Απόψεις

AIDS: Η διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών και η απάντηση της Ηθικής

Σήμερα είναι η παγκόσμια ημέρα για τον Hiv. Πρόκειται για ένα δαιμονοποιημένο ιό με πλούσια ιστορία. Εάν επιστρέφαμε στις δεκαετίες του 1980 και 1990, θα διαπιστώναμε πως τηλεοπτικές διαφημίσεις και αφιερώματα ασχολούνταν με τρόπο επίμονο με τον συγκεκριμένο ιό.

του Νίκου Κοσμαδάκη

Ο ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας, όπως είναι η ελληνική ονομασία του, χαρακτηρίστηκε ως το νόσημα των ομοφυλόφιλων, ενώ οι συντηρητικές φωνές είπαν πως ο ιός είναι η τιμωρία του Θεού στους ανθρώπους, οι οποίοι έχουν πάρει τον στραβό δρόμο και πλέον κάνουν έρωτα άνθρωποι του ίδιου φύλου. Είχε προηγηθεί η δεκαετία του 1970, που έμεινε στην ιστορία ως η δεκαετία της σεξουαλικής απελευθέρωσης. Η ιατρική επιστήμη απέρριψε τις παραπάνω ανορθολογικές απόψεις, ενώ έδωσε επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις για την προέλευση του ιού. Το γεγονός ότι ο ιός μεταδίδεται ευκολότερα στους ομοφυλόφιλους σχετίζεται με τις νευρικές απολήξεις του πρωκτού και όχι σε μια θεόσταλτη τιμωρία.

Τα πέτρινα χρόνια της δεκαετίας του 1980, ο ιός μπορούσε με μεγάλη ευκολία να διαδοθεί. Θα χρειαστεί σχεδόν μια δεκαπενταετία μέχρι να δημιουργηθούν φάρμακα, τα οποία θα εγγυηθούν ένα προσδόκιμο επιβίωσης σχεδόν ίδιο με εκείνο του μέσου πολίτη. Και φτάνουμε στο έτος 2018, όπου ο συγκεκριμένος ιός αντιμετωπίζεται ως ένα χρόνιο νόσημα, όπως είναι ο σακχαρώδης διαβήτης. Παράλληλα, ο ιός με τη φαρμακευτική αγωγή καθίσταται ως μη ανιχνεύσιμος.

Στην Ελλάδα, για να πούμε τη μεγάλη αλήθεια, δεν αντιμετωπίζαμε μεγάλο υγειονομικό πρόβλημα που να σχετίζεται άμεσα με τον συγκεκριμένο ιό, παρά μόνο εάν εξαιρέσουμε τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας που διανύουμε, όπου υπήρχε αύξηση των κρουσμάτων σε τοξικομανείς. Ωστόσο, πριν από σχεδόν 6 χρόνια, ο ιός Hiv απέκτησε μεγάλη δημοσιότητα εξαιτίας της διαπόμπευσης οροθετικών γυναικών. Συγκεκριμένα, 32 γυναίκες είχαν κατηγορηθεί, ενώ η διαπόμπευση των γυναικών βασίστηκε στην υγειονομική διάταξη 39Α, η οποία με τη σειρά της βασιζόταν σε αναγκαστικό νόμο του 1940. Πολύ απλά, οι συγκεκριμένες γυναίκες κατηγορήθηκαν πως είναι φορείς του ιού και ο κίνδυνος πρόκλησης σοβαρής σωματικής βλάβης είναι υπαρκτός.

Τότε, οι υγειονομικές Αρχές έβγαλαν τα ονόματά τους στη δημοσιότητα, με σκοπό να χτυπήσουν το καμπανάκι προειδοποίησης σε όποιον είχε σεξουαλική συνεύρεση με κάποια από αυτές τις κοπέλες. Πράγματι, τα τηλέφωνα του ΚΕΕΛΠΝΟ “έσπασαν” από την αγωνία του κόσμου να μάθουν στοιχεία και λεπτομέρειες για τις εκδιδόμενες γυναίκες και εάν κινδυνεύουν.

Η διαπόμπευση των οροθετικών γυναικών υπήρξε εκτενές θέμα συζήτησης στα τηλεοπτικά παράθυρα, ενώ θυμάμαι αξέχαστα τον Ευάγγελο Βενιζέλο να δηλώνει πως οι Αρχές προέβησαν στη δημοσιοποίηση των στοιχείων των συγκεκριμένων γυναικών για λόγους προάσπισης της Δημόσιας Υγείας. Το ερώτημα όμως το οποίο επιστρέφει με αφορμή την 1η Δεκεμβρίου είναι εάν ο νόμος φέρθηκε στις συγκεκριμένες γυναίκες με απίστευτη αυστηρότητα και εάν ο λόγος περί προστασίας της Δημόσιας Υγείας είναι επαρκής ώστε να δικαιολογήσει τη χωρίς συναίνεση δημοσιοποίηση των στοιχείων των συγκεκριμένων γυναικών.

Το να επικαλείσαι το επιχείρημα προστασίας της Δημόσιας Υγείας σημαίνει πως επικαλείσαι ένα ωφελιμιστικό επιχείρημα. Επικαλείσαι την προστασία της πλειοψηφίας, χωρίς να σ’ ενδιαφέρει ο δημόσιος εξευτελισμός του ενός προσώπου. Πολύ απλά, δίνεις προτεραιότητα στο γενικό καλό, χωρίς να ενδιαφέρεσαι για την αξιοπρέπεια του προσώπου ή της μειοψηφίας, η οποία βρίσκεται υπόλογη. Σε μια τέτοια περίπτωση μπορείς να επικαλείσαι όποτε πραγματικά επιθυμείς την ισχύ του νόμου, με σκοπό να καταδικάσεις μια ανάρμοστη συμπεριφορά ή στη συγκεκριμένη περίπτωση να φερθείς απάνθρωπα, καταδικάζοντας γυναίκες που δεν είχαν συνείδηση της συμπεριφοράς τους στη φυλακή. Ο νόμος έτσι εμφανίζεται ως ένας αδέκαστος δικαστής, που στην απόπειρα ικανοποίησης του κοινού περί δικαίου αισθήματος καταδικάζει την αξιοπρέπεια. Και ρωτάω: Είναι ορθή αυτή η συμπεριφορά;

Ασφαλώς και όχι. Μια Δημοκρατία αποκτάει κύρος μόνο εφόσον ο άνθρωπος σέβεται την αυτονομία και κατ’ επέκταση την αξιοπρέπεια του άλλου ανθρώπου. Δεν μπορείς σε καμία περίπτωση να καταδικάσεις, να αδιαφορήσεις και εντέλει να απαξιώσεις την ανθρώπινη φύση. Είναι ένα ηθικό καθήκον, που επιτάσσει η βούληση του έλλογου όντος. Ο διασυρμός των οροθετικών γυναικών σημαίνει πως ο νόμος, προϊόν μιας εσωτερικής αναζήτησης της πλειοψηφίας, επιβάλλει την απώλεια της αυτονομίας των γυναικών. Ένα τέτοιος νόμος είναι καταδικαστέος στο κανονιστικό πλαίσιο της Δημοκρατίας. Γιατί η ίδια η Δημοκρατία επιβάλλει έναν αξιακό χώρο στον όποιο ο κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος να διαμορφώνει τη ζωή του όπως πραγματικά επιθυμεί και να αισθάνεται φορέας ίσης ηθικής ακεραιότητας και αξίας. Και αυτή είναι η αληθινή φύση της Δημοκρατίας. Τίποτε παραπάνω, τίποτε παρακάτω.

Ο συγκεκριμένος νόμος, που τιμώρησε τις οροθετικές γυναίκες, όχι μόνο δε σεβάστηκε τη δυνατότητά τους να διαμορφώσουν ένα σχέδιο ζωής όπως επιθυμούν, αλλά υπέδειξε και την ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων. Από τη μια πλευρά βρισκόταν μια κοινωνία που έχει τάσεις αυτοπροστασίας και από την άλλη οι οροθετικές γυναίκες παρουσιάστηκαν από τον Τύπο ως η ρίζα του κακού, που πρέπει να κοπεί ώστε να επέλθουν η τάξη και η ασφάλεια. Ο νόμος που, στον βωμό της εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος, δε διστάζει να συντρίψει την αξιοπρέπεια του ενός προσώπου ή μιας μικρής μειοψηφίας είναι εκ φύσεως βάρβαρος, άδικος και ανήθικός.

* Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymail.com).

Σχόλια