Απόψεις

Η επίσκεψη της Άγκελα Μέρκελ και ο ελληνικός αντιευρωπαϊσμός

Η επίσκεψη της Άγκελα Μέρκελ στην Ελλάδα σηματοδότησε την παύση του αντιευρωπαϊσμού στην Ελλάδα, όσο περίεργο κι αν ακούγεται

Ένας πολίτης που μαθαίνει τις πολιτικές εξελίξεις εύλογα θα υπέθετε πως ο αντιευρωπαϊσμός θα έληγε με την κοινή συναίνεση των υγιών ελληνικών πολιτικών δυνάμεων σε κάποιες βασικές αρχές. Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Τουναντίον, η κ. Μέρκελ μπορεί να θεωρηθεί ότι με το τέλος της θητείας της εξασφαλίζει τη συνέχεια του ευρωπαϊκού οράματος και στη χώρα μας.

Οι χειραψίες Μέρκελ-Μητσοτάκη, αλλά και οι θερμές αγκαλιές που αντάλλαξαν η καγκελάριος της Γερμανίας με τον Έλληνα πρωθυπουργό είναι ενδεικτικές και σίγουρα αποτυπώνουν με τον καλύτερο τρόπο πως ήταν ένας εφιάλτης το 2015, τότε που η χώρα μας ήταν εκτεθειμένη στο δίλημμα: Μένουμε ή όχι στην Ευρώπη.

Αφού λοιπόν εξασφαλίστηκε η ευρωπαϊκή μας συνέχεια, μένει ο απολογισμός. Και εδώ πρέπει να είμαστε αυστηροί. Και η Νέα Δημοκρατία και ο ΣΥΡΙΖΑ ευθύνονται για το πνεύμα του αντιευρωπαϊσμού στη χώρα μας. Καμία από αυτές τις πολιτικές δυνάμεις την κρίσιμη στιγμή δε στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Και τα δύο κόμματα προσδοκούσαν άμεσα σε εκλογές, σε μια περίοδο που ο χρόνος ήταν πολύτιμος για την Ελλάδα.

Η αρχή έγινε με τον Αντώνη Σαμαρά, ενώ συνεχίστηκε με τον Αλέξη Τσίπρα. Μόνο όταν αυτοί οι δύο πολιτικοί άνδρες ανέβηκαν στον πρωθυπουργικό θώκο, συνειδητοποίησαν πως είναι αναγκαίο και κινείται προς το δημόσιο συμφέρον η Ελλάδα να είναι προσηλωμένη στους δημοσιονομικούς στόχους της και να παραγκωνίσει μικροπολιτικές σκοπιμότητες, οι οποίες είναι και εθνικά επιζήμιες.

Ο αντιευρωπαϊσμός της αντιπολίτευσης συνδέθηκε με τις ιδέες του λαϊκισμού. Εάν διαβάσουμε θεωρητικούς της Δημοκρατίας, θα καταγράψουμε πως απειλή της Δημοκρατίας είναι ο λαϊκισμός, ο οποίος εδράζεται σε μια πίστη πως “εγώ γνωρίζω ως πολιτικός σχηματισμός τι είδους ανάγκες έχει ο λαός και κανένας άλλος”.

Ξεκίνησε να δημιουργείται μετά το 2010 μια διαιρετική τομή ανάμεσα στις μνημονιακές και αντι-μνημονιακές δυνάμεις, που ήταν πολύ πρακτικά ο διαχωρισμός σε φιλοευρωπαϊκές και αντιευρωπαϊκές δυνάμεις. Έτσι λοιπόν, οι αντιευρωπαϊκές δυνάμεις αυτοπροσδιορίζονταν ως πολιτικά κινήματα που γνωρίζουν τι θέλει ο λαός. Ουδείς άλλος, όσο αλαζονικό κι αν ακούγεται.

Ο λαϊκισμός, όμως, για να είναι πιστευτός χρειάζεται έναν αντίπαλο, και οι μνημονιακές δυνάμεις παρουσιάστηκαν ως συστημικές, οι οποίες εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα μεγαλοεπιχειρηματιών. Το αφήγημα ήταν πως η μάζα βρίσκεται σε απόγνωση, την ίδια στιγμή που κάποιοι ευημερούν. Με αυτόν τον τρόπο παρουσιάστηκαν η Ν.Δ. και ο ΣΥΡΙΖΑ όταν ήταν στην αξιωματική αντιπολίτευση.

Τώρα πλέον, οι λέξεις “μνημονιακός” ή “ευρωπαϊστής” μοιάζουν παρωχημένες και δεν αξιοποιούνται τόσο εκτεταμένα στο πολιτικό λεξιλόγιο. Η τυπική έξοδός μας από τα μνημόνια, η πολιτική και η ιδεολογική μεταβολή του ΣΥΡΙΖΑ και οι σχέσεις αμοιβαίας εκτίμησης που αρχίσαμε να έχουμε με την Ευρώπη λειτούργησαν υπέρ της εμπέδωσης μιας άλλης νοοτροπίας.

Το 2019 έφτασε. Είναι ένα έτος εκλογών και σίγουρα σε αυτές τις εκλογές το μόνο ζήτημα που δε διακυβεύεται είναι η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας μας, πράγμα που το καταφέραμε εμείς μέσα από τις θυσίες μας. Ελπίζω και εύχομαι το νέο έτος να αποτελέσει την εκκίνηση μιας διαφορετικής πολιτικής ζωής, η οποία θα δίνει προτεραιότητα στον υγιή δημόσιο διάλογο και όχι στον κομματικό καιροσκοπισμό.


* Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymail.com).

Σχόλια