Απόψεις

Υπερπληθώρα μεταπτυχιακών χωρίς αντίκρισμα

Σήμερα θα αφήσω στη γωνία τα φιλοσοφικά και υπαρξιακά ζητήματα που με ταλαιπωρούν και θα αναφερθώ στην εκπαίδευση και, εάν προτιμάτε, στη μεταπτυχιακή εκπαίδευση, δηλαδή την εκπαίδευση που λαμβάνουν οι φοιτητές μετά την αποφοίτησή τους σε προπτυχιακό επίπεδο.

Προτού όμως κάνω σαφή αναφορά με αριθμούς, επιτρέψτε μου να ξεκινήσω ως εξής: Ένα πράγμα επιζητούμε όλοι μας: την αξιοκρατία, η οποία πρέπει να βρίσκεται παντού. Αξιοκρατία στο δημόσιο, στον ιδιωτικό τομέα, στο διορισμό υπαλλήλων, στην εκπαίδευση, παντού...

Η αξιοκρατία, όμως, είναι το στοιχείο που πραγματικά απουσιάζει. Πρακτικά, όλοι την επιζητούμε, δίχως όμως να κάνουμε σοβαρές προσπάθειες για την επίτευξή της. Αναλωνόμαστε στα λόγια και στις θεωρίες, χωρίς όμως να προβαίνουμε σε πράξεις που θα επιδιώκουν την αλλαγή της τρέχουσας κατάστασης.

Μεταφέρομαι τώρα σε ένα άλλο σημείο το οποίο μου το χαρίζει ο γραπτός λόγος. Στη χώρα μας, φέτος, θα λειτουργήσουν 924 μεταπτυχιακά προγράμματα. Τα 665 θα είναι με δίδακτρα και τα 259 θα είναι δωρεάν. Σκεφτείτε μια χώρα σχεδόν 11 εκατομμυρίων ανθρώπων που η εκπαιδευτική ηγεσία ανακοινώνει 924 μεταπτυχιακά. Ερώτηση: Είναι σωστό; Είναι αξιοκρατικό;
Όχι.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το σημείο στο οποίο εύλογα μπορούμε να υποστηρίξουμε πως η μεταπτυχιακή εκπαίδευση βρίσκεται σε περίοδο κρίσης. Ο λόγος για τον οποίο θεωρητικά κάνει κάποιος φοιτητής ένα μεταπτυχιακό είναι το προσωπικό ενδιαφέρον για ένα ερευνητικό αντικείμενο. Αυτό ισχύει καθολικά. Η Ελλάδα πάσχει από το σύνδρομο της χαρτούρας. Μας αρέσει και είμαστε περήφανοι όταν στολίζουμε τον τοίχο μας με πτυχία, πιστοποιητικά σπουδών ή ό,τι άλλο μάς κάνει εμάς τους ίδιους περήφανους για τους εαυτούς μας.

Όταν ένας μέσος φοιτητής τελειώνει, το πρώτο που θα σκεφτεί είναι να κάνει ένα μεταπτυχιακό γιατί το έκανε ο φίλος του ή γιατί έχει μάθει από τους οικείους του ότι σε ένα υποθετικό σενάριο προκήρυξης διαγωνισμού θα έχει περισσότερα μόρια απ’ ό,τι ο απλός πτυχιούχος. Εδώ λοιπόν έρχεται η εκπαιδευτική ηγεσία να του παραχωρήσει το προνόμιο και να του δώσει τη δυνατότητα να επιλέξει ανάμεσα σε πολλά και ίδια μεταπτυχιακά προγράμματα. Το κίνητρο της πλειοψηφίας δε θα είναι η αναζήτηση ή το ενδιαφέρον. Το κίνητρο θα είναι καθαρά εργαλειακό.

Αυτός ο μέσος φοιτητής θα πάρει το μεταπτυχιακό δίπλωμα και θα έχει αξιώσεις απέναντι στην Πολιτεία και θα απευθυνθεί σε αυτήν λέγοντας: «Κοιτάξτε να δείτε. Είμαι άνεργος πτυχιούχος και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος σπουδών». Θα έχει κάθε δικαίωμα να πει ό,τι θέλει και κανένας δεν μπορεί να του το απαγορεύσει.

Ο ίδιος θα θεωρήσει τον εαυτό του μορφωμένο άνθρωπο εξαιτίας της κτήσης του διπλώματος σπουδών. Στην πραγματικότητα, δεν είναι μορφωμένος. Η μόρφωση είναι πηγαία και απροϋπόθετη. Διαβάζεις, ερευνάς, βρίσκεσαι σε υπερένταση και στο τέλος καταλήγεις σε ένα συμπέρασμα το οποίο πλαισιώνεται από τις ανασφάλειές σου. Αυτή είναι η διαδικασία παραγωγής γνώσης. Έτσι, ο άνθρωπος αλλάζει την πνευματική του ταυτότητα.

Σε επίπεδο εισαγωγής φοιτητών στα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ της χώρας, το σύστημα των πανελλαδικών εξετάσεων έχει κατηγορηθεί από την πλειοψηφία ως αναχρονιστικό, το οποίο δε δίνει χώρο στις πνευματικές ικανότητες των μαθητών αλλά στην ανούσια αποστήθιση. Δε θα σχολιάσω την κατάσταση που επικρατεί στις πανελλαδικές εξετάσεις...

Σε επίπεδο μεταπτυχιακών φοιτητών, η κατάσταση είναι παράλογη. Θέλεις να δημιουργήσεις μια επιστημονική κοινότητα με masters, οι οποίοι θα πάνε την επιστήμη και την κοινωνία των πολιτών ένα βήμα παραπέρα; Δημιούργησε ως κράτος 300-400 μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών (αφού έχεις παραδεχτεί πως δεν επιθυμείς την εξωστρέφεια του εκπαιδευτικού προϊόντος), τα οποία θα είναι δωρεάν και το καθένα θα εστιάζει σε ένα συγκεκριμένο ερευνητικό αντικείμενο.

Έχουμε μπουχτίσει ως χώρα με μεταπτυχιακούς φοιτητές Ειδικής Εκπαίδευσης, οι οποίοι έχουν ως μόνιμη επιθυμία να μπουν στη λίστα αναπληρωτών Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για παιδιά με ειδικές ανάγκες. Το παράδειγμα αυτό είναι χαρακτηριστικό και δεν είναι το μοναδικό. Αυτή η κατάσταση μοιάζει με ξέφραγο αμπέλι. Τόσοι και τόσοι απόφοιτοι Παιδαγωγικού Τμήματος κάνουν τα χαρτιά τους σε σχολεία με ειδικές ανάγκες αφότου απέκτησαν το αντίστοιχο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών.

Επανέρχομαι στη διανοητική εικόνα που σχημάτισα προηγουμένως. Αυτοί που θα μπαίνουν σε αυτά τα νέα μεταπτυχιακά προγράμματα θα είναι φοιτητές άξιοι που θέλουν να επενδύσουν στις σπουδές τους. Το κάθε τμήμα λοιπόν οφείλει να θεσπίσει γραπτές εξετάσεις και ο μεταπτυχιακός φοιτητής αμέσως μετά πρέπει να περνάει από μια εικοσάλεπτη εξονυχιστικότατη συνέντευξη ώστε να καταλάβουν οι διδάσκοντες πως όντως ο φοιτητής ενδιαφέρεται να μάθει και μπορεί να εκπληρώσει στο ακέραιο τα ακαδημαϊκά του καθήκοντα. Με αυτόν τον τρόπο, καταφέρνεις να συνδέσεις το εσωστρεφές (ξαναλέω η Ελλάδα δεν επιθυμεί την εξωστρέφεια) ακαδημαϊκό προϊόν που διαθέτεις με την αξιοκρατία.

Για να συνειδητοποιήσετε με αριθμούς την κατάσταση που θα επικρατήσει φέτος σε επίπεδο μεταπτυχιακών, σκεφτείτε το παρακάτω δεδομένο, που είναι απτό: Εάν πολλαπλασιάσετε τον αριθμό 924 με τον αριθμό 25 (ο μέσος αριθμός εισακτέων σε κάποιο μεταπτυχιακό πρόγραμμα), βγαίνει ένας αριθμός άνω των 23.000. Από τους 23.000, οι 20.000 θα καταφέρουν να το πάρουν σε διάστημα 1-4 ετών.

Σκεφτείτε, επομένως, πως κάθε χρόνο 20.000 άτομα παίρνουν μεταπτυχιακό δίπλωμα. Πολύ πρακτικά, όποιος καταφέρνει και μπαίνει στο Πανεπιστήμιο ως προπτυχιακός φοιτητής είναι δυνάμει κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος. Απαράδεκτη η κρατική αυτή πολιτική, η οποία μακροπρόθεσμα δεν ωφελεί ούτε το φοιτητή-επιστήμονα ούτε την κοινωνία ούτε το κράτος.

Θέλεις αξιοκρατία σε επίπεδο μεταπτυχιακών σπουδών; Δημιούργησε δωρεάν μεταπτυχιακά προγράμματα και βάλε τους καλύτερους, αυτούς που πραγματικά αξίζουν, ύστερα από εξετάσεις και συνεντεύξεις. Όχι το ξέφραγο αυτό αμπέλι.

* Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymail.com).

Σχόλια