Απόψεις

«Όχι, γιαγιά. Δεν έφυγες. Δεν μπορεί να φύγεις…»

Γιαγιά. Μια λέξη μαγική, που κρύβει τόσα νοήματα, τόσες σκέψεις, τόσες εικόνες, τόσα συναισθήματα, τόσες αναμνήσεις...

Γράφει ο Σταύρος Μουντουφάρης

Γλυκές, σαν τα ζαχαρωτά που κρυμμένα στο βάζο περίμεναν πάντα την κατάλληλη στιγμή να αποκαλυφθούν από τα ροζιασμένα χέρια που είχαν ματώσει δαμάζοντας τη γη, γεννώντας ένα λαμπερό χαμόγελο στα πρόσωπα των παιδιών. Σκέψεις τρυφερές σαν την αναγνώριση της αγάπης που πάντα προσέφερες στις παιδικές ψυχές των εγγονιών, που σαν μελίσσι στριφογύριζαν γύρω από την ποδιά της γιαγιάς στην κουζίνα που μοσχομύριζε από το πιο νόστιμο φαγητό που θα μπορούσε ποτέ κανείς να γευτεί. Αναμνήσεις χειμωνιάτικες γύρω από τη σόμπα που πάντα μύριζε πορτοκάλι από τις φλούδες που έριχνες στην πυρωσιά, με τα μάγουλα των παιδιών των παιδιών σου ροδοκοκκινισμένα να κρυφογελούν με τον κάθε καλό λόγο και το κάθε χάδι, το κάθε παινάδι...

Μνήμες καλοκαιρινές, κάτω από το μεγάλο ευκάλυπτο της αυλής, με τη λεμονάδα να δροσίζει τα χείλη και τα τζιτζίκια να μοιάζουν με μια αόρατη χορωδία που υμνούσε τη γλυκιά ζέστη του καλοκαιριού. Η αγκαλιά πάντα μεγάλη, τρυφερή και συνάμα δυνατή, αληθινή. Και η αγάπη άφθονη σαν τα κεράσματα στους ξένους ταξιδιώτες που περνούσαν από το χάνι και σταματούσαν στο μικρό σου καφενεδάκι για να ξεδιψάσουν και να ξεκουραστούν.

Οι αναμνήσεις, πολύτιμες για όλους εμάς, νικούν τον χρόνο που κυλά γοργά, τον ίδιο εκείνο χρόνο που λάβωσε το κοφτερό μυαλό σου στερώντας τον δικό σου θησαυρό, τις δικές σου μνήμες, που νίκησε το κουρασμένο σου κορμί, εκείνο που αναπαύεται πια στη γη των Αλόιδων, το χωριό που γεννήθηκες, έζησες και πια σε φιλοξενεί για την αιωνιότητα δίπλα στον λεβέντη, ψαρομάλλη, περήφανο και λατρεμένο Βολιτογιάννη, έναν σπάνιο άνθρωπο, σύντροφο της ζωής σου, που έδωσε τον δικό του ορισμό σε λέξεις όπως καλοσύνη, τιμιότητα, σθένος και φιλία.

Βλέποντας για τελευταία φορά τα λευκά σαν το χιόνι μαλλιά να πλαισιώνουν το πρόσωπό σου μέσα στη λίμνη από λευκά λουλούδια στην εκκλησία του Αϊ Γιώργη, ο ποταμός των αναμνήσεων ξεπηδά ορμητικός, κατακλύζει το μυαλό, θαμπώνει τα μάτια με εικόνες... Εκείνες του τρύγου με τα αμπέλια να γεμίζουν από τις παρουσίες και τις φωνές όλης της μεγάλης οικογένειας που ευτύχισες να “χτίσεις” σε γερά θεμέλια, με την κούραση της μέρας να παραχωρεί τη θέση της στη δροσερή ανάπαυλα της νύχτας κάτω από έναν καταστόλιστο από αστέρια ουρανό - που πιο όμορφο δε θυμάμαι ποτέ να έχει τυλίξει τις σκέψεις ή τα όνειρά μου, καθώς ξαπλωμένος στην ταράτσα, χωρίς φώτα και μακριά από τον “πολιτισμό” εκείνης της εποχής, ταξίδευα στο δικό μου σύμπαν. Αυτές τις αναμνήσεις που ακόμα λαμπυρίζουν στην εικόνα των ξύλων που έκαιγαν στο τζάκι εκείνους τους παγερούς χειμώνες, όταν έξω λυσσομανούσε ο βοριάς και μέσα ζέσταινε τις καρδιές η αγάπη που τόσο απλόχερα χάριζες...

Όχι, γιαγιά. Δεν έφυγες. Δεν μπορεί να φύγεις. Όσο οι αναμνήσεις λαμπυρίζουν στις καρδιές όλων μας θα ζεις. Και θα συνεχίζεις να μας αγκαλιάζεις από εκεί ψηλά. Σε αυτό το σύμπαν που μένουμε πάντα παιδιά. Εκεί που τα αστέρια παραμένουν πάντα λαμπερά. Καλό σου ταξίδι..!

Σχόλια