Απόψεις

Έλλη Αλεξίου, η κομμουνίστρια, η παιδαγωγός, η πεζογράφος

«...Νιώθω πολύ ευτυχισμένη στη ζωή μου. Και νιώθω ότι η ευτυχία μου είναι το Κόμμα μου. Η ιδέα πως είμαι ένα κομμάτι απ’ αυτό τον ωραίο κόσμο μού δίνει μια δύναμη που δεν μπορώ να την περιγράψω. Αγαπώ τη ζωή γιατί είμαι στο Κόμμα. Είναι σαν να ζω μέσα σ’ ένα παράδεισο».

Γράφει η Γενοβέφα Χουστουλάκη

Η Έλλη Αλεξίου, η παιδαγωγός και λογοτέχνις, αποτελεί ένα σπουδαίο πρότυπο για την προοδευτική διανόηση. Η «δασκάλα του λαού» αφιέρωσε τη ζωή της και το ταλέντο της στον αγώνα για ένα καλύτερο κόσμο και ανέδειξε τη διαχρονική προσφορά του ΚΚΕ στον αγώνα του λαού για το δικαίωμα στη μόρφωση.

Η Έλλη Αλεξίου γεννήθηκε στο Ηράκλειο στις 22 Μαΐου του 1894. Πατέρας ήταν ο Στυλιανός Αλεξίου, λόγιος και εκδότης, και μητέρα της η Ειρήνη Ζαχαριάδη. Ήταν το τέταρτο και τελευταίο παιδί της οικογένειας. Τη χώριζαν 13 χρόνια από την πρωτότοκη Γαλάτεια, την πρώτη κομμουνίστρια πεζογράφο και ποιήτρια, έντεκα από τον Ραδάμανθυ, και τέσσερα από τον επίσης λόγιο και ποιητή Λευτέρη.

Το 1911 έρχεται στην Αθήνα για ανώτατες σπουδές. Θέλει να γίνει δασκάλα του απλού λαού. Παράλληλα, αρχίζει να την απασχολεί η λογοτεχνική γραφή. Το 1923 δημοσιεύει το πρώτο της διήγημα με τίτλο “Ο Φραντζέσκος” στο περιοδικό “Φιλική Εταιρεία”.

Οι λαϊκοί αγώνες που δυναμώνουν, οι διώξεις όσων πρωτοστάτησαν στην εκπαιδευτική αναγέννηση που οραματίστηκε ο Δ. Γληνός, οδηγούν την Έλλη Αλεξίου όλο και πιο κοντά στις κομμουνιστικές ιδέες. Στα 1928 η Έλλη Αλεξίου θα συνταχθεί και επίσημα με την πρωτοπορία της εργατικής τάξης και το κόμμα της, το ΚΚΕ. Παραδίδει το βιογραφικό της στον ήρωα μάρτυρα του Κόμματος και του λαϊκού μας κινήματος, στον Νίκο Πλουμπίδη. Η ένταξή της στο ΚΚΕ υπήρξε αιτία πολλών ταλαιπωριών και διώξεων, οι πρώτες από τις οποίες υπήρξαν οι δύο συλλήψεις της (1936, 1938) από την Ειδική Ασφάλεια.

Παράλληλα, το λογοτεχνικό της έργο προκαλεί αίσθηση και επαινείται. Το 1934 γίνεται μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Λογοτεχνών. Η Έλλη Αλεξίου ασπάζεται από πολύ νωρίς τις παιδαγωγικές αντιλήψεις του Δημήτρη Γληνού και τον θεωρεί δάσκαλό της. Υπερασπίζεται τη Δημοτική, καθώς και την πεποίθηση του δασκάλου της πως η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δε θα γίνει από τα πάνω, αλλά μέσα από το ίδιο το λαϊκό κίνημα και τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς. Όταν έκλεισαν τα γραφεία του Εκπαιδευτικού Ομίλου το 1936, με τη δικτατορία του Μεταξά, οργανώνει παράνομα μαθήματα γενικής και ειδικής παιδείας στο σπίτι της με δάσκαλο τον Γληνό.

Στην περίοδο της Κατοχής, η Έλλη Αλεξίου παίρνει μέρος ενεργά στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του “ΕΑΜ Λογοτεχνών” και αναλαμβάνει τα σχολικά συσσίτια έως το 1945. Συνεχίζει να είναι η δασκάλα του λαού, να καθοδηγεί, να διαφωτίζει και να παραδειγματίζει τους μαθητές να αγωνιστούν. Γράφει Καραγκιόζη και κωμωδίες, που τα παρουσίαζε στα παιδιά στα συσσίτια στο υπόγειο της Πολυκλινικής Αθηνών για να τα διασκεδάζει.

Το 1945 φεύγει για σπουδές στη Σορβόννη με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης, ως ανταμοιβή για τη συμμετοχή της στον αντιφασιστικό αγώνα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της εκεί, της αφαιρείται η ελληνική ιθαγένεια και της απαγορεύεται η επιστροφή στην Ελλάδα.

Το 1949 διορίζεται εκπαιδευτικός σύμβουλος για τα ελληνικά σχολεία των σοσιαλιστικών χωρών. Η Έλλη Αλεξίου δούλεψε κυρίως στη Ρουμανία, αλλά και στην Ουγγαρία για τα παιδιά που έζησαν στην πολιτική προσφυγιά για να γλιτώσουν από τα κολαστήρια της Φρειδερίκης, τις παράνομες υιοθεσίες και από την τρομοκρατία των μοναρχοφασιστικών συμμοριών. Ήταν μέλος της Επιτροπής Βοήθειας στο Παιδί (ΕΒΟΠ), που ιδρύθηκε με απόφαση του ΚΚΕ, και της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης το Μάη του ’48 στη Βουδαπέστη, για τον συντονισμό της φροντίδας και της μόρφωσης των παιδιών της προσφυγιάς, και στελεχώθηκε από επιφανείς Έλληνες επιστήμονες και παιδαγωγούς.

Ειδικότερα, η Έλλη Αλεξίου από το 1949 έως το 1962 ανήκε στη συντακτική επιτροπή των Αλφαβηταρίων της Α’-Ε’ τάξης, δύο εκδόσεων της Γεωγραφίας της Ελλάδας, καθώς και ενός Βοηθήματος για τις νηπιαγωγούς. Στο διάστημα αυτό, εκτός από τα βιβλία για τη διδασκαλία της γλώσσας και της λογοτεχνίας, η συγγραφέας αναφέρει 29 εκδόσεις αναγνωστικών. Σχολικά εγχειρίδια επιστημονικής εγκυρότητας και παιδαγωγικής εντιμότητας, που επάξια μπορούν να σταθούν στην ιστορία του εκπαιδευτικού κινήματος του λαού μας.

Το 1952 δικάζεται ερήμην και εκδίδεται παραπεμπτικό βούλευμα και ένταλμα σύλληψής της. Το 1962 η αδερφή της, Γαλάτεια, σκοτώνεται και τότε μόνο παραχωρείται στην Έλλη Αλεξίου ολιγοήμερη άδεια να επιστρέψει στην Ελλάδα, για να παραστεί στην κηδεία. Η προσωρινή άδεια παρατείνεται και η Αλεξίου μένει μόνιμα πια στην Ελλάδα. Την ελληνική ιθαγένεια δεν την επανακτά παρά το 1965. Ένα χρόνο μετά, το 1966, συλλαμβάνεται και οδηγείται στο κολαστήριο των Γυναικείων Φυλακών Αβέρωφ. Δικάζεται, για την «αντεθνική της δράση και προπαγάνδα το 1952», αλλά απαλλάσσεται. Υπερασπίστηκε τον εαυτό της χωρίς δικηγόρο και αθωώθηκε, προσκομίζοντας στους δικαστές τα σχολικά βιβλία προσφυγιάς!

Οι περιπέτειες και οι διωγμοί της δε σταματούν εδώ. Η χούντα των συνταγματαρχών δεν την αφήνει σε ησυχία. Την πιέζουν να κάνει δήλωση, πάνε στο σπίτι της και κάνουν έρευνες, παίρνουν χειρόγραφα, απαγορεύουν τα βιβλία της, της απαγορεύουν να ανεβάσει στο θέατρο το “Μια ημέρα στο γυμνάσιο” και τελικά τη θέτουν σε κατ’ οίκον περιορισμό.

Από τη μεταπολίτευση και μετά συμμετέχει ενεργά ως μέλος του ΚΚΕ σε όλες τις πολιτιστικές και πνευματικές εκδηλώσεις του Κόμματος, το οποίο στις εκλογές του 1977 την τιμά θέτοντάς την πρώτη στη λίστα των υποψηφίων βουλευτών Επικρατείας.

Η Έλλη Αλεξίου πέθανε στις 28 Σεπτέμβρη του 1988.

Η Έλλη Αλεξίου ανήκει σ’ αυτό το κατακόκκινο μέλλον για το οποίο δούλεψε. Το παράδειγμα του έργου, της προσφοράς και της δράσης της Έλλης Αλεξίου μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ αναδεικνύει την αναντικατάστατη διαχρονική προσφορά του ΚΚΕ στον αγώνα του λαού για το δικαίωμα στη μόρφωση.

Το ΚΚΕ, συμπληρώνοντας 100 χρόνια ζωής και δράσης, συνεχίζει πάντα κάτω από τις ίδιες σημαίες και πάντα κάτω από τον ίδιο σκοπό, μελετάει συνεχώς τις εξελίξεις και διαμορφώνει σήμερα την πρότασή του για τη μόρφωση και τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών, των νέων, η οποία πατάει στις σύγχρονες δυνατότητες και ανάγκες, απαντά στα εργατικά-λαϊκά συμφέροντα, και δείχνει τον δρόμο για τη ριζική αναγέννηση της παιδείας. Αναγέννηση που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο μέσα και μαζί με τη σοσιαλιστική ανασυγκρότηση της κοινωνίας.

* Η Γενοβέφα Χουστουλάκη είναι μέλος της Τ.Ε. Ηρακλείου του ΚΚΕ και καθηγήτρια.

Σχόλια