Απόψεις

Πόσο μας βλάπτει η αφρικανική σκόνη;

Στο ερώτημα πόσο βλαβερή για την υγεία είναι η μεταφορά της σκόνης απαντά ο Μανώλης Λέκκας

Το φαινόμενο της Αφρικανικής σκόνης που βλέπουμε κάποιες φορές να θολώνει την ατμόσφαιρα και ενίοτε  με τη συνοδεία βροχής να αφήνει το κοκκινωπό αποτύπωμα της σε όλες τις επιφάνειες δεν αποτελεί ένα φαινόμενο της σύγχρονης εποχής μας. 

Γράφει ο Εμμανουήλ Λέκκας, Μετεωρολόγος, MSc

Το φαινόμενο της μεταφοράς σκόνης από την Αφρική έχει καταγραφεί από την αρχαιότητα καθώς επίσης και σε μετέπειτα περιόδους. Ο Όμηρος, σύμφωνα με τον καθηγητή της Οξφόρδης  Andrew Goudie, για πρώτη φορά αναφέρεται στο φαινόμενο της “λασποβροχής”  και συγκεκριμένα στην Ιλιάδα γίνεται λόγος για “ματωμένες σταγόνες” που έριξε ο Δίας για να εκδικηθεί το σκοτωμό ενός από τους γιους του, του Σαρπηδόνα, από τον Πάτροκλο (Ιλιάδα, Ραψωδία Π στ.458-460). Παρόμοια φαινόμενα κόκκινης βροχής κατά την περίοδο του Μεσαίωνα τα ονόμαζαν "αιματοβροχή"  και το φαινόμενο αυτό το θεωρούσαν ως ένα ιδιαίτερα κακό οιωνό.

Υπολογίζεται ότι η συνολική ποσότητα σκόνης που μεταφέρεται παγκοσμίως, από όλες τις δυνατές πηγές παραγωγής της, και κυκλοφορεί στην ατμόσφαιρα φτάνει το 1 δισεκατομμύριο τόνους το χρόνο, ποσότητα που μεταφέρεται από 100 εκατ. φορτηγά των 10 τόνων. Οι βόρειες ακτές της Αφρικής, ιδιαίτερα η έρημος της Σαχάρας, αποτελούν την μεγαλύτερη εν δυνάμει περιοχή τροφοδότησης σκόνης της ατμόσφαιρας η οποία στη συνέχεια μεταφέρεται, συνηθέστερα προς τα ανατολικά των βόρειων εκτάσεων της Αφρικής, είτε βόρεια προς την Ευρωπαϊκή ήπειρο ή ακόμη και δυτικά προς τη νότια Αμερική και τα δάση του Αμαζονίου. Η κατεύθυνση και η ποσότητα μεταφοράς της σκόνης, από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχεται, εξαρτάται κατά κύριο λόγο από τις επικρατούσες μετεωρολογικές συνθήκες όπως διαμορφώνεται από τη διάταξη των Βαρομετρικών συστημάτων και την κίνηση των ανέμων στην ατμόσφαιρα.  Προς την κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής ηπείρου μεταφέρονται, κατά μέσο όρο σε ετήσια βάση,  μέσω της ατμόσφαιρας 80 έως 120 εκατομμύρια τόνοι σκόνης από τις βόρειες ακτές της Αφρικής. Η σκόνη αυτή μεταφέρεται προς όλη την Ευρώπη, συχνότερα βέβαια στις χώρες παρά τη Μεσόγειο ενώ πιο σπάνια στις χώρες του βορρά φθάνοντας ακόμη έως και τις Σκανδιναβικές χώρες.  Στη Μεσόγειο θάλασσα, σύμφωνα με μελέτες, έχει υπολογισθεί ότι κάθε χρόνο εναποτίθενται περίπου 4 εκατομμύρια τόνοι εμπλουτίζοντας το θαλάσσιο περιβάλλον με θρεπτικά συστατικά ενώ παρόμοια συνεισφορά εμπλουτισμού σε θρεπτικά στοιχεία εμφανίζει στους ωκεανούς και στο τροπικό δάσος του Αμαζονίου. Η περίοδος που ευνοείται η μεταφορά σκόνης είναι από τον Μάρτιο μέχρι και τον Αύγουστο ενώ πιο σπάνιες μεταφορές πραγματοποιούνται στη διάρκεια του φθινοπώρου και του Χειμώνα.

Η μεταφορά σκόνης δεν είναι μία απλή υπόθεση όπως μπορεί να φαντάζει στην αντίληψη του κάθε πολίτη. Απαιτείται ένα σύνολό παραγόντων και προϋποθέσεων προκειμένου να πραγματοποιηθεί η οποιαδήποτε μεταφορά της. Πρώτα απ’όλα θα πρέπει να υπάρχει η πηγή από την οποία θα παραχθεί η τεράστια ποσότητα σκόνης και στη συνέχεια θα παρασυρθεί μέσα στην ατμόσφαιρα. Για τη χώρα μας είναι γνωστό ότι η συνηθέστερη πηγή για την τροφοδότηση της ατμόσφαιρας είναι οι βόρειες ακτές της Αφρικής και για το λόγο αυτό την ονοματίζουμε και Αφρικανική σκόνη. Από την στιγμή που υπάρχει η πηγή τροφοδότησης απαιτείται ένα επιφανειακό βαρομετρικό σύστημα το οποίο μέσω διαφοράς πιέσεων θα προκαλέσει ένα πεδίο ανέμων που θα παρασύρει την σκόνη και θα τροφοδοτήσει την κατώτερη ατμόσφαιρα, είναι γνωστές άλλωστε οι αμμοθύελλες που δημιουργούνται κατά κύριο λόγο στις ερημικές εκτάσεις. Ανάλογα με την ένταση των ανέμων θα παρασυρθούν σωματίδια σκόνης μικρής ή και μεγαλύτερης διαμέτρου τα οποία έχουν και μεγαλύτερο βάρος και απαιτούν επομένως και μεγαλύτερη ένταση των ανέμων. Για τη μεταφορά όμως απαιτείται και μία ατμοσφαιρική διαταραχή στην ανώτερη ατμόσφαιρα η οποία θα βοηθήσει στην απορρόφηση της σκόνης από τα κατώτερα προς τα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας. Η κατεύθυνση μεταφοράς της σκόνης εξαρτάται πλέον από την τάση μετακίνησης των Βαρομετρικών συστημάτων και την διαμόρφωση των ανέμων στα στρώματα της ατμόσφαιρας. Είναι προφανές ότι τα μεγαλύτερα αιωρούμενα σωματίδια εναποτίθενται κοντά στη πηγή προέλευσης τους ενώ τα μικρότερα μπορούν να μεταφερθούν και να ταξιδέψουν μέσω των ανέμων σε πολύ μεγάλες αποστάσεις. Στο ταξίδι τους αυτό και με διαρκή τη διαδικασία καθίζησης τους λόγω βαρύτητας αλλοιώνουν την καθαρότητα της ατμόσφαιρας, περιορίζοντας το οπτικό πεδίο προκαλώντας έτσι το φαινόμενο της ατμοσφαιρικής θόλωσης. Επιπλέον στην πορεία μετακίνησης των Βαρομετρικών συστημάτων που μεταφέρουν και τις ποσότητες σκόνης είναι συνεχής και  η εναπόθεση των σωματιδίων σκόνης στην επιφάνεια και πάλι λόγω της βαρύτητας, είτε στη Μεσόγειο θάλασσα είτε και στη στεριά, ενώ σε πολλές περιπτώσεις, λόγω των δυναμικών διεργασιών εντός των συστημάτων που παράγουν βροχή, παρασέρνουν οι βροχοσταγόνες στην πτώση τους και ποσότητες αιρούμενων σωματιδίων σκόνης προκαλώντας έτσι το γνωστό φαινόμενο της  “λασποβροχής” .  Ουσιαστικά η πορεία κίνησης των Βαρομετρικών συστημάτων καθώς και οι εντός αυτών δυναμικές διεργασίες αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για τις περιοχές που θα επηρεασθούν καθώς και με τον τρόπο που θα πραγματοποιηθεί η απόθεση κάποιας ποσότητας σκόνης στην επιφάνεια.

Είναι αρκετά τα προβλήματα που προκαλούνται από τις μεταφορές σκόνης με το πλέον εμφανές να είναι η θολότητα στην ατμόσφαιρα ενώ ακόμη και από την ξηρή εναπόθεση της σκόνης περισσότερο ζημιογόνα είναι η εμφάνιση της στις χιονοσκεπείς ορεινές εκτάσεις καθότι συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στον ταχύτερο ρυθμό λιωσίματος του χιονιού. Η υγρή βέβαια εναπόθεση, σε συνδυασμό με βροχή, προκαλεί την ανάγκη καθαρισμού όλων των εκτεθειμένων επιφανειών, ένα έργο που πολλές φορές γίνεται δύσκολο λόγω διείσδυσης των λεπτόκοκκων σωματιδίων σκόνης και στους μικρότερους πόρους των διάφορων υλικών.  Εκτός από τις ενοχλητικές εμφανίσεις της στην ατμόσφαιρα αλλά και στην καθημερινότητα των πολιτών, η Αφρικανική σκόνη προκαλεί ανησυχία και σχετικά με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στον ανθρώπινο οργανισμό. Οι αρχικές μελέτες κατά το παρελθόν, οι οποίες δεν υποστηρίζονταν και από αξιόπιστες μετρήσεις, λόγω περιορισμένου αριθμού οργάνων, επικεντρώνονταν κυρίως στις επιπτώσεις που προκαλεί το σύνολο των αιωρούμενων σωματιδίων σκόνης στην ανθρώπινη υγεία. Αργότερα όμως με πιο επισταμένες επιστημονικές μελέτες, και με τη βοήθεια σύγχρονων οργάνων μέτρησης, διαπιστώθηκε ότι συγκεκριμένου μεγέθους μικροσωματίδια σκόνης μπορούν να αποτελούν κίνδυνο για την υγεία προκαλώντας ποικίλα προβλήματα, κυρίως σε ευπαθείς ομάδες πληθυσμού, όπως οι ηλικιωμένοι, ασθενείς με χρόνια αναπνευστικά και καρδιολογικά προβλήματα καθώς και στα παιδιά. Στο πλαίσιο αυτό η Ευρωπαϊκή νομοθεσία έχει θεσπίσει όρια όσον αφορά αφενός την ποσότητα των επικίνδυνων μικροσωματιδίων στην ατμόσφαιρα και αφετέρου τον αριθμό των επαναλαμβανόμενων εκθέσεων του ανθρώπινου οργανισμού σε επεισόδια μεταφοράς της μικροσωματιδιακής αυτής σκόνης.

Έχουν γραφθεί πολλά σχετικά με την επικινδυνότητα της Αφρικανικής σκόνης, πολλά όμως από τα οποία δεν έχουν την απαιτούμενη επιστημονική τεκμηρίωση. Έχει αναφερθεί στο παρελθόν ότι στη σύσταση της μεταφερόμενης Αφρικανικής σκόνης περιλαμβάνονται πολλά βαρέα μέταλλα (αρσενικό, μόλυβδος, χρώμιο, βανάδιο) καθώς και μικροοργανισμοί που προκαλούν συγκεκριμένες ασθένειες χωρίς όμως να υποστηρίζονται από επιβεβαιωμένα κρούσματα. Στα επικίνδυνα για την υγεία βαρέα μέταλλα δεν αναφέρεται η συγκέντρωση τους καθώς και το όριο ανεκτικότητας του ανθρώπινου οργανισμού.  Στο πλαίσιο της επιστημονικής διερεύνησης ιδιαίτερα καθησυχαστικές μάλιστα είναι οι δηλώσεις του κ. Ζερεφού :   “Οι αναλύσεις που έχουν γίνει πολλές φορές δείχνουν ότι στη σκόνη που μένει μετά τη βροχή όταν εξατμιστεί το νερό, τα επίπεδα επικίνδυνων ουσιών που έχουν κατακαθίσει στο έδαφος, για παράδειγμα κάποια βαρέα μέταλλα όπως ο μόλυβδος και άλλα είναι πολύ χαμηλά, πολύ χαμηλότερα από τα επίπεδα που έχει θέσει ως όριο ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Αυτό είναι λογικό γιατί ο βασικός μεταφορέας είναι η ίδια η σκόνη που αποτελείται από οξείδιο του πυριτίου και οξείδιο του σιδήρου, δεν είναι δηλαδή ουσίες βλαπτικές όσο είναι τα βαρέα μέταλλα. Έρχονται λοιπόν αραιωμένες οι όποιες ανεπιθύμητες ουσίες σε βαθμό που δεν πρέπει να ανησυχεί κανέναν”.

Σε κάθε περίπτωση όμως η κοινωνική ανησυχία κορυφώνεται όταν αναγγέλλεται η μεταφορά Αφρικανικής σκόνης, ιδιαίτερα στην Κρήτη η οποία βρίσκεται πλησιέστερα στην πηγή προέλευσης της σκόνης. Είναι λοιπόν αναγκαίο να υπάρξει μία μέριμνα από την πλευρά της Πολιτείας και για το νησί μας από την Περιφέρεια, για την πλέον αξιόπιστη ενημέρωση του κοινού σε προβλέψιμες περιπτώσεις μεταφοράς σκόνης,  ενώ παράλληλα να δημιουργηθεί ένα αρχείο καταγραφών και συστηματικού ελέγχου των χημικών στοιχείων που περιλαμβάνονται σε κάθε επεισόδιο μεταφοράς. Για την υλοποίηση αυτού του έργου, το οποίο θα πρέπει να ενταχθεί στα πλαίσια της Πολιτικής Προστασίας,  απαιτείται εν πρώτοις η Μετεωρολογική πληροφορία η οποία θα προσδιορίζει την κυκλοφορία των Βαρομετρικών συστημάτων σύμφωνα με την οποία θα ευνοείται η ανύψωση και η μεταφορά σκόνης από τις βόρειες ακτές της Αφρικής προς την περιοχή της Κρήτης. Η καθίζηση της σκόνης , η εναπόθεση στην επιφάνεια του εδάφους, η ποσότητα των μεταφερόμενων αιωρούμενων σωματιδίων και ο διαχωρισμός τους ανάλογα με την τάξη μεγέθους των προσδιορίζεται από εξειδικευμένα προγνωστικά μοντέλα μεταφοράς αέριων ρύπων των οποίων η χωρική ανάλυση θα πρέπει να εστιάζεται στην περιοχή της Κρήτης. Τα Πανεπιστημιακά ιδρύματα της Κρήτης διαθέτουν αντίστοιχα τμήματα με αξιόλογο επιστημονικό προσωπικό που μπορούν να συνδράμουν στον τομέα της καταγραφής και της έρευνας, με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα ενισχυθούν από την κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή και τη δημιουργία σταθμών μέτρησης αιωρούμενων μικροσωματιδίων σε επιλεγμένες περιοχές της Κρήτης. Η συνεισφορά των Πανεπιστημιακών ιδρυμάτων θα προσφέρει τα μέγιστα, ως ένας συμβουλευτικός φορέας της Πολιτικής Προστασίας,  στην πλέον αξιόπιστη πληροφόρηση του κοινού. Απολύτως αναγκαία όμως είναι και η συμμετοχή μίας εξειδικευμένης Ιατρικής επιστημονικής ομάδας η οποία θα συμβουλεύει για τα μέτρα προστασίας, θα διερευνά τις επιπτώσεις κάθε επεισοδίου μεταφοράς σκόνης, αναλόγως της πηγής προέλευσης και της σύστασης της, καλύπτοντας παράλληλα τις ανάγκες των Περιφερειακών και Δημοτικών αρχών για την επαγρύπνηση των Μονάδων Υγείας καθώς και για το κλείσιμο των Σχολείων όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο.

Η Κοινωνία έχει ανάγκη να νοιώθει προστατευμένη από κάθε λογής τρομολαγνικές ανακοινώσεις, οι οποίες μάλιστα ξεφεύγουν από την αξιόπιστη ενημερωτική διαδικασία του κοινού, και διαχέονται με μεγάλη ταχύτητα μέσα από τα καθιερωμένα πλέον κοινωνικά δίκτυα. Την προστασία λοιπόν αυτή οφείλει και έχει υποχρέωση να την παρέχει η Πολιτεία με τον πλέον αξιόπιστο τρόπο και ο τρόπος αυτός δεν είναι άλλος από  την επιστημονική τεκμηρίωση η οποία παράγεται από διαπιστευμένους Επιστημονικούς φορείς του τόπου μας. 

 

 

 

Σχόλια