνέχεια (και στους μήνες που θα ακολουθήσουν) αναλυτικότερα. Αλλά είναι ευκαιρία να τα δούμε σε μια πρώτη (ίσως και επιπόλαιη) ανάγνωση, τώρα. Τα προφανή και τα λιγότερο προφανή. Ξεκινώντας, φυσικά, από τα προφανή.

Έχασε ο Τσίπρας ή κέρδισε ο Μητσοτάκης;

Θα γίνει ένα από τα “δημοφιλέστερα” ερωτήματα τις επόμενες ημέρες αυτό. Αν τις εκλογές τις «κέρδισε η Ν.Δ.» ή «τις έχασε ο ΣΥΡΙΖΑ». Συνήθως σε αυτά τα θέματα η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση, αλλά, επί τω προκειμένω, μάλλον ελαφρώς προκρίνεται το «έχασε ο ΣΥΡΙΖΑ». Όταν βγαίνεις με ατζέντα ανατροπής και όχι μόνο συμβιβάζεσαι (αυτό το “συγχώρεσαν” οι ψηφοφόροι τον Σεπτέμβρη του 2015) αλλά το πας ένα βήμα παραπέρα και γίνεσαι “βασιλικότερος του βασιλέως”, γίνεσαι το κόμμα που παίρνει τα εύσημα των Ευρωπαίων, τους οποίους “έφτυνες” πριν εκλεγείς... ε, κάπου χάνεις ένα κρίσιμο μέρος της μάζας των ψηφοφόρων σου. Βάλτε και την απώλεια του ηθικού πλεονεκτήματος (ανεξαρτήτως του αν οι σχετικές κατηγορίες, διαδόσεις και δημοσιεύματα είχαν ή όχι βάση) και την αδυναμία δημιουργίας μιας αντίρροπης δύναμης στην απόλυτη κυριαρχία της Ν.Δ. στον χώρο των media (το ΠΑΣΟΚ, προκειμένου να γίνει καθεστώς, είχε ξεκινήσει από την εξασφάλιση της “καλής πίστης” των media, μην το ξεχνάμε αυτό). Και κυρίως το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βγήκε ως “Αριστερά” και πολιτεύτηκε ως “Κεντροαριστερά” και μάλιστα... της φιλελεύθερης απόχρωσης.


Και όλα αυτά δεν είναι τόσο ότι έδιωξαν κόσμο από τον ΣΥΡΙΖΑ (άλλωστε το ποσοστό που πήρε, τηρουμένων των αναλογιών, δεν ήταν τραγικό) αλλά ότι... έστειλαν κόσμο στη Νέα Δημοκρατία και μάλιστα τόσο μαζικά, ώστε να της δώσει την αυτοδυναμία.
Η Νέα Δημοκρατία αυτό που έκανε ήταν να εκμεταλλευτεί δεόντως την αβελτηρία του ΣΥΡΙΖΑ, την κούραση του κόσμου από τη δεδομένη κατάσταση και την απόλυτη ισχύ της στον χώρο των media. Επίσης εκμεταλλεύτηκε δεόντως την εθνικιστική έξαρση λόγω του “Μακεδονικού” κι αυτό παρότι επί του πρακτέου η θέση της δε διαφέρει ιδιαίτερα από εκείνη του ΣΥΡΙΖΑ. Και ίσως το τελευταίο να ήταν και το καθοριστικό σημείο, αφού το ρεύμα που δημιουργήθηκε μπορεί μεν να τροφοδότησε ένα άλλο ακροδεξιό σχήμα (την Ελληνική Λύση) και να το έστειλε στη Βουλή, αλλά δεν εισπράχτηκε από τη Χρυσή Αυγή, όπως περίμεναν πολλοί. Οπότε, κυρίως έχασε ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά σαφέστατα κέρδισε και η Ν.Δ.

Επιστροφή στην “κανονικότητα”

Είναι πλέον επίσημο: Το ελληνικό πολιτικό σύστημα επέστρεψε στη “διπολική κανονικότητά” του. Σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, όπου η εξαφάνιση ή έστω η τεράστια πτώση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων εξουσίας άφησε ένα “κενό” το οποίο γέμισε η ακροδεξιά, στην Ελλάδα ο ΣΥΡΙΖΑ άρπαξε την ευκαιρία και, μετατρεπόμενος σε μια κεντροαριστερά τύπου... ΠΑΣΟΚ, πήρε τον κόσμο (και τη θέση στο πολιτικό σύστημα) του ΠΑΣΟΚ. Η πολιτεία του ΣΥΡΙΖΑ και το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών έδωσαν την εντύπωση ότι ίσως αυτό το νέο status quo θα έμπαινε σε κίνδυνο, αλλά η μερική ανάκαμψη των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ και το “σπάσιμο” της νοητής γραμμής που ορίζει το 30% παγιώνουν την παρουσία του κόμματος ως τον δεύτερο πόλο του νέου δικομματισμού στη χώρα.
Μπορούμε να εκλάβουμε το αποτέλεσμα των χθεσινών εκλογών ως τη μεγαλύτερη απόδειξη ότι η “κανονικότητα” επανέρχεται στο ελληνικό πολιτικό σύστημα (δηλαδή γενικότερα στη χώρα). Τα δύο μεγάλα κόμματα - οι δύο πόλοι του διπόλου - συγκεντρώνουν μαζί περί το 81%, ποσοστό που είχαμε να δούμε από το 2009, στις τελευταίες εκλογές “κανονικότητας” πριν από τα μνημόνια.


Θυμίζουμε: Στις εκλογές του Μάη του 2012, όταν Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ έπεσαν κάτω από το όριο του 20% και το συνολικό τους ποσοστό κινήθηκε κοντά στο 30%, το πολιτικό σύστημα της Ελλάδας βρισκόταν σε μια φάση πλήρους ανατροπής. Τότε ο γράφων είχε προβλέψει (σε επώνυμο άρθρο) ότι το αποτέλεσμα για το μεν ΠΑΣΟΚ ήταν μη αναστρέψιμο, αφού ήταν μοιραίο ότι η πλήρης διάρρηξη της σχέσης του με τις (μεσοκατώτερες) τάξεις, που ήταν ο κορμός της εκλογικής δύναμης του κόμματος που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου, θα είχε ως αποτέλεσμα την εκλογική του εξαφάνιση. Για δε τη Νέα Δημοκρατία, το αποτέλεσμα δε σήμαινε τίποτε πέραν της ανάγκης “ανασκουμπώματος”, αφού η εκλογική της βάση, δηλαδή η κοινωνική της βάση (η πλειοψηφία των συνταξιούχων, μεγάλη μερίδα των δημοσίων υπαλλήλων και φυσικά οι ελευθεροεπαγγελματίες και καταστηματάρχες), μπορεί να υπέφεραν αλλά δεν εξοντώθηκαν. Η Νέα Δημοκρατία, άλλωστε, ήταν συνεπής με το αφήγημά της και την ατζέντα της. Αντίθετα, τόσο οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα όσο και οι μικροεπαγγελματίες, που ήταν η εκλογική βάση του ΠΑΣΟΚ, επλήγησαν βάναυσα και οδηγήθηκαν στη φτωχοποίηση και σε πολλές περιπτώσεις και στην έξοδο από τη χώρα (μην ξεχνάμε ότι μισό εκατομμύριο Έλληνες μετανάστευσαν από το 2010 έως το 2015). Επίσης το ΠΑΣΟΚ, ενώ ήταν θεωρητικά ο προστάτης των μη προνομιούχων, οδήγησε τη χώρα στα μνημόνια και τις τάξεις που το στήριζαν στην οικονομική εξόντωση.
Η επιστροφή στην “κανονικότητα” του ελληνικού δικομματισμού υπογραμμίζεται έντονα από την επιστροφή στις κυβερνήσεις αυτοδυναμίας - από την εποχή του ΓΑΠ και την εκλογική του νίκη το 2009 είχαμε να δούμε αυτοδύναμη κυβέρνηση.
Η αδυναμία της Χρυσής Αυγής να εισέλθει στη Βουλή (πρόκειται για το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα “κόμματος της κρίσης” που από την πλήρη ανυπαρξία του 0,3% εκτοξεύτηκε έως και το 9,5%), εκτός από την πιο ευχάριστη είδηση αυτής της εκλογικής αναμέτρησης, είναι και μια ασφαλής ένδειξη επιστροφής στην κανονικότητα.
Τέλος, μια επιπλέον πινελιά στην “επιστροφή στην κανονικότητα”: το ΠΑΣΟΚ πέτυχε μια μικρή, αλλά προφανή ανάκαμψη, με το καλύτερο ποσοστό του της τελευταίας 7ετίας.

Το “αριστερό σκέλος” παραμένει ισχυρότατο

Στη Βουλή θα υπάρχουν δύο μόλις κόμματα που βρίσκονται στο δεξιό μέρος του πολιτικού φάσματος (Νέα Δημοκρατία, Ελληνική Λύση) και τέσσερα που βρίσκονται στο αριστερό τμήμα (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΙΝ.ΑΛ., ΚΚΕ, ΜέΡΑ25). Και παρότι προφανώς τα τρία εκ των τεσσάρων είναι “κεντροαριστερά” στην καλύτερη, η “αριστερή” πλευρά του φάσματος παραμένει ισχυρότερη της δεξιάς στη χώρα μας. Η Ελλάδα είναι μια από τις ελάχιστες χώρες της Ευρώπης όπου η ακροδεξιά δεν έχει γίνει κυρίαρχη δύναμη στο πολιτικό σκηνικό και οι νεοφιλελεύθεροι δεν έχουν αποκτήσει αυτόνομη (εκτός συντηρητικών κομμάτων, δηλαδή) εκπροσώπηση. Επίσης είναι ίσως η μοναδική χώρα της ηπειρωτικής Ευρώπης όπου ο καταποντισμός της παραδοσιακής Κεντροαριστεράς οδήγησε στην ανάδυση... μιας νέας Κεντροαριστεράς.


Τα συνδυασμένα ποσοστά των δεξιών κομμάτων (αν προσθέσουμε Χρυσή Αυγή, Δημιουργία Ξανά και δυο-τρία πολύ μικρότερα) κινούνται λίγο πάνω από το 46% και είναι ένα από τα υψηλότερα ποσοστά που έχουν λάβει μεταπολιτευτικά στην Ελλάδα, αλλά όχι και το υψηλότερο - το συνδυασμένο ποσοστό Ν.Δ. και ΛΑΟΣ στις εκλογές που κέρδιζε ο Κώστας Καραμανλής ήταν υψηλότερο. Τα ποσοστά των κομμάτων που τοποθετούνται στο αριστερό σκέλος του φάσματος βρίσκονται λίγο πάνω από το 52%, δείχνοντας ότι η πλειοψηφία των Ελλήνων (ανεξαρτήτως του ποιος κερδίζει τις εκλογές) κινούνται σε προοδευτική κατεύθυνση.
Σε κάθε περίπτωση, η τετραετία που έρχεται θα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και το Κοινοβούλιο... λίγο καθαρότερο. Μπορεί να μπήκε ξανά ένα συμπίλημα ακροδεξιών γραφικών (αναφερόμαστε φυσικά στην Ελληνική Λύση του... πωλητή των “αυθεντικών χειρόγραφων επιστολών του Ιησού” Βελόπουλου) στο Κοινοβούλιο, αλλά αφενός έφυγε ένα άλλο κόμμα-τρολ (Ένωση Κεντρώων) και κυρίως έμειναν εκτός Κοινοβουλίου οι νεοναζί, κάνοντας λίγο καθαρότερο το πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας.

Σχόλια