Απόψεις

Η αύξηση του κατώτατου μισθού

Σήμερα, μετά από 8 χρόνια λιτότητας, έχουν θεμελιωθεί ευοίωνες προοπτικές για τη μεταμνημονιακή Ελλάδα

Της Χρυσάνθης Καμπουράκη*

Η ελληνική κυβέρνηση υλοποιεί με συνέπεια τις εξαγγελίες των θετικών μέτρων στη ΔΕΘ τον περασμένο Σεπτέμβριο από τον πρωθυπουργό, δίνοντας ανάσα και ελπίδα στην κοινωνική πλειοψηφία, που υπέστη τα βάρη της λιτότητας και των μνημονίων.

Μετά τη διάσωση των συντάξεων, την καταβολή των αναδρομικών και του κοινωνικού μερίσματος, τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών και του ΕΝΦΙΑ, την παράταση της προστασίας της πρώτης κατοικίας και άλλα κοινωνικά αναγκαία μέτρα, ήρθε η αύξηση του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα από 1/2/2019, κατά 11%, στα 650 ευρώ για τον άγαμο, ανειδίκευτο εργάτη, χωρίς προϋπηρεσία, και κατά 27% για τους νέους κάτω των 25 ετών, ξεπερνώντας τις προβλέψεις και κάθε προσδοκία, με στόχευση οπωσδήποτε σταδιακά την πλήρη αποκατάσταση των 751 ευρώ.

Αυτήν την αύξηση, σημειωτέον, την πέτυχε η Πορτογαλία δύο χρόνια μετά από την έξοδό της από τα μνημόνια. Δεν εξαλείφονται όμως ούτε με αυτό το θετικό μέτρο οι μνημονιακές αδικίες και οι “πληγές” της ελληνικής κοινωνίας. Παρά τις συνεχείς επιτυχίες και διορθωτικές πράξεις της κυβέρνησης, είναι ακόμα μακρύς ο δρόμος της πλήρους αποκατάστασης της ανάκαμψης της οικονομίας και της κοινωνίας μας, σχεδιάζοντας βέβαια η κυβέρνηση τα επόμενα βήματα σε χρονικό ορίζοντα έως τον Οκτώβριο του 2019, εξαντλώντας τη συνταγματική της θητεία, αλλά με τόλμη και σε ορίζοντα της νέας τετραετίας, υπηρετώντας τη νέα Ελλάδα “των πολλών” στη νέα εποχή.

Η αύξηση του κατώτατου μισθού και η ταυτόχρονη κατάργηση του επαίσχυντου υποκατώτατου εγκρίθηκαν στις 28/1/2019 από το Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο είναι το πρώτο μετά την ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, την ψήφιση της ιστορικής συμφωνίας των Πρεσπών και ταυτόχρονο με την επισημοποίηση της εξόδου της χώρας μας στις αγορές χρήματος

Να θυμηθούμε ότι το 2012, επί κυβέρνησης κ. Παπαδήμου, στην οποία συμμετείχαν η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, μείωσαν τον κατώτατο μισθό κατά 22%, στα 586 ευρώ από τα 751, και όρισαν - πρωτοφανές για την Ενωμένη Ευρώπη - τον ρατσιστικό υποκατώτατο μισθό, για τους νέους έως 25 ετών, στα 511 ευρώ, μείωση 32%. Ποτέ δεν ανέλαβαν οι ένοχοι την ευθύνη τους για τον εργασιακό αυτόν όλεθρο, γιατί ταυτίζεται με τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και το πολιτικό πρόγραμμά τους, της στήριξης της οικονομικής ολιγαρχίας, ενώ τώρα επιτίθενται χωρίς αιδώ για το σωτήριο αυτό αναγκαίο βήμα προστασίας των εργασιακών δικαιωμάτων, γιατί βλέπουν ότι οι συνεχείς πολιτικές επιτυχίες της παρούσας ηγεσίας του τόπου μας εξανεμίζουν τις προοπτικές της πολιτικής τους επιβίωσης.

Τα μέτρα, ωστόσο, που έχουν ληφθεί υπέρ των εργαζομένων την τελευταία τριετία - η μείωση της ανεργίας κατά 9 ποσοστιαίες μονάδες, η δημιουργία 350.000 νέων θέσεων εργασίας, η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας από τον περασμένο Σεπτέμβριο, η μείωση της αδήλωτης εργασίας από το 20% το 2014 στο 9% το 2018, η αύξηση του κατώτατου μισθού - συνάδουν με τις πολιτικές αρχές και τις κοινωνικές αξίες της αριστερής κυβέρνησης της Ελλάδας, η οποία παλεύει συνεχώς για τον κόσμο της εργασίας στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, πολιτική πρακτική που αναγνωρίζεται και ασκεί επιρροές.

Η αύξηση του κατώτατου μισθού και η ταυτόχρονη κατάργηση του επαίσχυντου υποκατώτατου εγκρίθηκαν στις 28/1/2019 από το Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο είναι το πρώτο μετά την ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση, την ψήφιση της ιστορικής συμφωνίας των Πρεσπών και ταυτόχρονο με την επισημοποίηση της εξόδου της χώρας μας στις αγορές χρήματος, με το 5ετές ομόλογο του ελληνικού Δημοσίου των 2,5 δισ. ευρώ, το οποίο σημείωσε τεράστια επιτυχία, λειτουργώντας ως μήνυμα και οιωνός για τη θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας. Ωφελούνται, κατά συνέπεια, από την αύξηση του κατώτατου μισθού άμεσα 600.000 εργαζόμενοι στον ιδιωτικό χώρο, κερδίζοντας ο άγαμος εργαζόμενος, ανειδίκευτος, χωρίς προϋπηρεσία, ετησίως 896 ευρώ, με προϋπηρεσία μιας τριετίας 980 ευρώ, με δύο τριετίες 1.078 ευρώ και τρεις τριετίες 1.162 ευρώ, δηλαδή 10% αύξηση για κάθε τριετία. Ο δε νέος κάτω των 25 ετών κερδίζει 1.960 ευρώ ετησίως. Το ημερομίσθιο αυξάνεται από τα 26 στα 29 ευρώ, και για τους νέους έως 25 ετών από 22,8 στα 29 ευρώ.

Παράλληλα, υπάρχουν και 280.000 ωφελούμενοι έμμεσα από την αύξηση 24 επιδομάτων: της ανεργίας στα 400 από 360 ευρώ, εποχικών, επίσχεσης εργασίας, προστασίας της μητρότητας, προγράμματα απασχόλησης και άλλα. Συνολικά θα ωφελήσει 880.000 πολίτες με αυξήσεις αποδοχών και επιδομάτων και αν προστεθούν και τα οφέλη από τις κλαδικές συμβάσεις εργασίας, συνολικά οι αυξήσεις αφορούν πάνω από 1 εκατομμύριο εργαζομένους.

Ταυτόχρονα, τα επωφελή αυτά μέτρα, πέρα από το ότι αυξάνουν το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων, είναι και αναπτυξιακά, τονώνουν τη ζήτηση αγαθών, ενισχύουν την αγορά και τα κέρδη των επιχειρήσεων, ενώ θα προκύψουν νέες θέσεις εργασίας. Επέρχεται μια μικρή αναδιανομή του πλούτου υπέρ των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα και μειώνονται βαθμιαία οι ανισότητες και η φτώχια, ενθαρρύνεται η αισιόδοξη ψυχολογία και προστατεύονται ασθενέστερες ομάδες, καθώς και βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και κοινωνικά αγαθά, γεγονός που προκαλεί δυσανεξία στη Ν.Δ., η οποία δεν εκτιμά την αξία τους, τα θεωρεί «σπατάλες» και τις ανισότητες «φυσικές». Αντίθετα, για την παρούσα κυβέρνηση αποτελούν πυρήνα και προτεραιότητα του πολιτικού σχεδιασμού της και είναι αποτελέσματα της οικονομικής ανάκαμψης που πέτυχε.

«Ήταν δίκαιο και έγινε πράξη», περνώντας η χώρα από την παρακμή στον δρόμο της δίκαιης ανάπτυξης, αποτελώντας η εργασία τον εμβληματικό τομέα που καταδεικνύει τις διακριτές γραμμές των δύο πολιτικών στρατοπέδων, της προόδου και της συντήρησης.

Σήμερα λοιπόν, μετά από 8 χρόνια λιτότητας, έχουν θεμελιωθεί ευοίωνες προοπτικές για τη μεταμνημονιακή Ελλάδα. Επικροτούνται από την Ε.Ε. και διεθνώς οι πρωτοβουλίες της, η δημοσιονομική σταθερότητα, οι θεαματικοί οικονομικοί δείκτες στις εξαγωγές, στις επενδύσεις και σε όλες τις οικονομικές δραστηριότητες, η πρωτιά της χώρας μας στην απορρόφηση του ΕΣΠΑ και του “πακέτου Γιούνκερ” και πολλά άλλα. Η τωρινή κυβέρνηση, αφήνοντας πίσω την αντιπολίτευση στην εσωστρέφεια και τα πολιτικά της αδιέξοδα, κινείται και βλέπει μπροστά, σχεδιάζει και υλοποιεί τις προϋποθέσεις της οικονομικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης, ενσαρκώνει το νέο όραμα για “την Ελλάδα των πολλών”, πρωτοπόρος και πρότυπο στο διεθνές στερέωμα.

 

* Η Χρυσάνθη Καμπουράκη είναι μέλος της Ν. Επιτροπής ΣΥΡΙΖΑ Ηρακλείου και διαμερισματική σύμβουλος του Δήμου.

 

Σχόλια