Απόψεις

Μετεξεταστέοι στο νέο εξεταστικό σύστημα

Πόσο σύγχρονο και αποτελεσματικό είναι το νέο εξεταστικό σύστημα;

Η νέα σχολική χρονιά έφτασε. Χιλιάδες μαθητές μπήκαν ξανά στις αίθουσες ύστερα από ένα δροσερό καλοκαίρι. Ήταν ένα καλοκαίρι που διέφερε από τ’ άλλα. Είχαμε την εθνική τραγωδία στο Μάτι και τον αυγουστιάτικο ανασχηματισμό, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως το τελευταίο τέχνασμα του πρωθυπουργού για αλίευση ψήφων πριν την επίσημη ανακοίνωση των εθνικών εκλογών. Ωστόσο, για τους μικρούς φίλους μας ήταν ένας καλοκαίρι όπως τα προηγούμενα. Δροσιστικό, με παιχνίδι αλλά και διάβασμα για τις μεγάλες τάξεις.

Οι πανελλαδικές εξετάσεις αναμφισβήτητα αποτελούν ένα μαραθώνιο και η προετοιμασία των μαθητών ξεκινάει από το καλοκαίρι της Β’ λυκείου. Είναι ανέφικτο πρακτικά το σχολικό περιβάλλον να προετοιμάσει σωστά τον μαθητή και ο τελευταίος να φανεί αντάξιος των προσδοκιών και να μπει στο Πανεπιστήμιο. Το διδακτικό προσωπικό, ο τρόπος διδασκαλίας και κυρίως ο αποσπασματικός χαρακτήρας των μαθημάτων έχουν ως αποτέλεσμα ο μαθητής να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα ή να πηγαίνει σε κάποιο φροντιστήριο. Είναι μια κατάσταση θλιβερή, καθώς αναπόφευκτα οδηγεί τους μαθητές από χαμηλό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο εκτός τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Σε κάθε περίπτωση, σκοπός του συγκεκριμένου άρθρου δεν είναι οι ανισότητες στον χώρο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Φέτος το καλοκαίρι είχαμε εξελίξεις και στο εκπαιδευτικό σύστημα, καθώς είδαμε πως ένα νέο εξεταστικό σύστημα θα κάνει αισθητή την παρουσία του, αρχής γενομένης από 1/1/2019. Αλήθεια, όμως, πόσο σύγχρονο και αποτελεσματικό είναι το νέο εξεταστικό σύστημα;

Εάν θα έπρεπε να το χαρακτηρίσω με δύο επίθετα, θα το κατονόμαζα ως αναχρονιστικό και αποτυχημένο. Το νέο εξεταστικό σύστημα, όπως προτείνεται από την εκπαιδευτική ηγεσία της χώρας, είναι ανίκανο να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες, και τι εννοώ.

Ένα εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να στοχεύει στη γαλούχηση προσωπικοτήτων και στη διαμόρφωση χαρακτήρων. Προς αυτήν την κατεύθυνση, οι εξετάσεις λειτουργούν διαχωριστικά. Όταν έχεις ένα εξεταστικο-κεντρικό σύστημα, αυτόματα μιλάς για δύο κατηγορίες ανθρώπων: τους άριστους και τους λιγότερο καλούς μαθητές. Με γνώμονα τον βαθμό, ο άριστος διακρίνεται από το μέτριο ή τον κακό μαθητή. Η Ελλάδα είναι η ευρωπαϊκή πρωτεύουσα των εξετάσεων. Μας αρέσει αυτός ο τρόπος αξιολόγησης και δε θέλουμε να τον αφαιρέσουμε από το εκπαιδευτικό σύστημα. Όσες προσπάθειες και να γίνουν, όσο κι αν ακαδημαϊκοί θα αντιδρούν στον τρόπο αυτό εξέτασης, τόσο εμείς θα μένουμε προσηλωμένοι εκεί.

Εάν θα έπρεπε να χαρακτηρίσω το νέο εξεταστικό σύστημα με δύο επίθετα, θα το κατονόμαζα ως αναχρονιστικό και αποτυχημένο. Όπως προτείνεται από την εκπαιδευτική ηγεσία της χώρας, είναι ανίκανο να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες

Το είχαμε αντιληφθεί παλαιότερα. Το αντιλαμβανόμαστε και τώρα. Πλέον, για να εισαχθείς στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο, θα δίνεις τέσσερα μαθήματα επί δύο φορές. Πολύ συγκεκριμένα, ανά νομό, περιφέρεια ή δήμο θα συγκεντρώνονται οι εκπαιδευτικοί (λογικά στη βάση μιας αντιπροσωπίας) και θα βάζουν θέματα εξετάσεων. Θα εξετάζονται τα παιδιά του εκάστοτε νομού. Η βαθμολογία τους θα αντιστοιχεί στο 30% του συνολικού βαθμού. Μετά από ένα εύλογο χρονικό διάστημα, οι μαθητές θα επανεξεταστούν στα ίδια μαθήματα αλλά σε πανελλαδικό επίπεδο, και η βαθμολογία τους θα αντιστοιχεί στο 70% του συνολικού τους βαθμού. Άρα, μιλάμε για ένα εξεταστικό σύστημα που οι μαθητές θα δώσουν δύο φορές τα ίδια τέσσερα μαθήματα σε επίπεδο νομού ή δήμου, αλλά και πανελλαδικώς. Λογική σε αυτή τη διπλή μορφή εξετάσεων δεν υπάρχει.

Ωστόσο, το νέο ωρολόγιο πρόγραμμα έχει και άλλες ατέλειες. Δίνει έμφαση στην εξειδίκευση και στον τεχνοκρατισμό. Αποστολή της Παιδείας είναι να φτιάξει ολοκληρωμένες προσωπικότητες, καταργώντας τον χαρακτήρα της εξειδικευμένης εκπαίδευσης. Πλέον, το παιδί που επιθυμεί να μπει στο 1ο Πεδίο θα είναι εντελώς αποκομμένο από τα Μαθηματικά και τη Φυσική, ενώ το παιδί που θα είναι στην κατεύθυνση των ιατρικών και παραϊατρικών επιστημών δε θα μάθει Ιστορία ή Αρχαία Ελληνικά. Πριν την εμφάνιση του εξεταστικού αυτού συστήματος, υπήρχε το ίδιο πρόβλημα, καθώς τα μαθήματα γενικής παιδείας ήταν ιδιαιτέρως υποβαθμισμένα. Τώρα εξαλείφονται σχεδόν από το εκπαιδευτικό πρόγραμμα και δίδεται βαρύτητα στα μαθήματα του εκάστοτε επιστημονικού πεδίου.

Ο διπλός αυτός τρόπος εξέτασης επιδεινώνει την παραπαιδεία, η οποία είναι μόνιμη “πληγή” του εκπαιδευτικού συστήματος. Πλέον ευνοείται με τον πιο ζοφερό τρόπο η παραπαιδεία, καθώς όλο και περισσότερα άτομα θα αναγκάζονται να προσφύγουν σε κάποιο φροντιστήριο ή σε κάποιο διδάσκοντα, ο οποίος θα έχει κομβικό ρόλο στα θέματα εξετάσεων. Άρα, μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα θα ελλοχεύει μια μορφή διαφθοράς, καθώς δημόσιοι υπάλληλοι θα χρηματίζονται.

Επίσης, το Λύκειο χάνει την αξία του οριστικά. Όχι μόνο δεν απεγκλωβίζεται από τις εκπαιδευτικές παθογένειες, αλλά μένει απαθές στη συνολική εκπαιδευτική διαδικασία. Πλέον ο ρόλος του εργαλειοποιείται ως προς την επιτυχή ή ανεπιτυχή εξέταση των μαθημάτων.

Ίσως το μόνο θετικό στοιχείο που βλέπω σε αυτό το έκτρωμα-σχέδιο νόμου για την Παιδεία είναι η κατάργηση του μαθήματος των Λατινικών. Τόσα χρόνια, η εξέταση του μαθήματος των Λατινικών υπονόμευε τον πολιτισμό και την ιστορία των Αρχαίων Ρωμαίων. Η λατινική γλώσσα μαζί με τα Αρχαία Ελληνικά συνιστούν τη βάση του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η αποστήθιση συγκεκριμένων ουσιαστικών, η χρονική αντικατάσταση και η συντακτική ανάλυση ενός κειμένου στα πλαίσια ενός εξεταστικού συστήματος υποβαθμίζουν την αξία της γλώσσας και του μαθήματος. Θεωρώ προς κινείται στη σωστή κατεύθυνση η κατάργηση του συγκεκριμένου μαθήματος, αφού δεν έχουμε την κουλτούρα ως εκπαιδευτικό σύστημα να διεισδύσουμε σε αυτόν τον υπέροχο πολιτισμό.

Η μεταφορά της Κοινωνιολογίας στο 1ο Επιστημονικό Πεδίο έχει ως άμεσο αποτέλεσμα μαθητές των θετικών επιστημών να φεύγουν από τις σχολικές μονάδες και να μη γνωρίζουν τι σημαίνει κοινωνία, πολιτισμός, παραδόσεις, ήθη και έθιμα. Η Κοινωνιολογία είναι η επιστήμη που τη βλέπεις καθημερινά. Είναι η επιστήμη της κατανόησης της κοινωνίας. Αντί να κοινωνικοποιήσουμε το εκπαιδευτικό σύστημα, το απλοποιούμε και το εκμηδενίζουμε στη λογική της εξειδίκευσης και του τεχνοκρατισμού.

Το σχέδιο νόμου του νέου εξεταστικού συστήματος κρίνεται εκ προοιμίου αποτυχημένο. Όχι μόνο δεν εξοπλίζει τους μαθητές με κριτική ικανότητα, αλλά επενδύει στην αποσπασματικότητα και στη διατήρηση ενός εκπαιδευτικού μοντέλου το οποίο είναι ανεπαρκές.

 

* Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymail.com).

 

Σχόλια