Απόψεις

Οι ζημιογόνες πανελλαδικές εξετάσεις

Τον επόμενο μήνα θα κλείσω το 27ο έτος της ηλικίας μου. Όσο περνάνε τα χρόνια, μαθαίνω νέα πράγματα και αποκτώ εμπειρίες μέσα από καταστάσεις που βιώνω προσωπικά. Με το πέρασμα των χρόνων, ο άνθρωπος γίνεται σοφότερος. Και, μάλιστα, μαθαίνει να αξιολογεί καλύτερα τα γεγονότα και τις περιστάσεις. Είναι μια γενικότερη διαπίστωση που εύκολα μπορεί να κάνει κάποιος εφόσον ένα γεγονός ή μια πληροφορία εισβάλλει στη σκέψη του.

Για παράδειγμα, χθες το μεσημέρι καθόμουν και παρακολουθούσα ένα ρεπορτάζ στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων ενός μεγάλου αθηναϊκού καναλιού για την πτώση των βάσεων. Θα έχουν ανοδική ή καθοδική πορεία; Και μάλιστα η όποια εκτίμηση του δημοσιογράφου στηρίχτηκε στις απόψεις εκπαιδευτικών αναλυτών, οι οποίοι ήξεραν σε ποια μαθήματα διέπρεψαν οι μαθητές και σε ποια όχι. Καθώς παρακολουθούσα το ρεπορτάζ, αυθόρμητα μεταφέρθηκα στην εποχή που είχα τελειώσει το σχολείο, γνώριζα τους βαθμούς μου και πλέον ήμουν στη διαδικασία να δω πού θα περάσω. Μάλιστα, θυμάμαι πως ήταν η αγαπημένη συζήτηση που είχα με τους φίλους-συμμαθητές πριν 9 χρόνια ακριβώς. Εάν περάσεις Παιδαγωγικό και όχι Νομική, θα δυσανασχετήσεις; Εάν τελικά δεν περάσεις στην Αθήνα, θα προλάβεις να βρεις σπίτι στη Θεσσαλονίκη;

Τέτοιες συζητήσεις έκανα με τους φίλους μου το καλοκαίρι του 2009. Ύστερα από τόσα χρόνια με τις τόσες πολιτικές ανακατατάξεις και την οκταετή πολύπλευρη κρίση που τόσο μας βασάνισε (και συνεχίζει να μας βασανίζει), αυτό το σύστημα των εξετάσεων, που κυριολεκτικά σκοτώνει το κριτικό πνεύμα και επιβραβεύει τον “παπαγάλο” -μαθητή, συνεχίζει και υπάρχει. Παρά τις τόσες εξαγγελίες πως το σύστημα θα καταργηθεί στο άμεσο μέλλον τότε που εγώ ήμουν μαθητής, συνεχίζει και υφίσταται.

Και τώρα, στο 27ο έτος της ηλικίας μου, προσπαθώ να απαντήσω: Γιατί μια κυβέρνηση “πράσινη”, “μπλε” ή αριστερή δεν κάνει απολύτως τίποτα ώστε να ανατρέψει αυτό το αναχρονιστικό σύστημα εξετάσεων, παρά την ομόφωνη αποδοκιμασία των πανελλαδικών όπως έχουμε δει και διαβάσει κατά καιρούς;

Και έχω βρει δύο βασικούς λόγους που απαντούν στην ερώτηση...

Ο πρώτος λόγος εντοπίζεται στο γεγονός πως η Ελλάδα έχει πλεόνασμα από εκπαιδευτικούς. Εάν καταργήσουμε τις πανελλαδικές εξετάσεις, σκεφτείτε μόνο τα κύματα απεργίας και τις δυσμενείς συνέπειες που θα ακολουθήσουν (π.χ. θρίαμβος αντι-συστημικών πολιτικών σχημάτων). Η παραπαιδεία κατά κάποιο τρόπο διευκολύνει την ίδια την κυβέρνηση, καθώς εξασφαλίζει την απασχόληση σε μεγάλο μέρος των ανθρώπων. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται μια άτυπη ισορροπία συμφερόντων.

Και ο δεύτερος λόγος σχετίζεται με το παγκοσμιοποιημένο σύστημα και την ίδια την καπιταλιστική κοινωνία. Και τι εννοώ; Από τα τέλη του 19ου αιώνα κυριάρχησε ένα μοντέλο παραγωγής που στηρίχθηκε στην εξειδίκευση. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να επιτελέσει το σύνολο της εργασίας. Η εργασία πρέπει να επιμεριστεί και, προς την κατεύθυνση αυτή, είναι ορθό να υπάρχουν παραπάνω του ενός ανθρώπου και ο καθένας να αναλάβει ένα συγκεκριμένο πόστο ή καθήκον. Έτσι, λοιπόν, ο άνθρωπος έγινε μεν παραγωγικότερος, αλλά έγινε και μονοδιάστατος.

Το ίδιο συμβαίνει και στις πανελλαδικές εξετάσεις. Ο μαθητής εστιάζει στα μαθήματα που θα δώσει πανελλαδικές εξετάσεις, αδιαφορώντας για τα ενδοσχολικά μαθήματα. Το αποτέλεσμα ξέρετε ποιο είναι; Υπάρχουν μαθητές που ανήκουν στο 2ο ή το 4ο επιστημονικό πεδίο και έχουν γράψει άριστα στα Μαθηματικά, αλλά δε γνωρίζουν ποιος είναι ο φιλόσοφος Πλάτων ή ο ιστορικός Θουκυδίδης ή έστω δεν μπορούν να αναπτύξουν με συντομία την αιτία εορτασμού της 28ης Οκτωβρίου στη χώρα μας.

Αντίστροφα, υπάρχουν μαθητές που έχουν γράψει άριστα στα Αρχαία Ελληνικά, αλλά δε γνωρίζουν να κάνουν μια διαίρεση. Όσο απλό κι αν ακούγεται, τόσο ρεαλιστικό είναι. Η εξειδίκευση, όπως συντελείται στην αγορά εργασίας, αναπτύσσεται στο εκπαιδευτικό πλαίσιο, παράγοντας “μονοδιάστατους” ανθρώπους οι οποίοι χαρακτηρίζονται από παντελή έλλειψη κριτικής ικανότητας.

Συμπερασματικά, είναι αναγκαίο το σύστημα των πανελλαδικών εξετάσεων να αλλάξει. Και η όποια απάντηση δε θα βρίσκεται στην ελεύθερη πρόσβαση σε σχολές απ’ όπου ο φοιτητής θα λαμβάνει ένα πτυχίο και μετά θα κάνει μια δουλειά εντελώς διαφορετική με το περιεχόμενο των σπουδών του. Η όποια αλλαγή ή τροποποίηση πρέπει να στηριχτεί στην αξιολόγηση των επιδόσεων των μαθητών σε όλες τις τάξεις του Λυκείου και, μάλιστα, όχι με τη μορφή εξετάσεων, αλλά μέσα από ερευνητικές εργασίες που θα ενθαρρύνουν τον κριτικό στοχασμό, το δημιουργικό πνεύμα και όχι την ανούσια αποστήθιση. Με αυτόν τον τρόπο θα δημιουργηθεί μια φιλική σχέση μεταξύ του μαθητή και του σχολικού περιβάλλοντος.

 

* Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymail.com).

 

Σχόλια