Απόψεις

Ακραία καιρικά φαινόμενα και μέτρα προστασίας

Η λογική του “πονάει χέρι, κόβει κεφάλι” αποτελεί πολλές φορές μια λανθασμένη τεχνική, για να αποφύγουμε κάθε μορφής ευθύνη στον τομέα της πρόληψης.

Διάβασα μετά λύπης μου την απόφαση των αυτοδιοικητικών Αρχών του τόπου μας να παύουν κάποιες λειτουργίες, ιδιαίτερα τουριστικών φορέων, όταν ανακοινώνονται υψηλά ποσοστά στον δείκτη επικινδυνότητας για τις πυρκαγιές.

Και αυτό μπορεί να είναι η αρχή, γιατί καθώς έρχεται ο χειμώνας ενδεχομένως να κλείνουν τα σχολεία λόγω κινδύνου από πλημμυρικά φαινόμενα στους δρόμους ή να υπάρξει απαγόρευση μετακινήσεων λόγω χιονοπτώσεων ή και λόγω κατολισθήσεων στο οδικό δίκτυο, και πολλά άλλα ακόμη που μπορεί να οφείλονται σε ακρότητες των καιρικών φαινομένων.

Η μόνη έως σήμερα κατοχυρωμένη απαγόρευση από κρατικό φορέα είναι η απαγόρευση απόπλου των επιβατηγών πλοίων όταν η πρόγνωση για την ένταση των ανέμων στα πελάγη ξεπερνάει τα 8 μποφόρ.

Είναι γεγονός ότι αυτοδιοικητικές Αρχές, όλων των βαθμίδων, είναι επιφορτισμένες από την επιτακτικά αναγκαία διαδικασία της πρόληψης έναντι κάθε κινδύνου από ακραία φυσικά φαινόμενα και ιδιαίτερα των καιρικών φαινομένων, μιας και έχουν ένα βαθμό προβλεψιμότητας.

Κατανοώ την αγωνία των Αρχών, διότι δε γνωρίζω απόλυτα όσα εκείνοι διαχειρίζονται στον τομέα της πρόληψης και τις ελλείψεις που μπορεί να αντιμετωπίζουν. Πολλές φορές αντιμετωπίζουν και τον κρατικό μηχανισμό, που αδυνατεί να κατανοήσει το μέγεθος των προβλημάτων.

Από τη μακρόχρονη εμπειρία μου στον χώρο της Μετεωρολογίας και ιδιαίτερα στον κορυφαίο χώρο της επιχειρησιακής πρόγνωσης, θέλω να επισημάνω ότι η ακρότητα των καιρικών φαινομένων αφενός μεν δεν είναι πάντοτε προβλέψιμη, και αφετέρου τις περισσότερες φορές συμβαίνει να είναι επιλεκτική η εμφάνιση του ακραίου γεγονότος σε περιοχές που δεν προβλέφθηκαν από τα προγνωστικά μοντέλα, αλλά αποκαλύπτονται μόνο την τελευταία στιγμή με τη βοήθεια της παρατήρησης. Ο όποιος βαθμός όμως επικινδυνότητας δεν μπορεί εκ των προτέρων να παραλύει κάθε μορφής δραστηριότητα των κατοίκων μιας περιφερειακής ενότητας ή και του νησιού ολόκληρου.

Κάθε αυτοδιοικητική Αρχή από μόνη της, αλλά και συνεργατικά με τις υπόλοιπες, οφείλει να προβλέψει έργα προστασίας για τους κατοίκους και τις περιουσίες τους. Τα έργα αυτά εστιάζονται σε αντιπυρικά, αντιπλημμυρικά, εξασφάλιση οδών διαφυγής, συντονισμός υπηρεσιών και σύστημα έγκαιρης ενημέρωσης των πολιτών.

Στο παρελθόν, όλοι οι λαοί της Γης επιβίωσαν από ακραίες φυσικές καταστροφές έχοντας αυξημένο το αίσθημα της αυτοσυντήρησης. Στις σημερινές εποχές όμως πολλά έχουν αλλάξει και οι σύγχρονες κοινωνίες μετέφεραν τις ευθύνες στις πολιτειακές Αρχές, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις δεν το διαχειρίζονται με τον καλύτερο τρόπο, προκαλώντας από τις δικές τους παραλείψεις την καταστροφή, χρησιμοποιώντας μάλιστα με ανήθικο, κατ’ εμέ, τρόπο τη δικαιολογία για αλλαγή στα καιρικά φαινόμενα λόγω «κλιματικής αλλαγής».

Δυστυχώς, τους δώσαμε το δικαίωμα ως κοινωνίες να αποκτήσουν ένα άλλοθι που το χρησιμοποιούν σαν καραμέλα, έχοντας και δήθεν επιστημονική κάλυψη, για να απαλλαγούν από τις σημαντικές ευθύνες τους.

Σε πρακτικό επίπεδο, θέλω να επισημάνω ότι ο βαθμός επικινδυνότητας ενός φαινομένου, ξεκινώντας από μια πυρκαγιά που είναι συνδεδεμένη με καιρικά φαινόμενα, και ιδιαίτερα της θερμοκρασίας και της έντασης των ανέμων, εκδίδεται στα πλαίσια ολόκληρης της περιφέρειας ή και σε επίπεδο κάθε νομού ξεχωριστά.

Όλοι γνωρίζουμε εμπειρικά, πέρα από την επιστημονική άποψη που μπορεί να είναι πιο τεκμηριωμένη, ότι λόγω της γεωμορφολογίας διαμορφώνεται ένα ξεχωριστό μικροκλιματικό σύστημα σε κάθε περιοχή, με αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση των καιρικών δεδομένων και της θερμοκρασίας, αλλά και της έντασης των ανέμων, αναλόγως μάλιστα και της διεύθυνσής τους. Η γενικευμένη λοιπόν έκδοση του δείκτη πυρκαγιάς αφορά κατά βάση το βαθμό προσοχής των κατοίκων και τα αυξημένα μέτρα πρόληψης από κατοίκους και κρατικούς φορείς.

Πυρκαγιές όμως δε συμβαίνουν μόνο όταν ο δείκτης πυρκαγιάς είναι υψηλός, πυρκαγιές εκδηλώνονται και όταν ο δείκτης είναι σε χαμηλότερα επίπεδα με εξίσου καταστροφικά φαινόμενα εξαιτίας του γεγονότος ότι στον χώρο της πυρκαγιάς λειτουργεί ταχύτατα ένας δυναμικός ατμοσφαιρικός μηχανισμός που διαμορφώνει ισχυρές εντάσεις ανέμων, και μάλιστα διαφορετικών κατευθύνσεων, καθιστώντας πολύ δύσκολη την κατάσβεσή της, όπως ακριβώς συνέβη στη Β. Εύβοια.

Ένα άλλο σημαντικό πρόβλημα είναι ο αριθμός των ημερών που εκδίδεται ο υψηλός δείκτης στη διάρκεια της θερινής περιόδου. Εκτιμώ ότι, εάν κάνουμε μια διερεύνηση των παρελθόντων ετών, θα διαπιστωθεί ότι σε κάποια έτη ο αριθμός των ημερών με υψηλό δείκτη πυρκαγιάς θα ξεπερνάει πιθανά το ένα τρίτο των ημερών της θερινής περιόδου. Επομένως, η μόνη λύση για να αποφευχθούν δυσάρεστα γεγονότα είναι η εφαρμογή αντιπυρικών μέτρων προστασίας, που θα αποδώσουν άμεσα οφέλη στην καταστολή της, καθώς και η πρόληψη μέτρων άμεσης ενημέρωσης του κοινού για την προστασία του.

Με παρόμοιο τρόπο θα πρέπει να αντιμετωπίζονται και άλλες ακραίες εκδηλώσεις των καιρικών φαινομένων, όπου και όποτε κάνουν την εμφάνισή τους. Ο φόβος δεν μπορεί και δε θα πρέπει να αποτελεί μέρος της πρόληψης. Αντί αυτού θα πρέπει να επενδύσουμε στη λογική της γνώσης.

Από την προσωπική μου εμπειρία, έχοντας συνεργαστεί με πολλούς φορείς του τόπου σε θέματα διαχείρισης καιρικών φαινομένων, εκτιμώ ότι τους βοήθησα να πάρουν λογικές αποφάσεις με γνώμονα το κοινό καλό και αποφεύγοντας κάθε λογής καταστροφολογικά σενάρια.

Τη φύση και το φυσικό μας περιβάλλον οφείλουμε να τα σεβόμαστε με όλες μας τις δυνάμεις, τον καιρό όμως πρέπει να μάθουμε να τον αντιμετωπίζουμε με τη λογική ότι διαθέτει ισχυρότερες από τις δικές μας δυνάμεις. Για τον καλύτερο τρόπο αντιμετώπισης του καιρού απαιτείται η έγκυρη ενημέρωση του κοινού, αλλά και όλων των φορέων ενός τόπου, καθώς και η ανάπτυξη ενός συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης σε καταστάσεις αιφνίδιας εκδήλωσης ακραίων καιρικών φαινομένων σε τοπικό επίπεδο.

* Ο Εμμανουήλ Λέκκας είναι μετεωρολόγος, MSc.

Σχόλια