Απόψεις

Παράγεται ιδεολογία το 2018;

Στις 5 Φεβρουαρίου 2009, δύο μεγάλοι Έλληνες διανοούμενοι (Χρήστος Γιανναράς και Κώστας Βεργόπουλος) παρουσίασαν τις ιδέες τους στο τηλεοπτικό κοινό και συγκεκριμένα στην εκπομπή “Θέμα και παραλλαγές” (ΕΤ1) με τον Γιώργο Μαλούχο. Το έτος εκείνο δεν είχε κάνει αισθητή την εμφάνισή της η οικονομική κρίση με τα μνημόνια, ενώ σε πολιτικό επίπεδο κυριαρχούσε το δίπολο ΠΑΣΟΚ-Νέα Δημοκρατία. Η συγκεκριμένη εκπομπή είχε τίτλο “Παράγεται ιδεολογία στην Ελλάδα”.

Η συζήτηση ήταν άκρως ενδιαφέρουσα. Ωστόσο, οι δύο αυτοί διανοούμενοι δεν κατέληξαν σε συμφωνία. Ο Γιανναράς έδωσε μια φιλοσοφική οπτική συνδέοντας την οικονομία με συγκεκριμένα κοινωνικά αίτια, ενώ ο Βεργόπουλος έδωσε μια πιο ρεαλιστική οπτική, καθότι ο ίδιος ήταν οικονομολόγος. Στην αρχή της συζήτησης υπήρχε μια μορφή συναίνεσης ως προς την αυτονόμηση της οικονομίας από το κοινωνικό γίγνεσθαι, κάτι το οποίο ουσιαστικά σημαίνει αυτονόμηση της οικονομίας από τη βάση της, τις ανταλλακτικές σχέσεις. Ουσιαστικά, οικονομία και κοινωνία το 2009 ήταν εντελώς διακριτά πεδία, σύμφωνα με την ανάλυση των δύο ανδρών.

Ύστερα από 9 χρόνια συζητήσεων και αναλύσεων, το ερώτημα παραμένει επίκαιρο όσο ποτέ: Μπορεί η Ελλάδα να παράξει ιδεολογία;

Θα απαντήσω σε αυτό το ερώτημα, εστιάζοντας στον νεοφιλελευθερισμό και στην Αριστερά, όπως την προσδιόρισαν στη συγκεκριμένη εκπομπή οι δύο στοχαστές.

Για τον νεοφιλελευθερισμό, ο Βεργόπουλος είπε πως έχει ριζώσει πιο πολύ στην Ευρώπη απ’ ό,τι στις ΗΠΑ. Μίλησε για τις δυνατές ρίζες του νεοφιλελευθερισμού μέσα από το Σύμφωνο Σταθερότητας, ενώ κατέκρινε έμμεσα τις ευρωπαϊκές πολιτικές, οι οποίες επιβάλλουν ένα νόμισμα που αποδέχεται τον αντι-πληθωρισμό, επιβάλλει τη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων κ.τ.λ. Αυτό που πρότεινε ο ίδιος είναι πως το ευρώ πρέπει να προσγειωθεί στην πραγματικότητα.

Ύστερα από 9 χρόνια, όχι μόνο δε δημιουργήσαμε το αντίδοτο για την ασθένεια που μας έφερε μεταξύ θανάτου και ζωής, αλλά αποφασίσαμε να μην πάμε στον γιατρό και να αποδεχτούμε μια κατάσταση ρευστή, που θα μας κρατήσει καθηλωμένους στο κρεβάτι μέχρι το 2060...

Πράγματι, η ελεύθερη οικονομία, όπως διαρθρώθηκε στην Ευρώπη, άνοιξε την “ψαλίδα” φτωχών και πλουσίων. Εννέα χρόνια μετά την εκπομπή, ο ελληνικός λαός γνώρισε με τον πιο τραυματικό τρόπο τις συνέπειες της ελεύθερης οικονομίας. Παρόλο που ο αείμνηστος Βεργόπουλος μίλησε για μια κοινωνικοποίηση του ευρώ, αυτό ποτέ δεν έγινε πραγματικότητα. Το ευρώ όχι μόνο έκανε χειροπιαστό το νεοφιλελεύθερο μοντέλο, αλλά το εδραίωσε. Όχι μόνο δεν εξορθολογίκευσε την ελληνική κοινωνία, αλλά την έκανε να φέρεται ως ψυχικά ασταθής.

Τα μνημόνια εγγυήθηκαν τη μείωση των ελλειμμάτων μέσω ιδιωτικοποιήσεων, απολύσεων στον δημόσιο τομέα, μισθών που φτάνουν τα 300 ευρώ, αυξανόμενης ανεργίας και συστηματικής υποβάθμισης των θεσμικών εγγυήσεων του κοινωνικού κράτους (μείωση κονδυλίων σε Παιδεία και Υγεία). Όλες αυτές οι πολιτικές όπως εισήχθησαν επιβεβαίωσαν με τον πιο τραυματικό τρόπο πως τα μνημόνια έκαναν τον νεοφιλελευθερισμό πιο συμπαγή στην Ελλάδα. Αντί να προβούμε σε μια αντι-πρόταση κοινωνικοκεντρικής καταγωγής, ανεχτήκαμε ως πολιτικός κόσμος μια κατάσταση βαρύνουσα για την ελληνική κοινωνία.

Ύστερα από 9 χρόνια, όχι μόνο δε δημιουργήσαμε το αντίδοτο για την ασθένεια που μας έφερε μεταξύ θανάτου και ζωής, αλλά αποφασίσαμε να μην πάμε στον γιατρό, και να αποδεχτούμε μια κατάσταση ρευστή που θα μας κρατήσει καθηλωμένους στο κρεβάτι μέχρι το 2060.

Και δυστυχώς, καμία πολιτική δύναμη, όταν βρέθηκε στην εξουσία, δεν επιχείρησε να αλλάξει το οικονομικό μοντέλο, αλλά και το συντεχνιακό πολιτικό σύστημα.

Σε ένα άλλο σημείο της εκπομπής, ο Γιανναράς μιλάει για την Αριστερά. Και ουσιαστικά λέει πως το να είσαι Αριστερός είναι πολύ δύσκολο, γιατί απαιτείται προσωπική θυσία τού “εγώ”. Είναι εύκολο κάποιος να βγαίνει στους δρόμους και να κουνάει τη σημαία της αλληλεγγύης, του σεβασμού, της ενότητας κ.τ.λ. Ωστόσο, το κίνητρο που θα τον ωθήσει τις περισσότερες φορές είναι ιδιοτελές και κινείται στη βάση του εγωισμού.

Ύστερα από 9 χρόνια, το είδαμε αυτό μέσα από την Αριστερά του Αλέξη Τσίπρα. Λειτούργησε ως μια συντεχνιακή ομάδα και είδε τη διαμαρτυρία ως όχημα πολιτικής καταξίωσης. Η επανεκλογή τέθηκε ως αυτοσκοπός, ενώ οι ιδέες που προκάλεσαν την αναρρίχηση του κόμματος στην εξουσία προκάλεσαν επικοινωνιακούς εντυπωσιασμούς και μόνο. Ο Αλέξης Τσίπρας φοβήθηκε να καβγαδίσει με τον ευρωπαϊκό νεοφιλελευθερισμό και τους διάφορους θεσμικούς παράγοντες. Ξέχασε την αυθυπέρβαση που οφείλει να κάνει ένας Αριστερός ηγέτης και μετατράπηκε σ’ ένα φερέφωνο της Γερμανίδας καγκελαρίου, Άγκελα Μέρκελ.

Άρα, στην Ελλάδα επικρατεί, από τη μια, μια παντοδυναμία της ελεύθερης αγοράς και, από την άλλη, μια δυσφήμηση της Αριστεράς. Ωστόσο, όταν αναφερόμαστε στη λέξη “ιδεολογία”, είναι ανήθικο να μην αξιοποιούμε όρους κοινωνικούς, όπως των φορέων κοινωνικοποίησης. Εάν επικρατεί ο νεοφιλελευθερισμός και στην εξουσία υπάρχει μια κάκιστη Αριστερά, η λύση δεν πρέπει να επέλθει μέσω του σχολείου ή της οικογένειας;

Εάν η ελεύθερη αγορά και η ελληνική ψευδαίσθηση της Αριστεράς προκαλούν δυσαρέσκεια, η αλήθεια γύρω από τους φορείς κοινωνικοποίησης είναι απογοητευτική για εμάς τους ίδιους. Θα έλεγε κανείς πως μια κακή εκδοχή της ατομοκεντρικότητας που χαρακτηρίζει τον φιλελευθερισμό ως ιδεολογία έχει διεισδύσει πάλι στον πυρήνα της κοινωνίας, της οικογένειας, των παιδιών, των δασκάλων κ.τ.λ. Η ατομοκεντρικότητα ουσιαστικά νοηματοδοτείται μέσα από τη θέσπιση και κυριαρχία ενός “υπερεγώ”. Το “υπερεγώ” θριαμβεύει, με αποτέλεσμα τα παιδιά να κυνηγούν το επάγγελμα με την απορροφησιμότητα, τη γυναίκα με εξωτερική εμφάνιση και δίχως πνευματικά προσόντα, και τη σπατάλη του ελεύθερου χρόνου σε δραστηριότητες που δεν προκαλούν νοητική εκγύμναση.
Παράγεται ένα καταστροφικό πρότυπο ανθρώπου από εκείνο που ο Γερμανός φιλόσοφος Νίτσε περιέγραφε... Έναν άνθρωπο που τιθασεύεται από τα πάθη και τις άλογες ορμές του. Η κρίση πέρα από το οικονομικό και πολιτικό κόστος απογύμνωσε τον άνθρωπο, καθιστώντας τον λιγότερο άνθρωπο.

Έτσι, λοιπόν, η ελληνική κοινωνία έχει να αντιμετωπίσει μια ελεύθερη αγορά, η οποία πειραματίζεται πάνω στις κοινωνικές σχέσεις του ανθρώπου, και μια Αριστερά που φοβάται να αντιπαρατεθεί με τα συντεχνιακά συμφέροντα. Ο μέσος αστός κρίνεται ως ένα πειθήνιο όργανο του συστήματος, από το οποίο κάθε κοινωνική του ουσία έχει αφαιρέσει.

Συμπερασματικά μιλώντας, είναι ανέφικτο να μιλήσουμε για ιδεολογία στην Ελλάδα όταν οικονομία, πολιτική και φορείς κοινωνικοποίησης είναι ανίσχυροι και δημιουργούν ισοπεδωτικά πρότυπα για τους πολίτες. Ιδεολογία υπάρχει όταν οι φορείς κοινωνικοποίησης είναι ενεργοποιημένοι, επικρατεί ώσμωση κοινωνίας και πολιτικής, το πολιτικό κεφάλαιο της χώρας είναι αυτόνομο για να χαράξει τις τύχες των πολιτών της χώρας και η οικονομία είναι ευημερούσα. Στην Ελλάδα, τίποτε δε συμβαίνει από τα παραπάνω.

* Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymai.com).

Σχόλια