Απόψεις

Ο ρόλος της συμφωνίας των Πρεσπών

Η συμφωνία της 12ης Ιουνίου 2018 των προοδευτικών κυβερνήσεων της Ελλάδας και της ΠΓΔΜ, μετά από 6μηνες δύσκολες διαπραγματεύσεις, επισφραγίστηκε από τους πρωθυπουργούς Αλέξη Τσίπρα και Ζόραν Ζάεφ, αποσπώντας τα εύσημα διεθνώς, βάζοντας τέλος στην άγονη διένεξη, το εχθρικό κλίμα και θέτοντας τις βάσεις για ένα ειρηνικό μέλλον>

Γράφει η Χρυσάνθη Καμπουράκη

Υπογράφτηκε στις 17/6/2018 από τους υπουργούς Εξωτερικών - πρωτεργάτες των διαπραγματεύσεων - Νίκο Κοτζιά και Νικολά Ντιμιτρόφ, σε μια ιστορική τελετή, την οποία σφράγισαν οι ομιλίες των δύο πρωθυπουργών Αλέξη Τσίπρα και Ζόραν Ζάεφ, που ανοίγουν μια νέα εποχή ανάπτυξης και συνεργασίας των δύο λαών, των Βαλκανικών χωρών και ολόκληρης της Ευρώπης, αποτελώντας φωτεινά παραδείγματα για όλους τους λαούς.

Τη συμφωνία συνυπέγραψε ο επί 24 χρόνια ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ, Μάθιου Νίμιτς, ο οποίος εξήρε τη συμβολή των δύο πρωθυπουργών και τους απέδωσε «πολιτική γενναιότητα, στρατηγικό όραμα και διπλωματική ικανότητα».

Η συμφωνία, που υπεγράφη, συνίσταται στην εκπλήρωση των όρων της Ελλάδας, στη βάση της εθνικής γραμμής του 1992 επί πρωθυπουργού Κων/νου Μητσοτάκη και προέδρου της Δημοκρατίας Κων/νου Καραμανλή, και του 2008, με την απόφαση του Βουκουρεστίου, επί πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή. Αλλά και το 2014, επί πρωθυπουργίας Α. Σαμαρά, ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Βενιζέλος, στη Σύνοδο του ΟΗΕ στη Ν. Υόρκη, υποστήριξε το περιεχόμενο της κοινής εθνικής γραμμής. Επιτεύχθηκε λοιπόν η συμφωνία με τους τρεις όρους της “εθνικής γραμμής”, που επί 26 χρόνια διεκδικεί η χώρα μας: «Σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό, για όλες τις χρήσεις, χωρίς αλυτρωτισμούς». Συμφωνήθηκε η ονομασία “Repuplika Senerna Makedonija”, “Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας”, με τα δικά της διακριτά πολιτιστικά χαρακτηριστικά, τη δική της ιστορία και γλώσσα. Το “Βόρεια” είχε για παράδειγμα προτείνει και ο Κων/νος Μητσοτάκης το 1992, όταν προέβλεψε ότι «αν δε λυθεί το πρόβλημα, θα γίνει σαν το Κυπριακό» και είχαν συμφωνήσει και ο τότε υπουργός Εξωτερικών Αντώνης Σαμαράς στην ύπαρξη γεωγραφικού προσδιορισμού στον όρο “Μακεδονία”.

Η συμφωνία δεσμεύει τους βόρειους γείτονές μας στην αναθεώρηση του προοιμίου του Συντάγματός τους και εδαφίων που περιλαμβάνουν αλυτρωτικές αναφορές, αφού μόνο με αυτήν την προϋπόθεση θα κυρωθεί στην ελληνική Βουλή και θα ισχύσουν οι προσκλήσεις για έναρξη των διαπραγματεύσεων ένταξης στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ, με την υποστήριξη της Ελλάδας



Το 2008 η Ντόρα Μπακογιάννη αποδεχόταν τον προσδιορισμό “Νέα”. Η “Βόρεια” λοιπόν διαχωρίζεται από την ελληνική Μακεδονία και τις τρεις Περιφέρειές της, την Ανατολική, την Κεντρική και τη Δυτική. Ρητά καταγράφεται στη συμφωνία ο σαφής διαχωρισμός μεταξύ της Ελληνικής Μακεδονίας και των βορείων γειτόνων μας, και επιπρόσθετα προβλέπεται ότι «δεν έχουν και δεν μπορούν να διεκδικήσουν στο μέλλον καμιά σχέση με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό της Μακεδονίας».

Η συμφωνία δεσμεύει τους βόρειους γείτονές μας στην αναθεώρηση του προοιμίου του Συντάγματός τους και εδαφίων που περιλαμβάνουν αλυτρωτικές αναφορές, αφού μόνο με αυτήν την προϋπόθεση θα κυρωθεί στην ελληνική Βουλή και θα ισχύσουν οι προσκλήσεις για έναρξη των διαπραγματεύσεων ένταξης στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ, με την υποστήριξη της Ελλάδας. Αυτό αποτελεί νίκη της σημερινής ελληνικής διπλωματίας, καθώς δε συμπεριλαμβανόταν στην “εθνική γραμμή”, όπως και η αποδοχή του erga omnes, που παλαιότερα δε γινόταν αποδεκτό ως βάση συζήτησης. Το 1993, ο πρωθυπουργός Κων/νος Μητσοτάκης είχε αποδεκτή τη διπλή ονομασία, “Μακεδονία” στο εσωτερικό και ΠΓΔΜ στο εξωτερικό, και με αυτό το όνομα - με το οποίο αυτοπροσδιοριζόταν από την ίδρυση του κράτους το 1991 - έγιναν δεκτά τα Σκόπια στον ΟΗΕ. Ωστόσο, σε αυτήν την ονομασία το “πρώην”, “Γιουγκοσλαβική” αποδίδονται στο “Δημοκρατία” και έτσι το “Μακεδονία” είναι σκέτο.

Η συμφωνία εξάλλου προβλέπει ως προς την ιθαγένεια και υπηκοότητα - δεν αναγνωρίζει εθνότητα - να προσδιορίζονται στα επίσημα έγγραφα ως “Μακεδόνες/πολίτες της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας” και όχι ως “Μακεδόνες”, όπως αναγράφονται ως τώρα. Ως προς τη γλώσσα τους, από τα επίσημα αρχεία γνωρίζουμε ότι η καθιέρωση της γλώσσας τους ως “Makedonian” έγινε από το 1977, επί Κων/νου Καραμανλή, στη συνεδρίαση του ΟΗΕ στην Αθήνα και αναγνωρίστηκε τότε από τον ΟΗΕ ως επίσημη γλώσσα των Σκοπίων και υπήρχε αποδοχή από την Ελλάδα, χωρίς καμιά ένσταση, εκτός το 2010, αλλά πήραν την απάντηση ότι «είναι αργά πλέον». Αντίθετα, στην τωρινή συμφωνία προστίθεται η διατύπωση ότι «ανήκει στην οικογένεια των νότιων σλαβικών γλωσσών» του 6ου αιώνα μ.Χ. και διαχωρίζεται από την αρχαία Μακεδονική γλωσσική, κληρονομιά του 4ου αιώνα π.Χ.

Η συμφωνία δεσμεύει την κυβέρνηση της ΠΓΔΜ να ενημερώσει για την αλλαγή του ονόματος, της ιθαγένειας και της γλώσσας 140 χώρες, μεταξύ αυτών τις ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα και Ινδία (4/5 παγκόσμιου πληθυσμού), οι οποίες 25 και πλέον χρόνια μέχρι σήμερα στις διμερείς τους σχέσεις, σε επίσημα έγγραφα, συμβάσεις, εκθέσεις και ιστοσελίδες την αναγνωρίζουν και την αποκαλούν σκέτο “Μακεδονία”, χωρίς καμιά αντίδραση από τις κυβερνήσεις Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ, ούτε και από τους Έλληνες Μακεδονομάχους, οι οποίοι, πολεμώντας την επερχόμενη αλλαγή, επιθυμούν δηλαδή να παραμείνει για πάντα ο όρος “Μακεδονία” και οι αλυτρωτικές βλέψεις εις βάρος της ελληνικής Μακεδονίας;

Οι δε εθνικιστές και τα δεξιά κόμματα της αξιωματικής αντιπολίτευσης βρίσκονται σε κοινή γραμμή και στις δύο χώρες, δεν επιθυμούν τη λύση που προωθούν οι ειρηνόφιλες, ώριμες πολιτικές δυνάμεις, τάσσονται υπέρ ακραίων συντηρητικών, εθνικιστικών ρητορικών και το πρόβλημα χρησιμοποιείται από πολιτικούς για εσωτερική κατανάλωση, μικροπολιτικά και ψηφοθηρικά συμφέροντα, χωρίς να ωφελούνται οι χώρες. Ο πρόεδρος της γείτονος χώρας Γ. Ιβάνοφ, ενεργούμενο του πρώην εθνικιστή πρωθυπουργού Ν. Γκρουέφσκι, πολεμά τη συμφωνία ως «βλαβερή και ταπεινωτική», αφού «αποδέχεται όλες τις ελληνικές απαιτήσεις», μαζί με το συντηρητικό κόμμα VMRO του Μιτσκόσκι, από το οποίο προέρχεται.

Παράλληλα, η Ν.Δ. και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Κυριάκος Μητσοτάκης, ακυρώνοντας την παρακαταθήκη τού πατέρα του και του κόμματός του, ακολουθεί την τακτική του πρώην πρωθυπουργού Α. Σαμαρά, που έριξε την κυβέρνηση του Κων/νου Μητσοτάκη το 1993, με όχημα την εθνικιστική στάση του στο Σκοπιανό, σε αντίθεση με τη συμβιβαστική λύση που υπερασπιζόταν ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός. Έχοντας τη διεθνή κατακραυγή, επιδιώκουν να αποτρέψουν την υπογραφή, κύρωση και εφαρμογή της συμφωνίας, με κριτήρια κομματικά και όχι εθνικά, γιατί το όλο πρόβλημα έγκειται στο ότι τη λύση την επιτυγχάνει η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, την οποία, με αφορμή τη συμφωνία, επιχειρούν για άλλη μια φορά να ανατρέψουν, προκαλώντας πολιτική κρίση.

Αποκορύφωμα υπήρξε η υποβολή από τον Κυριάκο Μητσοτάκη της πρότασης μομφής στη Βουλή εναντίον της ελληνικής κυβέρνησης, υπογεγραμμένη από 75 βουλευτές της Ν.Δ., αδιαφορώντας για την ανάγκη σταθερότητας που έχει η Ελλάδα, για να μπορέσει να σταθεί όρθια και να ξεφύγει από τα μνημόνια και την καταστροφή που την οδήγησαν, ως κυβερνήσεις του παρελθόντος.

Παράλληλα, έτσι τροφοδοτούνται η πατριδοκαπηλία και το εθνικιστικό μίσος των ακροδεξιών μορφωμάτων, με αποκορύφωμα το παραλήρημα στη Βουλή και την εκτροπή του βουλευτή της Χ.Α. Μπαρμπαρούση, που κάλεσε τις Ένοπλες Δυνάμεις σε πραξικόπημα! Από την άλλη, έπεσαν έξω, θέλοντας να προκαλέσουν να “ρίξει” την κυβέρνηση ο κυβερνητικός εταίρος Πάνος Καμένος, ο σταθερά πιστός στις απόψεις του, αλλά και σταθερή κυβερνητική δύναμη, που στηρίζει ακλόνητα την κυβερνητική πλειοψηφία.

Η συμφωνία των Πρεσπών είναι βέβαια ένας έντιμος συμβιβασμός, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, επωφελής και για τις δύο πλευρές, που αν γίνει αποδεκτή από το κοινοβούλιο και από το λαό, κατόπιν δημοψηφίσματος, της ΠΓΔΜ, θα είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα. Διασφαλίζει τα εθνικά μας συμφέροντα - χωρίς να υπολογίζεται από το κυβερνών κόμμα το πολιτικό κόστος - με σεβασμό στην Ιστορία και το διεθνές δίκαιο, ακυρώνοντας τις αλυτρωτικές επιδιώξεις και επεκτατικές βλέψεις, κατοχυρώνοντας ταυτόχρονα την ιστορική και πολιτιστική μας κληρονομιά.

Αναδεικνύεται, παράλληλα, η Ελλάδα ηγετική δύναμη στα Βαλκάνια, που μετά από 27 χρόνια αλλάζουν σελίδα, προάγοντας τη βαλκανική αλληλεγγύη, τη συνανάπτυξη και από “πυριτιδαποθήκη” της Ευρώπης η Βαλκανική Χερσόνησος και χώρος πολεμικών συρράξεων τον προηγούμενο αιώνα μπορεί να γίνει τον 21ο αιώνα εστία ειρήνης, σταθερότητας, φιλίας και ανταλλαγών, απομακρύνοντας επικίνδυνες παρεμβάσεις ΗΠΑ, Ρωσίας, Ευρώπης και Τουρκίας, που έχουν αλληλοσυγκρουόμενα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα.

Η Ελλάδα κατά συνέπεια προβάλλεται ως πυλώνας ασφάλειας και ειρήνης σε ένα ευρύτερο επικίνδυνο και εύθραυστο περιβάλλον, χτίζοντας συμμαχίες για την υλοποίηση των κοινών σκοπών της ανάπτυξης και προόδου. Καταδικάζει αντίθετα τον εθνικισμό, τον φανατισμό και τον δογματισμό, που οδηγούν στην απομόνωση και στη βία.

Από την άλλη πλευρά, η επικίνδυνη αδράνεια, η αναβλητικότητα και η ατολμία 26 ετών για τη λύση του κρίσιμου αυτού ζητήματος εξέθρεψαν εθνικισμούς, αλυτρωτισμούς, την καπήλευση των εθνικών μας συμβόλων και της Ιστορίας μας, και διευκόλυνε τη διείσδυση ξένων ισχυρών δυνάμεων στην περιοχή, βόρεια της Ελλάδας. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, ωστόσο, όλο το 2018, η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση των Σκοπίων επέδειξε δείγματα καλής θέλησης, μετονομάζοντας το αεροδρόμιό τους από “Μέγας Αλέξανδρος” σε “Διεθνές Αεροδρόμιο των Σκοπίων”, την κεντρική λεωφόρο, που συνδέει τις δύο χώρες, από “Αλέξανδρος ο Μακεδών” σε “Λεωφόρο Φιλίας”, καθώς και το εθνικό τους Στάδιο, αλλά και την Εκκλησία τους, που μετονομάζεται σε “Αρχιεπισκοπή της Αχρίδας”.

Συμφωνήθηκε, εξάλλου, με τον Δήμο Θεσσαλονίκης η ανταλλαγή αγαλμάτων ή και η τοποθέτηση πλακετών σε αγάλματα και μνημεία της γείτονος χώρας, όπου θα καταγράφεται η ελληνική προέλευσή τους. Για παράδειγμα, το άγαλμα “Ιππέας” στην πλατεία των Σκοπίων θα έχει μια επιγραφή, στην οποία θα αναγράφεται η Ελληνιστική Περίοδος και ότι συμβολίζει τη φιλία των δύο χωρών.


Η υπογραφείσα συνεπώς ιστορική συμφωνία Αθήνας-Σκοπίων ανοίγει τον δρόμο για τη σφυρηλάτηση της βαλκανικής συναδέλφωσης και του αλληλοσεβασμού. Ιδανικές διακρατικές συμφωνίες δεν υπάρχουν, ενώ ο ρεαλισμός και ο συμβιβασμός είναι μονόδρομος. Άλλωστε, τα εθνικά θέματα δεν προσφέρονται για μικροπολιτικά παιχνίδια. Το πρώτο ιστορικό βήμα έγινε, έπονται όμως νέες μάχες με τις δυνάμεις του εθνολαϊκισμού, της συντήρησης και του εθνικισμού και στις δύο χώρες για να επικυρωθεί, να εφαρμοστεί και να “ριζώσει” στις συνειδήσεις των πολιτών.


Διδασκόμενοι επομένως από την Ιστορία, χωρίς παραχαράξεις, οφείλουμε να υπηρετούμε τα εθνικά μας καθήκοντα, λύνοντας τις διαφορές με τους γειτονικούς λαούς με σύνεση, διάλογο και ευθύνη, με στόχο την προκοπή και τη συναδέλφωση των λαών μας, εδραιώνοντας το πνεύμα της ειρήνης σε περιφερειακό αλλά και διεθνές επίπεδο.

* Η Χρυσάνθη Καμπουράκη είναι μέλος της Ν. Επιτροπής ΣΥΡΙΖΑ Ηρακλείου και διαμερισματική σύμβουλος του Δήμου.

Σχόλια