Απόψεις

Να σταματήσει ο εμπαιγμός με τον κατώτατο μισθό

Αφού ο πρωθυπουργός μάζεψε τους υπουργούς για να στήσει μια ακόμη προεκλογική φιέστα στις πλάτες των εργαζομένων, θα έπρεπε - τιμής ένεκεν - να καλέσει και τον πρώην υπουργό Εργασίας της κυβέρνησης Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ, Γ. Βρούτση, από τη στιγμή που το δικό του μνημονιακό νόμο ενεργοποιεί σήμερα η κυβέρνηση, αφού μόλις πριν ένα μήνα απέρριψε ξανά την πρόταση νόμου του ΚΚΕ για επαναφορά του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ.

Γράφει ο Γιάννης Γωνιανάκης*

Η κυβέρνηση, που συμπλήρωσε 4 χρόνια θητείας αυτές τις μέρες, διατυμπάνιζε ότι ο πρώτος νόμος της θα ήταν η επαναφορά στα 751 ευρώ. Αφού για 4 χρόνια διατήρησε τους άθλιους μισθούς και τον υποκατώτατο, έρχεται με τη σημερινή της απόφαση να μονιμοποιήσει το αντεργατικό πλαίσιο και την ενεργοποίηση της άθλιας διάταξης, σύμφωνα με την οποία ο κατώτατος μισθός θα καθορίζεται με απόφαση του υπ. Εργασίας, απαγορεύοντας έτσι τη συλλογική διαπραγμάτευση των εργαζομένων για το ύψος της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Ο νόμος αυτός λειτούργησε όλα αυτά τα χρόνια ως επιταχυντής της μείωσης του μέσου μισθού και συνεχίζει.

Μ’ αυτόν τον τρόπο η κυβέρνηση αγνοεί τις διεκδικήσεις του εργατικού κινήματος, που κατατέθηκαν και ως πρόταση νόμου από το ΚΚΕ και φανερώνει το μέγεθος της εξαπάτησης όλων των προηγούμενων χρόνων. Βέβαια κι αυτή η μικρή αύξηση ακόμη δε θα γινόταν αν δεν υπήρχαν αυτές οι διεκδικήσεις, με την καθοριστική συμβολή του ΚΚΕ, οι οποίες πρέπει να συνεχιστούν και να δυναμώσουν.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι η κυβέρνηση κρύβει το καθεστώς των ελαστικών εργασιακών σχέσεων, που έχει οδηγήσει πάνω από τις μισές νέες θέσεις εργασίες να είναι μερικής απασχόλησης και 1 στους 5 εργαζόμενους (από 1 στους 10 το 2013), ιδιαίτερα νέους, να εργάζονται με τέτοιες εργασιακές σχέσεις και να μην παίρνουν ούτε καν τον κατώτατο μισθό.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση, εφαρμόζοντας την τακτική της “καλύβας του Χότζα”, παίρνει πίσω πολλαπλάσια, με ένα σωρό άλλα αντιλαϊκά μέτρα, τα οποία διατηρεί και επεκτείνει, όπως η μείωση του αφορολόγητου από την επόμενη χρονιά, με την οποία θα πάρει πίσω τη μισή από την αύξηση που κάνει τώρα, και η αύξηση της φορολογίας κατά 1 δισ. ευρώ μόνο φέτος.

Από την άλλη, η κυβέρνηση φρόντισε να μην επιβαρυνθεί η μεγαλοεργοδοσία, αφού έχει εξασφαλίσει “ζεστό” χρήμα για τους εργοδότες, με επιδότηση του 50% των εργοδοτικών εισφορών για τους νέους εργαζόμενους. Παράλληλα, τα προηγούμενα χρόνια διεύρυνε το αντεργατικό πλαίσιο με το περαιτέρω χτύπημα στην κυριακάτικη αργία, με τον απεργοκτόνο νόμο Αχτσιόγλου, με το τσάκισμα των συντάξεων, με τις ελάχιστες προσλήψεις στο Δημόσιο και με τη διόγκωση των ελαστικών μορφών απασχόλησης.

Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σε αυτό το πλαίσιο τα τελευταία χρόνια έχουμε εκτίναξη της μερικής απασχόλησης κατά 120% από τη μια, και από την άλλη εκτίναξη της εντατικοποίησης και της υπερωριακής απασχόλησης, καθώς και αύξηση των εργατικών “ατυχημάτων”, με βάση τα στοιχεία του ΣΕΠΕ.

Ευθύνες βέβαια γι’ αυτή την κατάσταση έχουν και οι συνδικαλιστικές πλειοψηφίες σε ΓΣΕΕ και ΕΚΗ για την κάλπικη κριτική που ασκούν στην κυβέρνηση, αφού αυτές οι δυνάμεις πρωτοστάτησαν για να υπάρξει συναίνεση των εργαζομένων και για να καλλιεργηθούν χαμηλές προσδοκίες και απαιτήσεις. Ήταν οι πρώτοι που έτρεξαν στα τραπέζια του «κοινωνικού διαλόγου», που υπέγραφαν αυτές τις κατάπτυστες Εθνικές Γενικές ΣΣΕ τα προηγούμενα χρόνια. Εξάλλου, οι κοινή τους στρατηγική σύμπλευση δεν κρύβεται, αφού αυτοί οι ίδιοι οι συνδικαλιστές εντάσσονται σε ψηφοδέλτια που πρωτοστάτησαν στην υλοποίηση αυτού του αντεργατικού και αντιλαϊκού σχεδιασμού όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η υποψηφιότητα του προέδρου του ΕΚΗ στο κοινό ψηφοδέλτιο ΣΥΡΙΖΑ-ΚΙΝ.ΑΛ. στην Περιφέρεια Κρήτης.

Για τους εργαζόμενους, ιδιαίτερα τους νέους, είναι κρίσιμο ζήτημα να γυρίσουν την πλάτη στην κοροϊδία, να δυναμώσει ο αγώνας για την κατάργηση όλου του αντεργατικού οπλοστασίου, που συνδιαμόρφωσαν διαδοχικά οι κυβερνήσεις Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ., και το οποίο παραμένει σε ισχύ, για την ανάκτηση των απωλειών και την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών.

Τώρα είναι η ανάγκη να δυναμώσουν το ΚΚΕ στις αρχαιρεσίες των σωματείων, στις ευρωεκλογές, τις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές, στις βουλευτικές εκλογές, όποτε κι αν γίνουν!


* Ο Γιάννης Γωνιανάκης είναι μέλος του Γραφείου της Επιτροπής Περιοχής Κρήτης του ΚΚΕ.

Σχόλια