Απόψεις

Η διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών

Η αποφασιστική διεκδίκηση της Ελλάδας των πολεμικών γερμανικών αποζημιώσεων, για την περίοδο της Κατοχής 1941-1944, αποτελεί ιστορικό και ηθικό χρέος για την αποκατάσταση των αδικιών και τη δικαίωση της χώρας μας.

Γράφει η Χρυσάνθη Καμπουράκη*

Οι οφειλές αφορούν στις πολεμικές επανορθώσεις για τα θύματα και τους συγγενείς τους, καθώς 558.000 Έλληνες έχασαν τη ζωή τους και 880.000 έμειναν ανάπηροι - συνολικά βέβαια ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στην Ελλάδα, με τα 7 περίπου εκατομμύρια πληθυσμό, κόστισε πάνω από 1 εκατομμύριο νεκρούς. Αφορούν ακόμη στις πολεμικές αποζημιώσεις για τις υλικές καταστροφές και διαρπαγές, στους κλεμμένους πολιτιστικούς θησαυρούς, στα εκκλησιαστικά κειμήλια και στην αποπληρωμή του αναγκαστικού κατοχικού δανείου.

Η έκθεση της Συνθήκης του Λονδίνου το 1953, αναβάλλοντας το θέμα των γερμανικών χρεών, αναφέρει ρητά ότι, αν γίνει επανένωση των Γερμανιών (έγινε το1990) και συνθήκη ειρήνης, η Γερμανία πρέπει να πληρώσει τις αποζημιώσεις. Τα επίμαχα αυτά θέματα τα έχουν αναδείξει επανειλημμένως έγκριτοι δημοσιογράφοι της “Νέας Κρήτης”.

Από τις διεκδικήσεις αυτές, σύμφωνα με επίσημα έγγραφα, η Ελλάδα δεν παραιτήθηκε ποτέ. Παραμένουν «νομικώς ενεργές και δικαστικώς επιδιώξιμες, στο πλαίσιο του κοινού διεθνούς και ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού», όπως δήλωσε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, στον Γερμανό ομόλογο του κ. Σταϊνμάγερ, κατά την πρόσφατη επίσκεψη του τελευταίου στην Αθήνα, ο οποίος ζήτησε «συγνώμη» από το στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Χαϊδάρι, αλλά για τις οφειλές δεν έκανε καμιά αναφορά.

Στο ίδιο πνεύμα και ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, τόνισε «να μην κρύψουμε κάτω από το χαλί τις διαφορές από το μακρινό παρελθόν, αλλά να τις ορίσουμε από κοινού, με αλληλοσεβασμό και με βάση το Διεθνές Δίκαιο». Και η αντιπρόεδρος της γερμανικής Βουλής, Claudia Roth, στην εκδήλωση μνήμης από το Τυμπάκι, το οποίο εκθεμελιώθηκε κατά τη γερμανική κατοχή και είχε κατασκευαστεί εκεί ένα από τα μεγαλύτερα αεροδρόμια ανεφοδιασμού των γερμανικών στρατευμάτων που δρούσαν στη Μέση Ανατολή, ζήτησε «συγνώμη για τις θηριωδίες».

Οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες, όμως, δεν έκαναν ουσιαστικές ενέργειες διεκδίκησης στο παρελθόν, εκτός από τη ρηματική διακοίνωση της Ελλάδας προς τη Γερμανία το 1995 από την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου και την παρέμβαση το 2011 στο Διεθνές Δικαστήριο Χάγης για την υπόθεση του ολοκαυτώματος του Δίστομου.

Η σημερινή κυβέρνηση, ωστόσο, έχει ανεβάσει ψηλά το καίριο αυτό ζήτημα και είναι η πρώτη κυβέρνηση που θα το διεκδικήσει με επίσημο αίτημα, με όλα τα ένδικα και μη μέσα, καθώς υπάρχει πολιτικός, διπλωματικός και νομικός σχεδιασμός.

Σύμφωνα με το αρχειακό υλικό, όπως τεκμηριώνεται από το πόρισμα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους στις 31/1/2014, την έκθεση του ΓΛΚ που προσδιορίζει τις γερμανικές οφειλές στην Ελλάδα στα 431 δισ. ευρώ και το πόρισμα που κατατέθηκε στην Ολομέλεια της Βουλής στις 28/7/2016, της διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής (21 βουλευτών) που συστάθηκε το 2015, οι οφειλές υπολογίζονται περίπου στα 280 δισ. ευρώ, χωρίς τους τόκους και χωρίς αποζημιώσεις για ανθρώπινες ζωές και αναπηρίες.

Σε αυτά δεν υπολογίζονται ούτε οι υπόλοιπες οφειλές από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, περίπου 10 δισ. ευρώ, σύμφωνα με το σχέδιο Young, που επικυρώθηκε από τη Συμφωνία της Χάγης το 1930. Η δε Συνδιάσκεψη των Παρισίων το 1946 όρισε τον επιμερισμό των γερμανικών αποζημιώσεων ανά χώρα, και για την Ελλάδα όρισε το ποσό των 309 δισ. ευρώ.

Πολιτική βούληση της ελληνικής κυβέρνησης είναι τον επόμενο μήνα να αναλάβει πρωτοβουλίες ώστε να ξεκινήσει την εκστρατεία έμπρακτης διεκδίκησης των πολεμικών αποζημιώσεων εντός του 2018.

Το πόρισμα της διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής του 2016 θα έρθει στην Ολομέλεια της ελληνικής Βουλής τον Δεκέμβριο του 2018, θα επικυρωθεί και στη συνέχεια θα γίνει νέα ρηματική διακοίνωση και η κυβέρνηση θα υποβάλει το αίτημα της καταβολής από τη Γερμανία των πολεμικών οφειλών προς την Ελλάδα στο γερμανικό Κοινοβούλιο, στα ευρωπαϊκά Κοινοβούλια, στο Ευρωκοινοβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στον ΟΗΕ, ενώ θα μεριμνήσει για τη διεθνοποίηση του θέματος και θα συσταθεί Διεθνής Επιτροπή Διεκδίκησης - σήμερα υπάρχει Εθνικό Συμβούλιο Διεκδίκησης, το οποίο κρατά το ζήτημα ανοιχτό.

Αν απορριφθεί το αίτημα, θα προωθήσει την εκδίκαση της υπόθεσης στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Εξάλλου καμιά παραγραφή δεν υφίσταται για αξιώσεις που αφορούν εγκλήματα πολέμου, σύμφωνα με απόφαση του ΟΗΕ. Η Γερμανία επίσης είναι σήμερα χώρα του Συμβουλίου της Ευρώπης, έχει προσχωρήσει στη Σύμβαση του Ευρωπαϊκού Δικαίου Προστασίας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και δεν μπορεί να αγνοεί τις μεταπολεμικές υποχρεώσεις της, ούτε να παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο. Άλλωστε πολυάριθμες γερμανικές πολιτικές και κοινωνικές ομάδες, καθώς και γερμανικά ΜΜΕ στηρίζουν τις ελληνικές διεκδικήσεις.

Να αναφερθούμε τέλος στο 3ο Πανελλήνιο Συνέδριο για τα Ολοκαυτώματα και τις Γερμανικές Αποζημιώσεις, που έγινε από τις 14 έως τις 16 Σεπτεμβρίου 2018 στο Μουσείο Ολοκαυτώματος στα Αμιρά Βιάννου, στο οποίο μεταξύ των παρευρεθέντων ήταν ο πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης και ο υπουργός Εσωτερικών Αλέξης Χαρίτσης, εκπροσωπώντας την κυβέρνηση, στο οποίο διαμορφώθηκε ένας οδικός χάρτης κινηματικής, πολιτικής και νομικής διεκδίκησης. Οι παρευρεθέντες τίμησαν την 75η επέτειο του ολοκαυτώματος και της καταστροφής 20 χωριών της Βιάννου και της Ιεράπετρας στις 13-16 Σεπτεμβρίου 1943 από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής.

Ο Γερμανός πρέσβης ζήτησε συγνώμη για τα 461 θύματα της περιοχής. Στο συνέδριο η Ν.Δ. δεν έστειλε εκπρόσωπο, έχοντας εξάλλου ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτηρίσει «λαϊκισμό» το αίτημα για την καταβολή των πολεμικών οφειλών της Γερμανίας στη χώρα μας, ενώ είχε επικρίνει πριν τρία χρόνια τον Έλληνα πρωθυπουργό θεωρώντας ως «ακραία ρητορική και πόλωση» το ότι έθεσε το θέμα των αποζημιώσεων στην Άγκελα Μέρκελ.

Κλείνοντας να υπενθυμίσουμε ότι η πανωλεθρία των Γερμανών, κατά τη θρυλική Μάχη της Κρήτης, που εκδηλώθηκε στις 20 Μαΐου του 1941, και τα κατορθώματα των Ελλήνων έκαμψαν την υπεροψία του Χίτλερ και ανέκοψαν την επέκταση της γερμανικής ναζιστικής βαρβαρότητας. Η αντίσταση και η ηρωική θυσία των Ελλήνων συνέβαλαν καθοριστικά «στην απελευθέρωση όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και ολόκληρης της Ευρώπης, και της ίδιας της Γερμανίας από τον χιτλερικό ζυγό, γεγονός που η σύγχρονη Γερμανία οφείλει να μη λησμονεί», όπως τόνισε στον χαιρετισμό του στο συνέδριο της Βιάννου ο Μανόλης Γλέζος, ο οποίος έχει παίξει σημαντικό ρόλο στη διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών.

Η Γερμανία λοιπόν επωμίζεται το ιστορικό χρέος να καταβάλει τις πολεμικές αποζημιώσεις στην Ελλάδα, όπως έχει γίνει με όλες τις χώρες που είχαν απώλειες από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής, γιατί εγκλήματα που μένουν ατιμώρητα επαναλαμβάνονται.

Τα τελευταία χρόνια δυστυχώς, με πρόσχημα την οικονομική και την προσφυγική κρίση, αναζωπυρώθηκαν οι νεοναζιστικές και νεοφασιστικές δυνάμεις στην Ευρώπη, και μάλιστα εισχώρησαν σε κυβερνητικά σχήματα και αναδείχτηκαν σε δυνάμεις εξουσίας σε κάποιες χώρες.

Η δικαίωση της αντίστασης και της θυσίας των Ελλήνων θα στείλει, πέρα από τα μηνύματα της εθνικής κυριαρχίας και της ειλικρινούς συνεργασίας των δύο λαών, και εκείνα της απόκρουσης του νεοναζισμού, του εθνικιστικού μίσους και της ξενοφοβίας. Θα τροφοδοτήσει τη συλλογική αντιφασιστική μνήμη, την καταδίκη κάθε μορφής ολοκληρωτισμού και την προάσπιση των υπεραξιών της ειρήνης και του ανθρωπισμού.


* Η κ. Χρυσάνθη Καμπουράκη είναι μέλος της Νομαρχιακής Επιτροπής ΣΥΡΙΖΑ Ηρακλείου και διαμερισματική σύμβουλος του Δήμου.

Σχόλια