Απόψεις

Η Ν.Δ. του Σαμαρά και οι τακτιές της Γεννηματά

Ο Αντώνης Σαμαράς παίρνει την άτυπη ρεβάνς ύστερα από σχεδόν τρεις δεκαετίες και πλέον μπορεί να καυχιέται πως έχει αφήσει ένα κόμμα ευθυγραμμισμένο με τις αντιλήψεις και τις απόψεις του

Ο Αντώνης Σαμαράς είναι ένας πανέξυπνος άνθρωπος και πολιτικός. Κατά τη διάρκεια της θητείας του ως επικεφαλής της Νέας Δημοκρατίας κατόρθωσε να τη θωρακίσει, τοποθετώντας σε νευραλγικά πόστα στελέχη που είχαν επιρροή στον χώρο του συντηρητισμού.

Ο ίδιος γνώριζε πως κάποια στιγμή θα έφτανε το πολιτικό του τέλος ως επικεφαλής της κεντροδεξιάς παράταξης και αναζητούσε με τρόπο επίμονο ενδοπαραταξιακούς συμμάχους. Μάκης Βορίδης και Άδωνις Γεωργιάδης προσέφεραν την απαιτούμενη πολιτική στήριξη στον Αντώνη Σαμαρά.

Αμέσως μετά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέλαβε την αρχηγία στη Νέα Δημοκρατία. Ο ίδιος αναζητούσε επίσης συμμάχους, τους οποίους αλίευσε από τον προκάτοχό του. Όταν δεν κατάφερε ο Άδωνις Γεωργιάδης να περάσει στον επόμενο γύρο των εσωκομματικών εκλογών, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να δηλώσει τη στήριξή του στον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος πιθανότατα του υποσχέθηκε την Αντιπροεδρία της Ν.Δ. Αντί λοιπόν ο Κυριάκος Μητσοτάκης να χτίσει μια παράταξη με στελέχη που διακρίνονται από φιλελεύθερες αντιλήψεις, προτίμησε να έχει στενότερες σχέσεις με τον Άδωνη Γεωργιάδη και τον Μάκη Βορίδη.

Πάμε τώρα στη συμφωνία των Πρεσπών. Ακούγοντας τις συζητήσεις της προηγούμενης εβδομάδας στην Ελληνική Βουλή και συγκεκριμένα εκείνες των εκπροσώπων της Νέας Δημοκρατίας, εύλογα μπορεί να συμπεράνει κάποιος πως η γραμμή του κόμματος ήρθε σε ευθεία αντίθεση τόσο με τις επιδιώξεις του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στη δεκαετία του 1990, όσο και τη θέση που είχε πάρει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το 2008 στο Βουκουρέστι.

Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση που έκανε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής την προηγούμενη εβδομάδα. Η δήλωση σε καμία περίπτωση δεν ήταν καυστική και ειρωνική έναντι της κυβέρνησης. Υποστήριξε το κυβερνητικό του έργο και την πρώην υπουργό Εξωτερικών, Ντόρα Μπακογιάννη, ενώ απευθυνόμενος στην κυβέρνηση σχολίασε πως δε διαμόρφωσε ευνοϊκές συνθήκες εθνικής συνεννόησης, χωρίς περαιτέρω εξιδανίκευση. Η τοποθέτησή του σε καμία περίπτωση δεν εξέφρασε προσωπική θέση.

Όσον αφορά στον Κυριάκο Μητσοτάκη, η ομιλία του ήταν υποτονική στη Βουλή. Πιστεύω ακράδαντα πως ούτε ο ίδιος πιστεύει το «όχι» στη συμφωνία των Πρεσπών, αλλά όταν είσαι περικυκλωμένος από συμμάχους-δεξιά βαρίδια και είσαι αξιωματική αντιπολίτευση (που πρακτικά ο ρόλος της στην Ελλάδα είναι να καταψηφίζει και όχι να συναινεί στα σχέδια της κυβέρνησης), τότε η όποια προσωπική θέση ή στάση παραμερίζεται. Τελικός νικητής ποιος είναι;

Φυσικά ο Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος παίρνει την άτυπη ρεβάνς ύστερα από σχεδόν τρεις δεκαετίες, και πλέον μπορεί να καυχιέται πως έχει αφήσει ένα κόμμα ευθυγραμμισμένο με τις αντιλήψεις και τις απόψεις του.

Αφήνω τη Νέα Δημοκρατία και πάω στο ΚΙΝ.ΑΛ., επιθυμώντας να σχολιάσω τη στάση της κ. Φώφης Γεννηματά. Η κ. Γεννηματά διέγραψε από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΙΝ.ΑΛ. τον κ. Θεοχαρόπουλο, ενώ μίλησε για προπαγανδιστικό μηχανισμό της κυβέρνησης, όταν δημοσιογράφοι έθεταν το ερώτημα γιατί δεν εφαρμόζει την «ίδια τιμωρία» στον πρώην πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ και πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου, ο οποίος είπε ότι είναι υπέρ της συμφωνίας των Πρεσπών.

Η αλήθεια είναι πως ο κ. Θεοχαρόπουλος ήταν ένα βαρίδι για την κ. Γεννηματά. Η ΔΗΜ.ΑΡ. είναι ένα κόμμα που δε συγκεντρώνει ούτε το 0,5% της εκλογικής επιρροής. Για να μιλήσουμε με όρους πολιτικής αλήθειας, η κ. Γεννηματά βρισκόταν σ’ ένα διαρκές δίλημμα: Ποιος θα είναι επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας. Ο Θεοχαρόπουλος δεν μπορεί να φέρει κόσμο στο Κίνημα Αλλαγής και η επιρροή που έχει στο Κίνημα Αλλαγής είναι μικρή έως πολύ μικρή. Δεν μπορεί να επηρεάσει τις ενδοπαραταξιακές διαδικασίες. Έτσι, λοιπόν, η κ. Γεννηματά αποφάσισε να τον απομακρύνει, δείχνοντας σε όλους πως έχει το χάρισμα του ηγέτη και δε θα διστάσει να απομακρύνει πολιτικούς φίλους που τη στήριξαν.

Η ίδια κατέληξε πως είναι η καλύτερη λύση να απομακρυνθεί, και επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας μάλλον θα είναι είτε ο Ευάγγελος Βενιζέλος είτε ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης με αξιοσημείωτη πορεία.

Εάν τοποθετήσει τον Ευάγγελο Βενιζέλο στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας, σημαίνει πως επιδιώκει τη στήριξή του ενόψει των εκλογών, εκπέμποντας ένα σήμα πως η ανοικτή, προοδευτική παράταξη είναι πιο ενωμένη από ποτέ. Εάν πάλι βάλει στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας ένα πρόσωπο με πλούσιο βιογραφικό και αξιοσημείωτη πορεία, θα το κάνει για λόγους αλίευσης ψήφων. Σε κάθε περίπτωση, η απομάκρυνση του Θεοχαρόπουλου δείχνει πως η κ. Γεννηματά δεν επιθυμούσε να τον βάλει στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας, αλλά και να αναδείξει την ηγετική της στόφα.

Και πάμε τώρα στην περίπτωση του Γιώργου Παπανδρέου. Θεωρούσα εκ των προτέρων δεδομένο πως ο κ. Παπανδρέου θα έλεγε «ναι» στη συμφωνία των Πρεσπών. Γιατί όμως η κ. Γεννηματά κατηγόρησε την κυβέρνηση για προπαγανδιστικό μηχανισμό και πως προσάρμοσε τα λόγια του κ. Παπανδρέου;

Ο λόγος είναι προφανής. Ο Γιώργος Παπανδρέου έχει δύναμη στο εσωτερικό του Κινήματος Αλλαγής, το οποίο είναι μια μετονομασία του ΠΑΣΟΚ. Το ΚΙΔΗΣΟ έτσι κι αλλιώς βγάζει ένα ποσοστό κοντά στο 2%, διόλου ευκαταφρόνητο για την κ. Γεννηματά. Επίσης, η κ. Γεννηματά γνωρίζει πως ο κ. Παπανδρέου έχει πολλούς φίλους εντός του ΚΙΝ.ΑΛ., οι οποίοι τον στηρίζουν και αναγνωρίζουν την προσφορά του στην Ελλάδα. Τα στελέχη αυτά προτίμησαν να μείνουν στο ΚΙΝ.ΑΛ. αλλά διατηρούν άριστες σχέσεις με τον πρώην πρωθυπουργό. Έτσι λοιπόν, η κ. Γεννηματά προτίμησε την κριτική έναντι της κυβέρνησης, καθώς δεν ήθελε να ακούσει φωνές που μάλλον θα την αποδοκίμαζαν σε περίπτωση που εφάρμοζε μια αντίστοιχη τιμωρία στον Γιώργο Παπανδρέου.

Εάν η στάση της κ. Γεννηματά ήταν σωστή ή λάθος, πιστεύω θα το μάθουμε αρκετά σύντομα.


* Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymail.com).

Σχόλια