Απόψεις

Αντι-συστημικότητα, ανορθολογικότητα και διακυβεύματα

Η οικονομική κρίση δεν έπληξε μόνο την κοινωνία, το πολίτευμα, τους θεσμούς και τη ζωή των πολιτών

Έπληξε και τη συνείδηση των πολιτών ή, εάν προτιμάτε, τον τρόπο κατανόησης του κόσμου όπως τον αντιλαμβάνονται οι πολίτες. Θα έλεγε κανένας πως ο πολίτης σταμάτησε να σκέφτεται στη βάση της φρόνησης και της διάνοιάς του, αλλά αξιοποίησε το θυμικό μέρος της ψυχής του.

Γράφει ο Νίκος Κοσμναδάκης*

Η ορθολογικότητα ως μέθοδος λήψης αποφάσεων υποβαθμίστηκε. Το έλλογο έδωσε τη θέση του στο άλογο μέρος, ενώ οι πολιτικοί σχηματισμοί αξιοποίησαν ένα λόγο στομφώδη, γεμάτο με βερμπαλισμούς και επικοινωνιακά τεχνάσματα.

Μια νέα σημαία κυμάτισε επάνω στον καθαρό ουρανό της Ελλάδας. Ήταν η σημαία της αντι-συστημικότητας. Η αντι-συστημική πολιτική ως μια επικοινωνιακή διαδικασία με το εκλογικό σώμα θριάμβευσε. Όλα αυτά σε μια περίοδο που η Ελλάδα βίωνε έντονες στιγμές. Ήταν μια περίοδος που η Ελλάδα βίωνε έναν εμφύλιο πόλεμο. Ήταν μια περίοδος τεμαχισμού των εθνικών συμφερόντων. Ήταν μια περίοδος που οι πολιτικές δυνάμεις είχαν αναπτύξει μια διαφορετική αίσθηση του εθνικού συμφέροντος. Ήταν μια περίοδος που η Ελλάδα έπρεπε να βρει τη δημοσιονομική της πορεία, ώστε να πλεύσει στα νερά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διαφορετική αίσθηση του εθνικού συμφέροντος δημιούργησε ένα δίπολο και συγκεκριμένα στις συστημικές και αντι-συστημικές δυνάμεις.

Οι συστημικές δυνάμεις ήταν εκείνες που κυριάρχησαν στο πολιτικό σύστημα εδώ και δεκαετίας και αυτοπροσδιορίστηκαν ως δυνάμεις παλιές μεν, αλλά με ανανεωμένο πολιτικό πρόγραμμα. Είχαν απαντήσεις σε κοινωνικά προβλήματα που οι ίδιες δημιούργησαν. Είχαν απαντήσεις σε ζητήματα του δημόσιου τομέα που οι ίδιες συγκρότησαν κομματικούς στρατούς. Είχαν απαντήσεις για τη διαφθορά που οι ίδιες εκκόλαψαν μέσα από την ανταλλακτική σχέση που δημιούργησαν με τον πολίτη. Είχαν βέβαια ένα αυστηρό δημοσιονομικό πρόγραμμα, το οποίο δεν εγγυόταν την κοινωνική ωφέλεια ή, εάν προτιμάτε, τη συλλογική ευχαρίστηση.

Η δυσαρέσκεια, σε συνδυασμό με το επιτακτικό αίτημα της πολιτικής αλλαγής, γέννησαν τις αντι-συστημικές δυνάμεις, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν ως αντι-μνημονιακές, βάρβαρες και λαϊκίστικες. Υποσχέθηκαν ένα άλλο μοντέλο ζωής των ανθρώπων, ενώ η οικονομική κατάρρευση της χώρας θεωρήθηκε ως προϊόν των αποτυχημένων κυβερνήσεων, αγνοώντας σε σημαντικό βαθμό τις ευρωπαϊκές και διεθνείς οικονομικές συγκυρίες. Και μέσα σε αυτή τη σύγκρουση, ο ψηφοφόρος όφειλε να ψηφίσει ανάμεσα στις συστημικές και αντι-συστημικές δυνάμεις.

Η δυσαρέσκεια σε συνδυασμό με το επιτακτικό αίτημα της πολιτικής αλλαγής γέννησαν τις αντι-συστημικές δυνάμεις, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν ως αντι-μνημονιακές, βάρβαρες και λαϊκίστικες. Υποσχέθηκαν ένα άλλο μοντέλο ζωής των ανθρώπων, ενώ η οικονομική κατάρρευση της χώρας θεωρήθηκε ως προϊόν των αποτυχημένων κυβερνήσεων, αγνοώντας σε σημαντικό βαθμό τις ευρωπαϊκές και διεθνείς οικονομικές συγκυρίες

Και στήριξε την αντι-συστημικότητα είτε επί προεδρίας Σαμαρά είτε επί προεδρίας Τσίπρα. Η αναρρίχηση των δύο μεγάλων πολιτικών ανδρών ήρθε μέσα από υποσχέσεις και αδιέξοδα λόγια. Η ανορθολογικότητα ως πολιτικός λόγος κυριάρχησε. Οι δύο αρχηγοί, όταν βρίσκονταν στην αξιωματική αντιπολίτευση, μετατράπηκαν σε δύο ανορθολογικά υποκείμενα, τα οποία καθοδηγούνται από ένα ζωώδες ένστικτο να αναρριχηθούν στην εξουσία. Το ένστικτο αυτό είναι ζωώδες αν και εφόσον δεν υπάρχει ένα σχέδιο σωτηρίας που να βασίζεται σε στέρεα θεμέλια. Είναι ζωώδες γιατί θέλει έναν άνθρωπο υποτακτικό. Έναν άνθρωπο που ο ίδιος πρέπει να υποτάξει τη βούλησή του στις πεποιθήσεις ενός ηγέτη. Η αυτο-υποταγή αυτή ήρθε με όρους κοινωνικής επιβίωσης.

Το εκάστοτε πολιτικό κόμμα επεδίωξε τη απανθρωποποίηση του ανθρώπου. Επεδίωξε να μιλήσει με το αίσθημα του ανθρώπου. Και ποιο είναι το βαθύτερο αίσθημα του ανθρώπου; Να είναι ήρεμος ψυχικά εφόσον έχει ικανοποιήσει τους υλικούς όρους διαβίωσής του. Αυτό είναι ένα αίσθημα που καταδυναστεύει κάθε ίχνος προσπάθειας λογικής επεξεργασίας των σχεδίων που ο κάθε πολιτικός σχηματισμός προτείνει. Έτσι, η ανορθολογικότητα ήταν ο κινητήριος μοχλός της αντι-συστημικότητας.

Και πάμε στη σημερινή κατάσταση. Η αλήθεια είναι πως το 2019 είναι πολύ διαφορετικό από τα προηγούμενα έτη. Διαφέρει σημαντικά από το 2010, που η Ελλάδα μπήκε σε καθεστώς διεθνούς εποπτείας, ενώ θεσμικά όργανα της Ε.Ε. νομιμοποίησαν την παρέμβασή τους στην εθνική οικονομία της χώρας μας. Διαφέρει σημαντικά από το 2015, τότε που η Ελλάδα βίωνε οικονομική απομόνωση. Δεν έχουμε ξεφύγει από την οικονομική κρίση, αλλά τα πράγματα είναι πολύ καλύτερα.

Η ανεργία έχει πέσει κάτω από το 20%. Δημοσιονομικά ελλείμματα δεν υπάρχουν πλέον, ενώ μπορούμε να μιλάμε για αναιμικά ποσοστά ανάπτυξης, τα οποία δίνουν μια αίσθηση προοπτικής και αισιοδοξίας. Παράλληλα, όλο και πιο συχνά δημοσιεύονται πίνακες προσλήψεων στο Δημόσιο, ενώ ο μεταρρυθμιστικός σχεδιασμός προχωράει με αργούς ρυθμούς.

Το 2019 είναι μια χρονιά εκλογών. Η επόμενη μέρα δείχνει να είναι “πιο εύκολη” από ποτέ για την ερχόμενη κυβέρνηση, καθώς δε θα ανέβει κάποιον οικονομικό “Γολγοθά”. Ωστόσο, οι συστημικές δυνάμεις, που πλέον ανήκουν σε αυτές και ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Δημοκρατία, πρέπει να αντιμετωπίσουν την άκρα δεξιά, η οποία αξιοποιεί πάλι το θυμικό των πολιτών.

Λέξεις όπως εγκληματικότητα, ραθυμία, μετανάστες, εισοδήματα του Έλληνα πολίτη θα ακουστούν από τα χείλη των εκπροσώπων της άκρας δεξιάς. Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει οι τωρινές συστημικές δυνάμεις να νοηματοδοτήσουν την πολιτική τους. Να προβούν σε μια γενναία αυτοκριτική, χωρίς φόβο. Αλλά με αυταπάρνηση. Να μη διστάσουν μπροστά στο ενδεχόμενο να χάσουν τις εκλογές. Να έχουν ως γνώμονα τον ορθό λόγο και όχι το αίσθημα. Να μιλήσουν με τη γλώσσα της αλήθειας. Αυτά είναι αναγκαία στοιχεία, ώστε οι πολιτικές δυνάμεις να υπερβούν το διακύβευμα των εκλογών και να χαράξουν μια νέα διαδρομή προόδου και δημιουργίας.

 

* Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymail.com).

 

Σχόλια