Απόψεις

Για τον Αντώνη Βγόντζα

Ακριβέ μας φίλε Αντώνη Βγόντζα,

Να κάτεχες με πόσο πόνο ήρθαμε Πρωταπριλιάτικο στην Αθήνα.

Γράφει η Μερόπη Χαρκούτση-Αναστασάκη

Και πέρασαν κιόλας σαράντα μέρες. Πρωταπριλιά κι η φετινή να σου πετύχει. Δίχως χωρατά και ψώματα, δίχως άνοιξη. Με μια αλήθεια που ακόμα δεν μπορώ, ούτε και θέλω να πιστέψω.

Λένε πως η ανάμνηση είναι ένας τρόπος συνάντησης. Κι εμείς δε θα σε ξεχάσουμε ποτέ. Όμως κάποιους ανθρώπους θες να τους έχεις στη ζωή σου. Να πίνουμε κρασί, να κουβεντιάζομε, να τηλεφωνιόμαστε, να παίρνουμε κάρτες τα Χριστούγεννα...

Σε γνώριζα πολύ πριν σε γνωρίσω - από την τηλεόραση. Και πόσο σε αντιπαθούσα. Αλλά αυτό που με εκνεύριζε ήταν η τόση σου ευγένεια που την είχα μεταφράσει σε μεγάλη υποκρισία. Με το που σε έβλεπα, άλλαζα κανάλι. Όταν ήσουν πρώτη φορά υποψήφιος στο Ηράκλειο, χάρηκα πολύ που δε βγήκες βουλευτής.

Κάποτε μας έτυχε μια “σοβαρή υπόθεση”, απ’ αυτές που στα καλά καθούμενα σε τυλίγουν σε μια κόλλα χαρτί κι άντε να αποδείξεις πως δεν είσαι ελέφαντας.

Τότε αποφασίσαμε να βρούμε δικηγόρο και από την Αθήνα. Η φίλη μου έκανε μια λίστα με όλους τους γνωστούς νομικούς από τα Μέσα. Εσύ ήσουν ο δεύτερος κι εγώ τράβηξα μια γραμμή και σ’ έσβησα. Κι όταν δεν καταφέραμε τίποτα με κανέναν, πήρα κι εσένα τηλέφωνο, κάτω από την πίεση της φίλης μου. Θυμούμαι πόσο δυσαρεστήθηκα όταν μου απάντησες. Θυμούμαι την πρώτη επίσκεψη στο γραφείο σου. Με τι πανικό και θράσος και αλαζονεία ήρθαμε. Θυμούμαι κι εσένα, πόσο τεράστιος μου φάνηκες. Διάβασες όλη τη δικογραφία. Σταύρωσες τα χέρια σου και μας ρώτησες με απορία «και πού είναι το πρόβλημά σας;;;».

Αυτό ήταν όλο. Και σ’ εμπιστευτήκαμε. Ήσουν ό,τι χρειαζόμασταν εκείνη την ώρα της μεγάλης μας ανάγκης. Ένας τεράστιος και στέρεος και ευγενικός άνθρωπος. Και ακουμπήσαμε απάνω σου.

Και τότε κατάλαβα πως η αντιπάθεια που σου ’χα ήταν η προετοιμασία της επερχόμενης από καρδιάς μεγάλης φιλίας που ξεκίνησε εκείνη τη μέρα.

Παραμονές εκλογών του ’09. Μια μέρα ολόκληρη από τις ελάχιστες του προεκλογικού σου αγώνα την περνάς στο Κακουργιοδικείο στα Χανιά. Γιατί, όπως είπες στην αγόρευσή σου, «το καθήκον μου να υπερασπιστώ έναν αθώο είναι μεγαλύτερο από τη φιλοδοξία μου...».

Η δίκη τελείωσε μια κι όξω και ζήσαμε ένα θρίαμβο. Τόσο εμείς, όσο κι εσύ. Σου ευχήθηκα και υπουργός Δικαιοσύνης και τότε μου είπες πως το όνειρό σου είναι το υπουργείο Παιδείας.

Τελικά, τι έχασε αυτός ο τόπος και αυτός ο κόσμος... Με υπουργό Παιδείας εσένα πόσο πιο σπουδαίοι άνθρωποι θα βγαίνανε. Πόσο πιο σπουδαίους Έλληνες θα είχαμε. Και πόσο υποδεέστερο θα ήταν τότε το υπουργείο Δικαιοσύνης. Πόσο υπερήφανη θα ήταν η Ελλάδα και πόσο τυχερή η Κρήτη.

Εμείς χάσαμε ευκαιρίες. Εσύ, πάλι, πάντα ήσουν νικητής.

Και τώρα το φευγιό σου. Σε μια κακή εποχή για όλους. Για την Ελλάδα που ζει σε μια στενοχωρία, που χάνει δίκια και περηφάνια και σε χρειαζόταν πιο πολύ από ποτέ.

Είμαι βέβαιη πως κι εκεί που είσαι δε θα παίρνεις ανάσα. Πόσες ψυχές αδικημένες και ανυπεράσπιστες θα σε περίμεναν να βρούνε τα δίκια ντος. Οι Μακεδονομάχοι όλοι, ο Φίλιππος, ο Αλέξανδρος, μα και η Γοργόνα.

Θέλω να φωνάξω στη διαπασών ένα μεγάλο ευχαριστώ για όλα. Σ’ ευχαριστώ για τη φιλία σου και την παρουσία σου. Και ένα μεγάλο ευχαριστώ στην τύχη μας - γιατί εμείς δε σε διαλέξαμε- κι εγίνηκες «άθρωπος του σπιθιού μας».

Σχόλια