Απόψεις

Ένα χείριστο παράδειγμα συνεργασίας

Μια συνεργασία για να είναι καλή πρέπει να έχει δύο χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι να έχει μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Δύο (ή παραπάνω) άτομα και συλλογικότητες συνεργάζονται προκειμένου να υλοποιήσουν το όραμά τους. Η εφαρμογή των προτάσεών τους και οι στρατηγικοί στόχοι για την επίτευξη του οράματος δεν πρέπει να είναι προσωρινοί και εφήμεροι. Πρέπει να περιτυλίξουν τις ιδέες τους με το ύφασμα του μακροπρόθεσμου ορίζοντα. Και δεύτερον, οι συλλογικότητες, τα άτομα οφείλουν να έχουν κοινή στοχοθεσία. Να θέτουν κοινούς στόχους. Το ένα στοιχείο συμπληρώνει το άλλο.

Αυτά είναι τα στοιχεία που απαιτεί μια καλή συνεργασία. Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο. Και πάμε στην πολιτική πραγματικότητα. Η συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. ήταν εύθραυστη. Ένας αριστερός πολιτικός σχηματισμός, όπως αυτοπροσδιορίζεται, συμμάχησε με ένα κόμμα που ανήκει στη συντηρητική πτέρυγα της Δεξιάς. Οι στόχοι ήταν κοινοί, ενώ το ακροατήριο ήταν το ίδιο.

Από τη μια, στόχος ήταν η καταβαράθρωση του κομματικού συστήματος ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ. Κουνώντας ως σημαία την ιδέα πως είναι αντιμνημονιακά κόμματα και πως θα σκίσουν τα μνημόνια που έφεραν τη δυσαρέσκεια στον Έλληνα πολίτη, ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝ.ΕΛ. είχαν βρει την προεκλογική τους ρητορική στα χρόνια της κρίσης. Ένα δριμύ “κατηγορώ” και ένας λόγος οικονομικού λαϊκισμού συνέθεσαν το προεκλογικό πρόγραμμα ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ., ενώ το ακροατήριο ήταν οι Αγανακτισμένοι του καλοκαιριού του 2011.

Οι δύο αντίθετοι ιδεολογικά πολιτικοί σχηματισμοί γρήγορα ανέβηκαν στην εξουσία και η συμμαχία ήταν το επακόλουθο. Ωστόσο, δεν είχαν τίποτε κοινό παρά μόνο τη ρητορική τους σε οικονομικό επίπεδο. Σε επίπεδο κοινωνικής πολιτικής, τα δύο κόμματα διέφεραν ριζικά.

Οι σχέσεις μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας, η νομοθεσία για τα ομόφυλα ζευγάρια και πλήθος άλλων κοινωνικών θεμάτων ήταν ζητήματα που έδιναν τροφή για σχόλια στον Τύπο. Ήταν ζητήματα που ανέδειξαν τις ιδεολογικές διαφορές των δύο κομμάτων. Κάθε φορά που ένα τέτοιου είδους ζήτημα έμπαινε στη δημόσια συζήτηση, αυτόματα ο Τύπος έκανε λόγο για “εμφύλιο πόλεμο”. Βέβαια, οι όποιες αντιμαχίες που προέκυπταν, επιλύονταν με την υποχώρηση του Πάνου Καμμένου. Ο Αλέξης Τσίπρας έπαιρνε τηλέφωνο τον κυβερνητικό του εταίρο ή κανόνιζαν να συναντηθούν στο Μέγαρο Μαξίμου και η όποια διαφωνία αυτόματα γινόταν συμφωνία. Ο δείκτης της ζυγαριάς έγερνε προς τον Αλέξη Τσίπρα, αφού αυτός ήταν ο τελικός νικητής.

Μέχρι εδώ καλά. Το Σκοπιανό όμως αποδεικνύεται “καυτή πατάτα”, καθώς ο Πάνος Καμμένος έχει δηλώσει πως δεν πρόκειται να στηρίξει την ονομασία που πρότεινε η κυβέρνηση (Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας). Είναι μια ονομασία αλυτρωτική για τον ίδιο. Πολλά μπορεί να ειπωθούν σε αυτό το σημείο, αλλά δε θέλω να σχολιάσω. Συνεχίζω...

Η συμφωνία των Πρεσπών, όμως, αποτέλεσε για τον Πάνο Καμμένο ένα θέμα ταμπού. Και σε περίπτωση που η εν λόγω συμφωνία μπει στη Βουλή, ο ίδιος δε φαίνεται πρόθυμος να την ψηφίσει. Ωστόσο τις τελευταίες ημέρες είδαμε κάτι εντελώς αναπάντεχο. Μίλησε με τον Αμερικανό ομόλογό του και άρχιζε να αναφέρεται σε μια νέα βαλκανική συμμαχία, η οποία θα λειτουργήσει ως εγγυητής συνοχής και σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων.

Είμαι σίγουρος πως, την ώρα που ο υπουργός Εθνικής Άμυνας έλεγε το σχέδιο και το όραμά του, οι παρευρισκόμενοι θα κοιτάζονταν μεταξύ τους, ενώ το βλέμμα τους θα ήταν έκπληκτο. Ένα μέλος της ελληνικής κυβέρνησης αψηφά τα πρωτόκολλα και μιλάει σαν υπουργός Εξωτερικών και μάλιστα σε συνομιλητές που δεν ήταν οι αρμόδιοι σε τέτοια ζητήματα.

Η στάση του ήταν ηθικώς και πολιτικώς απαράδεκτη. Γιατί:

- Προσπάθησε να προβάλει μια προσωπική θέση έναντι της πολιτικής στάσης που έχει πάρει η κυβέρνηση εδώ και μερικούς μήνες. Προσπάθησε να υποβαθμίσει ηθικά το σχέδιο της κυβέρνησης και να πάρει μια πολιτική πρωτοβουλία που μόνο γενναία δεν ήταν. Μάλλον αστεία. Γελοιοποίησε την κυβέρνηση, η οποία προσπαθεί να βάλει τέλος σε ένα ζήτημα που έχει ταλαιπωρήσει την ελληνική διπλωματία εδώ και 27 ολόκληρα χρόνια.

- Αυτοανακηρύχθηκε ως υπουργός Εξωτερικών, χωρίς να έχει μιλήσει με κάποιον τεχνοκράτη των διεθνών ζητημάτων. Ευτέλισε τον κ. Κοτζιά και τους διπλωματικούς του χειρισμούς των τελευταίων μηνών.

- Ευτέλισε τους βουλευτές και τα στελέχη του κόμματός του. Αυτό βέβαια αποδεικνύεται από τις δηλώσεις των βουλευτών του, οι οποίοι κράτησαν αποστάσεις από τους χειρισμούς του αρχηγού τους. Μπορεί οι Ανεξάρτητοι Έλληνες να διαφωνούν σε κοινωνικά ζητήματα με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά κανένας δεν περίμενε την πρωτοβουλία του αρχηγού τους, που έμμεσα υπονόμευσε την κυβέρνηση στην οποία ανήκει. Και, βέβαια, δίνει τροφή στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας να μιλάει για έναν γραφικό πολιτικό άνδρα.

Η συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. ήταν το χειρότερο δυνατό παράδειγμα πολιτικής συμμαχίας. Καμία σχέση με το πολιτικό παράδειγμα άλλων ευρωπαϊκών πολιτικών σχηματισμών. Η αιτία βασίζεται στο γεγονός πως ο λόγος συγκρότησής τους ήταν τιμωρητικός. ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. συνεργάστηκαν στη βάση της απόδοσης ευθυνών σε δύο πολιτικά κόμματα τα οποία έφεραν στην Ελλάδα την καταστροφή. Από εκεί και πέρα, δεν υπήρχε όραμα για την επόμενη μέρα και δυστυχώς έχει γίνει αντιληπτό από τους πρώτους μήνες της συγκυβέρνησης.

* Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymail.com).

Σχόλια