Απόψεις

Μεταρρυθμίσεις, μεταρρυθμίσεις και πάλι μεταρρυθμίσεις

Η μεταρρύθμιση πρέπει να στοχεύει στη διεύρυνση της δημοκρατίας με την έννοια πως κάθε πολιτική δράση θα έχει αποδέκτη τον Έλληνα πολίτη

Η μεταρρύθμιση αποτέλεσε τη λέξη-κλειδί της οικονομικής κρίσης που ταλαιπώρησε τη χώρα μας. Είναι γνωστή η ρήση μεγάλου τμήματος του πολιτικού κόσμου πως, εάν επιθυμεί η χώρα μας να φύγει από αυτό το οικονομικό και κοινωνικό αδιέξοδο, οι μεταρρυθμίσεις συνιστούν μονόδρομο. Μονόδρομο προς την οικονομική και κοινωνική ευημερία ή εάν προτιμάτε διέξοδο από τη σταδιακή οικονομική και κοινωνική κατάρρευση της χώρας και γρήγορη επανάκαμψη.

Οι υποκινητές της επανάκαμψης πρέπει να θέσουν συγκεκριμένους στόχους, ενώ η λογική των μεταρρυθμίσεων πρέπει να επαναπροσδιοριστεί εκ νέου.

Τη δεκαετία του 1980, στόχος του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν η εδραίωση της κοινωνικής δημοκρατίας, μιας δημοκρατίας δηλαδή που ο πολίτης θα αισθάνεται και κυβερνών και κυβερνώμενος. Για να επιτευχθεί αυτή η θέση-αρχή, έπρεπε πρώτα και κύρια να κατανοήσει ο μέσος αστός πως έχει οικονομική δύναμη και πως η θέση του είναι ίδια ακριβώς μ’ εκείνη ενός ατόμου που βρίσκεται στην ανώτερη οικονομική και κοινωνική κλίματα.

Ο εργάτης έπρεπε να αισθάνεται πως έχει την ίδια θέση ή το ίδιο μερίδιο στην κοινωνία με τα ανώτερα οικονομικά και κοινωνικά στρώματα. Έπρεπε να πιστεύει πως αποτελεί μέρος του παραγωγικού ιστού της χώρας. Έτσι, εγκαινιάστηκε μια νέα πολιτική ενσωμάτωσης των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων στο Δημόσιο. Δυστυχώς, η υγιής αυτή νοοτροπία μετεξελίχθηκε σε μια ανθυγιεινή ανταλλακτική σχέση μεταξύ πολιτικού συστήματος και κοινωνίας των πολιτών.

Ο πολίτης έδινε την ψήφο του σ’ έναν συγκεκριμένο πολιτικό σχηματισμό, ο οποίος λειτουργούσε ως μηχανισμός συλλογής ψήφων. Πολύ γρήγορα, η όποια ιδεολογία χάθηκε, ενώ στα μέσα της δεκαετίας του 1990 το δίπολο Αριστερά-Δεξιά κατέρρευσε.

Πλέον, η Ελλάδα είναι μια χώρα που υπέστη δεινά οικονομικής, πολιτικής και θεσμικής φύσης ύστερα από μια πολυδαίδαλη κρίση. Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας βρίσκεται σε σωστό δρόμο, η ανεργία έχει μειωθεί, ενώ οι αγορές μάς έχουν υποδεχτεί. Σίγουρα η κατάστασή μας είναι πολύ καλύτερη από τον Απρίλιο του 2010, τότε που ο Γιώργος Παπανδρέου πήγε στο ακριτικό νησί Καστελόριζο και με δημόσιο διάγγελμα ανήγγειλε την εμπλοκή υπερεθνικών οργανισμών στα δημόσια οικονομικά της χώρας μας, προκειμένου να αποφευχθεί μια εθνική οικονομική τραγωδία.

Το 2018 είναι ένα έτος που όλοι περιμέναμε με ανυπομονησία από την αρχή της κρίσης. Ωστόσο, οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν ακόμη κεντρικό ζήτημα. Τίθεται ευθαρσώς το ερώτημα: Οι μεταρρυθμίσεις πού πρέπει να αποσκοπούν;

Καταρχήν, η έννοια των μεταρρυθμίσεων προκαλεί δυσκολία στην κατανόηση. Μεταρρύθμιση σημαίνει “μεταβάλλω τους δημόσιους θεσμούς ή τις δημόσιες πολιτικές”. Άρα, εκ πρώτης όψεως πρέπει να αφήσουμε κατά ένα μέρος τις παλιές μας συνήθειες. Η υπερσυγκέντρωση δημόσιων υπαλλήλων πρέπει να γίνει πλέον με αξιολόγηση και στη βάση κάποιων κριτηρίων (μορφωτικών και επαγγελματικών δεξιοτήτων).

Η αξιοκρατία είναι ένα βασικό στοιχείο που απουσιάζει από την πολιτική διαδικασία, με αποτέλεσμα η αναξιοκρατία και η σταδιακή δυσπιστία του πολίτη απέναντι στους δημόσιους θεσμούς να γιγαντώνεται. Άρα, μεταρρύθμιση με πρώτο και κύριο αίτημα την αλλαγή κατεύθυνσης από ένα δρόμο που έφερε το οικονομικό τέλμα.

Δεύτερον, οι μεταρρυθμίσεις οφείλουν να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και πολύ συγκεκριμένα τη διεύρυνση της δημοκρατίας και του πλουραλισμού. Οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να στοχεύουν στην κατάργηση των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων. Δημόσιες πολιτικές που εξυπηρετούσαν συμφέροντα πρέπει να απορριφθούν. Και αν οι εκπρόσωποί τους νιώσουν την ανάγκη να εκμεταλλευτούν τις καλές σχέσεις που ενδεχομένως έχουν με την πολιτική εξουσία, τότε η πολιτική εξουσία οφείλει να φανεί αντάξια των προσδοκιών και να πει ένα μεγαλοπρεπές “ΟΧΙ” σε πρακτικές του παρελθόντος. Έτσι, δημιουργείς πολιτική. Όταν λες “όχι” δε γίνεσαι ευχάριστος σε ομάδες επαγγελματικών συμφερόντων που αποσκοπούν στην ικανοποίηση του δικού τους οφέλους.

Η μεταρρύθμιση πρέπει να στοχεύει στη διεύρυνση της δημοκρατίας, με την έννοια πως κάθε πολιτική δράση θα έχει αποδέκτη τον Έλληνα πολίτη. Προς την κατεύθυνση αυτή πρέπει η Ελλάδα να οικοδομήσει ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος, το οποίο όμως δε θα μοιράζει παροχές και επιδόματα απασχόλησης. Το κοινωνικό κράτος οφείλει να έχει έναν ενεργητικό ρόλο και ο χαρακτηρισμός ως “προνοιακό” να ισχύει μόνο στην περίπτωση των κοινωνικά ευπαθών ομάδων.

Για να μιλήσω πρακτικά: Θεωρώ απαράδεκτο το γεγονός πως μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας ζει τον χειμώνα από το Ταμείο Ανεργίας. Επίσης, είναι απαράδεκτο όταν πολλοί νέοι άνθρωποι, για άγνωστους λόγους, κάνουν “αποχή” από την αγορά εργασίας και παίρνουν ένα επίδομα 400-500 ευρώ. Πρέπει να υπάρξουν υγιείς πολιτικές που να στοχεύουν στην εργασιακή κινητοποίηση των πολιτών και να μη μένουν χωρίς δουλειά.

Τρίτη και τελευταία προϋπόθεση της ύπαρξης των μεταρρυθμίσεων πρέπει να είναι η αύξηση της ελευθερίας και της ισότητας των πολιτών. Οι πολίτες πρέπει να συν-αισθάνονται ελεύθεροι και ίσοι σε όσο γίνεται μεγαλύτερο βαθμό. Αυτό θα επιτευχθεί μέσω της σταδιακής αναβάθμισης των θεσμικών εγγυήσεων του κράτους δικαίου.

Ο πολίτης αισθάνεται περισσότερο ελεύθερος και ίσος όταν η Δικαιοσύνη και οι Ανεξάρτητες Αρχές λειτουργούν. Αισθάνεται περισσότερο ελεύθερος και ίσος όταν γνωρίζει πως η πολιτική εξουσία (νομοθετική και εκτελεστική) είναι υπόλογη στον νόμο. Δηλαδή γνωρίζουν πως οι πολιτικοί άρχοντες είναι δημόσια πρόσωπα τα οποία ελέγχονται για τις πράξεις τους. Είναι υπόλογοι των αρχών που πρεσβεύουν. Έτσι οικοδομείται μια δυνατή δημοκρατία, η οποία θέτει ως πρώτη προτεραιότητα τη μεταρρύθμιση. Αυτή η δημοκρατία αποφεύγει τη διαφθορά με κάθε δυνατό τρόπο.

Κλείνοντας, οι μεταρρυθμίσεις της επόμενης μέρας πρέπει να συγκεντρώνουν τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Αλλαγή κατεύθυνσης από μια αδιέξοδη κατάσταση, εξυπηρέτηση δημόσιου συμφέροντος, διεύρυνση δημοκρατίας και αύξηση της ελευθερίας και της ισότητας των πολιτών. Η επόμενη μέρα στη μετα-μνημονιακή εποχή περνάει από αυτά τα στάδια, τα οποία έχουν κοινωνικές προεκτάσεις.

Η επόμενη μέρα είναι μια πρόκληση για την πολιτική ηγεσία, τη δημοκρατία και για τον ίδιο τον πολίτη. Το ζήτημα είναι η αφύπνιση και η εκκίνηση των μεταρρυθμίσεων...


* Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymail.com).

Σχόλια