Απόψεις

Η πολιτική αξιοπιστία απουσιάζει

Σύνταγμα και Δημοκρατία πάνε χέρι-χέρι. Μια Δημοκρατία δε νοείται χωρίς ένα καταστατικό χάρτη που να προσδιορίζει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις των μελών της κοινωνίας. Αλλά και το Σύνταγμα δεν μπορεί να προσδιοριστεί επαρκώς εάν δεν υπάρχει μια δημοκρατικά ευνομούμενη κοινωνία. Σύνταγμα και Δημοκρατία δεν είναι ξέχωρα μεγέθη. Θα έλεγα πως η Δημοκρατία γέννησε το Σύνταγμα και το Σύνταγμα αναπαράγει τη Δημοκρατία διαρκώς.

Η Δημοκρατία, επίσης, είναι κατά βάση θεωρητική έννοια και ο καθένας μπορεί να την προσεγγίσει όπως πραγματικά επιθυμεί. Κάποιος υποστηρίζει πως, από τη στιγμή που υπάρχει αντιπροσωπευτικό σύστημα, έχουμε Δημοκρατία. Άλλος θα πει πως “από τη στιγμή που εγώ είμαι ελεύθερος και ισότιμος με τον γείτονά ή τον συμπατριώτη μου είναι ένας επαρκής λόγος ότι έχουμε Δημοκρατία”. Ένας άλλος θα πει πως “από τη στιγμή που εγώ μετέχω στη λήψη αποφάσεων που αφορούν εμένα τον ίδιο είναι χαρακτηριστικό του δημοκρατικού πολιτεύματος”. Υπάρχουν πολλά επιχειρήματα που μπορεί κάποιος να επικαλεστεί ότι υπάρχει Δημοκρατία.

Κάτι τέτοιο δε συμβαίνει με το Σύνταγμα, που είναι περισσότερο μια έννοια με πρακτικό περιεχόμενο. Γι’ αυτό, εξάλλου, υπάρχουν και συνταγματολόγοι, οι οποίοι ερευνούν συνταγματικές ατασθαλίες σε διατάξεις και νόμους. Η παραβίαση συνταγματικών αρχών σημαίνει κακούργημα ενάντια στη φύση και στην ουσία της Δημοκρατίας, δηλαδή στο ευ ζην των πολιτών. Επομένως, η διαμόρφωση του Συντάγματος πρέπει να γίνει με τρόπο προσεκτικό και να αποτελεί προϊόν ώριμης διαβούλευσης.

Στην Ελλάδα, η διαμόρφωση του Συντάγματος δε γίνεται με τρόπο σοβαρό. Υπάρχει μια διάχυτη πολιτική αναξιοπιστία, η οποία εκφράζεται μέσα από τις πολιτικές διχογνωμίες και την κυριαρχία του κομματικού συμφέροντος έναντι του εθνικού.

Και τι εννοώ: Ο πολιτικός κόσμος έχει κατανοήσει πως η συζήτηση για το Σύνταγμα είναι ιδιαιτέρως σημαντική. Επίσης, έχει συνειδητοποιήσει πως κάποιες διατάξεις είναι αναχρονιστικές και επιζήμιες για τη φιλελεύθερη Δημοκρατία μας. Και, δυστυχώς, οι φωνές αυτές δεν είναι μεμονωμένες, αλλά όλες οι πολιτικές ομάδες το έχουν αποδεχτεί είτε με σιωπηρό είτε με έντονο τρόπο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο διαχωρισμός Εκκλησίας-Κράτους. Η συνταγματική αρχή που θα υποστηρίζει το διαχωρισμό Εκκλησίας-Κράτους είναι μια αρχή που αναμφισβήτητα καταδεικνύει την πρόοδο σε μια φιλελεύθερη χώρα. Ένα πολιτικό κόμμα που θέλει να αυτοπροσδιοριστεί ως υγιές θα ταχθεί υπέρ.

Είμαι όμως καχύποπτος ή επιφυλακτικός εάν όντως θα ψηφιστεί μια τέτοια διάταξη μετά το πέρας της συζήτησης. Εάν ο ΣΥΡΙΖΑ το προτείνει, η Νέα Δημοκρατία θα πάρει μια στάση επιφυλακτική. Μπορεί να το αποδοκιμάσουν με την κατηγορία πως αποτελεί προϊόν καιροσκοπισμού και δεν πρέπει η Κεντροδεξιά παράταξη να συναινέσει. Ή μπορεί να ταχθεί υπέρ και να υπάρξει ένας μικρός κύκλος βουλευτών που θα το καταψηφίσουν, επειδή νιώθουν συντηρητικοί, ή να υποστηρίξουν πως η Ελλάδα έχει μια ιδιαίτερη σχέση με την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Πάμε και στο ανάποδο. Εάν η Νέα Δημοκρατία το προτείνει, ο ΣΥΡΙΖΑ δε γνωρίζω τι στάση θα κρατήσει. Από τη μια το λογικό είναι να ταχθεί υπέρ. Από την άλλη, μπορεί να εναντιωθεί, επικαλούμενος το επιχείρημα πως η Νέα Δημοκρατία το κάνει για να “θολώσει τα νερά”. Και ερωτώ: Ποιο είναι το παράλογο στην υπόθεση;

Το παράλογο είναι πως είναι κοινή πεποίθηση πως πρέπει να υπάρξουν αλλαγές σε συνταγματικό επίπεδο. Αλλά, όταν έρθει η στιγμή να ξεκινήσει η αναθεωρητική διαδικασία, τότε οι πολιτικές δυνάμεις κάνουν πίσω. Γιατί πολύ απλά μια τέτοια διαδικασία απαιτεί ενισχυμένη πλειοψηφία και μια κυβέρνηση θεωρεί πως είναι ιδιαίτερα ριψοκίνδυνο για την ίδια να παίξει τις τύχες της σε μια συζήτηση για το Σύνταγμα.

Γι’ αυτό, λοιπόν, όλες οι πολιτικές δυνάμεις έχουν ως σημαία την Αναθεώρηση του Συντάγματος, και αμέσως μετά η σημαία χάνεται στα βάθη της αδιαφορίας. Και αυτή η αδιαφορία υπονομεύει το δημόσιο συμφέρον και εντέλει τον ίδιο τον πολίτη στην ατομικότητά του. Και ερωτώ: Δε συνιστά αυτό πολιτική αναξιοπιστία; Ποιος είναι ο λόγος ύπαρξης του πολιτικού εκπροσώπου όταν θεωρητικολογεί υπέρ του δημόσιου συμφέροντος, αλλά πρακτικά φροντίζει για το κομματικό του όφελος και μόνο;

Στην Ελλάδα, αυτό είναι το μέγιστο πολιτικό σφάλμα. Όλοι έχουμε κατανοήσει πως είμαστε μια χώρα που βρίθει ανασφαλειών και παραγωγικών αδυναμιών, αλλά κοινή γραμμή δεν υπάρχει. Το ίδιο συμβαίνει και σε επίπεδο Συντάγματος. Και, δυστυχώς, η υπονόμευση της διαδικασίας αναθεώρησης είναι εθνικά επιζήμια.


* Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymail.com).

Σχόλια