Απόψεις

Οι πανελλαδικές εξετάσεις στο σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα

“Πανελλαδικές εξετάσεις” σημαίνει πως το κράτος έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο για την εισαγωγή των υποψήφιων φοιτητών στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα.

“Εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο” σημαίνει πως και το Πανεπιστήμιο έχει κύριο λόγο για την εισαγωγή των υποψηφίων στα ΑΕΙ και όχι μόνο το κράτος. Μέχρι το 1975 δεν υπήρχαν πανελλαδικές εξετάσεις αλλά εισαγωγικές.

Γράφει ο Ιωάννης Λίλης

Μετά το 1975, με την παρουσία των πανελλαδικών εξετάσεων, το κράτος άρχισε να επεμβαίνει καταλυτικά στις εξετάσεις των μαθητών για την εισαγωγή τους στα πανεπιστήμια. Έτσι το κράτος καθόριζε με νόμο την ύλη των πανελλαδικών εξετάσεων, τον τρόπο διεξαγωγής, την ακριβή ημερομηνία διεξαγωγής τους, τον τρόπο διορθώσεως των γραπτών, και οι πανελλαδικές εξετάσεις διεξάγονταν πάντοτε μέσα στα σχολεία, ως χώρος καθαρά του Δημοσίου, και αμέσως μετά το τέλος της σχολικής χρονιάς, πριν την εξέταση των ενδοσχολικών μαθημάτων της Γ’ Λυκείου.

Πριν το 1975 υπήρχε πολύ μεγαλύτερη ελευθερία στον τρόπο εισαγωγής στα πανεπιστήμια. Οι εξετάσεις γίνονταν τον Οκτώβριο και όχι τέλη Μαΐου ή αρχές Ιουνίου, διεξάγονταν στο χώρο του Πανεπιστημίου και όχι στις σχολικές μονάδες, ενώ δεν υπήρχε ύλη, αλλά όλη η ύλη των μαθημάτων και των έξι ετών, Γυμνασίου και Λυκείου, ήταν υποψήφια προς εξέταση.

Ο σφιχτός εναγκαλισμός του κράτους έχει πάντοτε δύο αρνητικά στοιχεία: 1) Γίνεται βραχνάς και βάρος στον πολίτη και 2) επειδή το κράτος είναι απρόσωπο, κανένας δεν αναλαμβάνει την ευθύνη. Μετά το 1975 ο νομοθέτης καθόριζε τα πάντα στη ζωή των παιδιών.

Ο νομοθέτης καθόριζε με νόμο πως το γραπτό του υποψηφίου που διαγωνίζεται στην Ιστορία πρέπει να είναι λέξη προς λέξη ίδιο με το κείμενο του βιβλίου. Δεν το έλεγε ακριβώς “λέξη προς λέξη”, αλλά το πνεύμα του ήταν ουσιαστικά αυτό.

Ο νομοθέτης καθόριζε πώς θα διορθώνουν οι καθηγητές τα γραπτά, ο νομοθέτης καθόριζε ακριβώς την ύλη (κορυφαίο παράδειγμα το μάθημα των Λατινικών με τα 50 κείμενα), και, αν ο μαθητής ήθελε να μελετήσει κάτι περισσότερο, δεν μπορούσε να το αναπτύξει καθώς κινδύνευε να βρεθεί εκτός ύλης. Εκτός, όμως, από το βάρος που έφερνε ο νόμος στα παιδιά, υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος του απρόσωπου και της ανευθυνότητας.

Όταν η ανεργία αυξανόταν επικίνδυνα, κανένας δεν αναλάβανε την ευθύνη. Ο πρύτανης ισχυριζόταν πως δεν είχε λόγο στους φοιτητές που εισέρχονταν καθώς την ευθύνη την είχε το υπουργείο, το υπουργείο ισχυριζόταν πως οι εξετάσεις γίνονται από τα εξεταστικά κέντρα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ τα λύκεια ισχυρίζονταν πως δεν είχαν την ευθύνη, αλλά απλώς διεκπεραίωναν τις εξετάσεις.

Πριν το 1975, με τις εισαγωγικές εξετάσεις του Οκτωβρίου, οι μαθητές διάλεγαν οι ίδιοι σε ποια σχολή επιθυμούν να σπουδάσουν και σε εκείνη τη σχολή έδιναν εξετάσεις. Έτσι ο μαθητής έφερε την ευθύνη για τη σχολή που διάλεγε, και αυτός ήταν ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους πριν το 1975 υπήρχε ελάχιστη ανεργία στους πτυχιούχους των πανεπιστημίων.

Μετά το 1975, με το απρόσωπο κρατικό μηχανογραφικό για τη συμπλήρωση των σχολών, ο μαθητής μπορεί να δηλώσει “τυφλά” πολλές σχολές, με το πρόσχημα πως πρώτη θα βάλει τη σχολή της επιθυμίας του, και με την απώλεια ενός βαθμού να περάσει σε μία σχολή που δεν του ταιριάζει και δεν την αγαπά. Όμως η στενή παρουσία του κράτους στη ζωή των μαθητών έφερε και μια άλλη πραγματικότητα: τη ραγδαία αύξηση των φροντιστηρίων.

Εφόσον μετά το 1975 η ύλη των πανελλαδικών εξετάσεων ήταν συγκεκριμένη, οι γονείς εμπιστεύονταν την προετοιμασία των παιδιών τους στα φροντιστήρια, πριν ακόμα την έναρξη του σχολικού έτους της Γ’ Λυκείου. Τα φροντιστήρια ήξεραν ακριβώς πού έπρεπε να ρίξουν το βάρος στο θέμα της ύλης, εφόσον υπήρχε συγκεκριμένη ύλη που όριζε το κράτος.

Πριν το 1975 τα φροντιστήρια δεν μπορούσαν να πείσουν τους γονείς, εφόσον δεν υπήρχε ύλη˙ τότε πήγαιναν στα φροντιστήρια μόνο οι πολύ αδύναμοι μαθητές, ενώ μετά το 1975 και οι αριστούχοι. Στις εισαγωγικές εξετάσεις πριν το 1975 το κράτος ασκούσε έλεγχο, αλλά σε πολύ μικρό βαθμό: στον αριθμό των μαθημάτων εξέτασης, στον αριθμό των εισακτέων και στο ποσοστό υποψηφίων της ημεδαπής και της αλλοδαπής.

Όλα τα υπόλοιπα ήταν ελεύθερα. Από το 1975 αρκετές φορές οι κυβερνήσεις προσπάθησαν να ελευθερώσουν τις πανελλαδικές εξετάσεις. Δεν είναι εύκολο γιατί χρειάζεται ακριβής γνώση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, σε συνδυασμό με την ψυχολογία των εφήβων και τη δομή της ελληνικής οικογένειας.

* Ο Ιωάννης Λίλης είναι λέκτορας Δογματικής και Συμβολικής Θεολογίας της Πατριαρχικής Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Κρήτης.

Σχόλια