Απόψεις

Η έξοδος από τα μνημόνια: Ουτοπία ή πραγματικότητα;

Πέρασαν 8 ολόκληρα χρόνια από τότε που ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας, Γιώργος Παπανδρέου, ανακοίνωσε πως η Ελλάδα βρίσκεται σε δεινή οικονομική κατάσταση.

Έπειτα, η χώρα μας μπήκε σε έναν κύκλο διαπραγματεύσεων σχετικά με το πώς θα αλλάξει παραγωγικό μοντέλο και πώς θα επιστρέψει στην κανονικότητα. Πολλοί μύθοι έκαναν αισθητή την παρουσία τους, ενώ θεωρίες και πολιτικές όχι τόσο ρεαλιστικές (αλλά ιδιαιτέρως ευχάριστες) αναδύθηκαν.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απαίτηση μιας μερίδας πολιτών να διαγραφεί το χρέος ή η αδυναμία κατανόησης πως το ελληνικό δημόσιο χρέος ήταν αποτέλεσμα λανθασμένων οικονομικών επιλογών.

Παράλληλα, σε αυτά τα 8 χρόνια επιδεινώθηκαν οι φωνές του ευρωσκεπτικισμού, ενώ αποκαλύφθηκαν και συνταρακτικές αλήθειες που η πλειονότητα των Ελλήνων πολιτών δε γνώριζε. Η Ελλάδα δεν είναι το αναπτυγμένο κράτος που όλοι οραματίζονταν. Είχε δομικές αδυναμίες και ένα δημόσιο χρέος το οποίο φούσκωνε συνεχώς.

Χθες, 20 Αυγούστου του 2018, ολοκληρώθηκε το ελληνικό πρόγραμμα του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας. Τα στοιχεία της εθνικής μας οικονομίας έχουν βελτιωθεί σημαντικά. Το 2009 το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας μας ξεπερνούσε το 15%, ενώ πλέον όχι μόνο έλλειμμα δεν έχουμε, αλλά έχουμε και πλεόνασμα της τάξης του 0,8% του ΑΕΠ.

Το 2009 το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας μας ξεπερνούσε το 15%, ενώ πλέον όχι μόνο έλλειμμα δεν έχουμε, αλλά έχουμε και πλεόνασμα της τάξης του 0,8% του ΑΕΠ. Βέβαια, για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο χρειάστηκε να εφαρμοστούν πολιτικές περικοπών σε συντάξεις και μισθούς, υπερφορολόγηση και απώλεια 25% του ΑΕΠ. Με λίγα λόγια, η όποια ανάπτυξη της χώρας μας βασίζεται στις θυσίες του ελληνικού λαού...

Βέβαια, για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο χρειάστηκε να εφαρμοστούν πολιτικές περικοπών σε συντάξεις και μισθούς, υπερφορολόγηση και απώλεια 25% του ΑΕΠ. Με λίγα λόγια, η όποια ανάπτυξη της χώρας μας βασίζεται στις θυσίες του ελληνικού λαού. Και το ερώτημα που πλανάται: Η Ελλάδα νομιμοποιείται να δηλώνει ευθαρσώς πως έχει φύγει από τα μνημόνια και πλέον ακολουθεί μια αυτόνομη οικονομική πολιτική; Γιατί όταν λες “καθαρή έξοδος της χώρας από τον φαύλο κύκλο των μνημονίων”, αυτόματα μιλάς για μια αυτόνομη (και όχι ετεροκατευθυνόμενη οικονομική πολιτική).

Η απάντηση είναι όχι. Η Ελλάδα έχει κάνει μια αναμφισβήτητη πρόοδο στη δημόσια οικονομική της σφαίρα. Επίσης, έχει κάνει μεγάλα βήματα ως προς την ανεργία συγκριτικά με πριν από 4 χρόνια, όταν το ποσοστό ήταν πάνω από 27%. Βέβαια, πρέπει να γίνουν βήματα προς τα εμπρός ώστε το ποσοστό να φτάσει στα προ κρίσης επίπεδα, δηλαδή κοντά στο 12-13%. Ωστόσο, υπάρχουν προβλήματα που καθιστούν τη χώρα ιδιαιτέρως προβληματική και η όποια πολιτική ηγεσία εκλεγεί στις επόμενες εθνικές εκλογές πρέπει να βρίσκεται σε επαγρύπνηση.

Ποια είναι τα προβλήματα που έχει μπροστά η χώρα μας;

Πρώτα και κύρια, το μεγάλο δημόσιο χρέος. Όταν η Ελλάδα έβαλε την υπογραφή της στο πρώτο μνημόνιο, είχε ήδη ένα μεγάλο χρέος που έφτανε το 90-100% του ΑΕΠ. Το χρέος αυτό προέκυψε από τα συσσωρευμένα ελλείμματα που γέννησαν οι ανεπάρκειες του κράτους και η μη ουσιαστική εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Αυτή η λογική ήταν σχιζοφρενική.

Χαρακτηριστική είναι μια έρευνα που δημοσιεύτηκε στον ευρωπαϊκό Τύπο, που καταδεικνύει πως η Ελλάδα από το 1999 μέχρι και το 2007 ακολούθησε πιστά ένα μοντέλο αύξησης των μισθών και των συντάξεων, που καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν το έκανε σε τόσο μεγάλο βαθμό.

Οι αυξήσεις των μισθών, η πελατειοκρατία, η γιγάντωση του κρατικού τομέα (χωρίς αντίκρισμα στην κοινωνία των πολιτών) και μια πληθώρα οικονομικών αστοχιών δημιούργησαν ένα τεράστιο δημόσιο χρέος, το οποίο δεν μπορούσε η χώρα να χρηματοδοτήσει μέσω εξωτερικών δανεισμών από το 2009 και έπειτα. Τέλη του 2009, οι ευρωπαϊκές και διεθνείς αγορές έκλεισαν την πόρτα της Ελλάδας.

Ένα δεύτερο και σημαντικό πρόβλημα εντοπίζεται στον τραπεζικό τομέα και συγκεκριμένα στο υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων, που φτάνει μέχρι και το 42%. Η αδυναμία κάλυψης των συγκεκριμένων δανείων δημιουργεί πρόβλημα ρευστότητας στις τράπεζες, οι οποίες δείχνουν αδύναμες να αυτο-ανακεφαλαιοποιηθούν. Πολύ απλά, οι τράπεζες δεν μπορούν να χρηματοδοτήσουν προγράμματα ανάπτυξης, καθώς οι πολίτες και οι επιχειρήσεις δεν ανταποκρίνονται στις τραπεζικές τους υποχρεώσεις.

Τρίτον, η Ελλάδα έχει βάλει απλησίαστους στόχους για να αποφευχθεί η δημοσιονομική κηδεμονία της στο κοντινό μέλλον. Η Ελλάδα οφείλει να βρει τον τρόπο ώστε να εξασφαλίσει πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022 και στη συνέχεια 2,2% του ΑΕΠ από το 2023 έως το 2060. Αυτός ο στόχος δεν είναι καθόλου ρεαλιστικός, καθώς η Ελλάδα δεν έχει εξαγωγική ικανότητα, επενδύσεις αλλά ούτε και ένα γόνιμο περιβάλλον για επενδύσεις. Το επενδυτικό κενό είναι ορατό.

Τέταρτον, η Ελλάδα έχει να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές συνέπειες που προκάλεσε ή επιδείνωσε η κρίση. Η ανεργία και η διαρροή ανθρώπινου δυναμικού με εξαιρετικές μορφωτικές ικανότητες στο εξωτερικό έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον αποθαρρυντικό για την επένδυση και την επιχειρηματικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να προστεθεί και η αναποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης (εκπαιδευτικού συστήματος και συστήματος υγείας), η γραφειοκρατία και η πολυνομία.

Αυτά τα φαινόμενα διογκώθηκαν την περίοδο της κρίσης, όπως και γιγαντώθηκε η αντίληψη της υπερφορολόγησης στη συνείδηση του Έλληνα πολίτη. Όταν ο φτωχός πολίτης αισθάνεται (και δυστυχώς έτσι έγινε) πως το φορολογικό σύστημα της χώρας του δεν είναι δίκαιο και προοδευτικό, η πολιτική εξουσία πρέπει να το αναδιοργανώσει. Τα κατάλοιπα της κρίσης με τις μειώσεις μισθών και συντάξεων είναι εμφανή και ορατά. Το ζήτημα είναι πώς θα τα απομακρύνουμε.

Τέλος, τίθεται ζήτημα νοοτροπίας τόσο από την πλευρά της κοινωνίας, όσο και του πολιτικού κόσμου. Καμία μερίδα πολιτικών προσώπων που ανήκαν σ’ ένα συγκεκριμένα κομματικό σχηματισμό ο οποίος κατά το παρελθόν είχε κυβερνήσει δεν παραδέχτηκε τα αίτια της κρίσης. Ακόμη και σήμερα. Η κρίση ήταν αποτέλεσμα οικονομικών αστοχιών που βαρύνουν τις κυβερνήσεις. Η κυβέρνηση έχει τον ρόλο της εκτελεστικής εξουσίας και οφείλει να λειτουργεί προς το όφελος του δημόσιου συμφέροντος.

Καμία κυβέρνηση δεν παραδέχτηκε τα λάθη της. Όπως και η αντιπολίτευση αρνιόταν τη δημόσια συζήτηση ακόμη κι αν η χώρα βρισκόταν ένα βήμα πριν το Grexit. Από την πλευρά της κοινωνίας των πολιτών, παρακολουθήσαμε μια ασθενή διάθεση για ρήξη με παθογένειες του παρελθόντος.

Ο δρόμος προς την οριστική θεραπεία είναι μακρύς και θα χρειαστούν κάποιες δεκαετίες μέχρι να μιλάμε για την Ελλάδα ως ένα σύγχρονο κράτος. Αυτή τη στιγμή οφείλουμε να τηρήσουμε τα συμφωνηθέντα ώστε να επικρατήσει μια οικονομική νηνεμία που την έχουμε τόσο μεγάλη ανάγκη.

Η μη τήρηση των συμφωνηθέντων θα έχει άμεσες επιπτώσεις στο μέλλον για εμάς, καθώς οι αγορές θα μας απομονώσουν και δε θα μπορέσουμε να αναχρηματοδοτήσουμε τις λήξεις των δανείων με όρους βιωσιμότητας του χρέους. Από εκεί και πέρα, χρειάζεται σκληρή δουλειά προκειμένου να αναμορφώσουμε την εικόνα της εσωτερικής πολιτικής ώστε να παραχθεί ένα οικείο περιβάλλον για επενδύσεις.

Άρα, το μόνο που μπορούμε να πούμε μέχρι στιγμής είναι ότι η Ελλάδα κάνει ένα νέο ξεκίνημα, αλλά οφείλει να τηρήσει τις δεσμεύσεις της και να σχεδιάζει μια μακροπρόθεσμη στρατηγική ανάπτυξης σε όλα τα πεδία της οικονομικής σφαίρας.

* Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymail.com).

Σχόλια