Απόψεις

Γιατί τάσσομαι υπέρ του διαχωρισμού Εκκλησίας - Κράτους

Όταν προσπαθώ να φέρω στιγμές στο μυαλό μου από τη σχέση Εκκλησίας-Κράτους, θυμάμαι εικόνες όπως την προσπάθεια του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου που τάχθηκε κατά της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία ήθελε να αφαιρέσει το θρήσκευμα από την αστυνομική ταυτότητα.

Έχω όμως πιο πρόσφατες εικόνες στο μυαλό μου, όπως τη συμμετοχή θεσμικών εκπροσώπων της Εκκλησίας στα συλλαλητήρια για την ονομασία της ΠΓΔΜ. Αναμφίβολα, ήταν μια προσπάθεια που σκόπευε στον επηρεασμό της κοινής γνώμης. Μια παρέμβαση στα ζητήματα που αφορούν κατεξοχήν την πολιτική εξουσία.

Η σχέση Εκκλησίας-Κράτους είναι μια ιστορική σχέση. Από τα βυζαντινά χρόνια η Εκκλησία γίνεται πολιτικός θεσμός και η Θεολογία έχει πολιτικό χαρακτήρα. Από την εκκλησιαστική νομοθεσία του Βυζαντίου, υπήρχαν σαφείς διατάξεις ανάμειξης του κλήρου στα πολιτικά δρώμενα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συμμετοχή κληρικών στα κρατικά αξιώματα. Αλλά ήταν διακριτή και η συμμετοχή της πολιτικής εξουσίας στα εκκλησιαστικά ζητήματα. Οι αποφάσεις των Συνόδων επικυρώνονταν από τον αυτοκράτορα, ο οποίος με αυτόν τον τρόπο αποκτούσε και θρησκευτικές αρμοδιότητες.

Όταν συγκροτήθηκε το νεοελληνικό κράτος, το έθνος μας προσδιορίστηκε από δύο βασικά στοιχεία: τη θρησκεία μας (Ορθόδοξη Εκκλησία) και την υπηκοότητά μας. Το ελληνικό έθνος προσδιορίστηκε μέσα από την πίστη μας στην ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία. «Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες, και απολαμβάνουσιν άνευ τινός διαφοράς όλων των πολιτικών δικαιωμάτων»... είχε ψηφιστεί από την Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, η οποία δημιούργησε το Α’ Σύνταγμα της ελληνικής ιστορίας μας. Έλληνας ήταν εκείνος που πίστευε στον Χριστό. Πιστεύω πως η συγκεκριμένη διάταξη δεν αφήνει χώρο για παρανοήσεις ή παρερμηνείες. Είναι ρητά διατυπωμένη.

Την περίοδο της Βαυαροκρατίας, ο βασιλιάς Όθωνας και οι Βαυαροί επιθυμούσαν μια Εκκλησία απομονωμένη. Δεν ήθελαν να διανοηθούν οι Γερμανοί πως η Εκκλησία θα είχε καθοριστικό ρόλο στα πολιτειακά δρώμενα.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Εκκλησία δείχνει δυνατή και συμπορεύεται με την πολιτική εξουσία. Το πιο ρεαλιστικό παράδειγμα απόπειρας συμμετοχής της Εκκλησίας στην πολιτική εξουσία στις αρχές του 20ού αιώνα είναι το “Ανάθεμα”. Συγκεκριμένα, στις 12 Δεκεμβρίου 1916 διοργανώνεται ογκώδης αντιβενιζελική πορεία με επικεφαλής την Ιερά Σύνοδο. Οι διαδηλωτές κατευθύνονται στο Πεδίο του Άρεως για να αναθεματίσουν τον «σατανά» της πολιτικής ζωής του τόπου, Ελευθέριο Βενιζέλο. Οι πέτρες του αναθέματος έφτασαν στην Αθήνα και ρίχτηκαν στο Πεδίον του Άρεως.

Εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το άγαλμα της Αθηνάς, ο κάθε διαδηλωτής ρίχνει μία πέτρα και επαναλαμβάνει την κατάρα του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, Θεόκλητου: «Κατά Ελευθερίου Βενιζέλου φυλακίσαντος αρχιερείς και επιβουλευθέντος την βασιλείαν και την πατρίδαν, ανάθεμα έστω». Μια καθαρά συμβολική πράξη, δηλωτική όμως της έντασης των παθών που επικρατούσε εκείνη την εποχή στη χώρα μας.

Από την εποχή που ο Αρχιεπίσκοπος Θεόκλητος κήρυξε ανάθεμα στον Ελευθέριο Βενιζέλο, μέχρι τις μέρες μας, έχουν συμβεί πολλά γεγονότα, για τα οποία η Εκκλησία και η πολιτική εξουσία έχουν μια σχέση αλληλεξάρτησης. Αυτή η σχέση εκφράζεται είτε έμμεσα είτε άμεσα.

Το 2018, η Εκκλησία δείχνει να είναι σφικτά δεμένη με το Κράτος. Το υπαγορεύει έτσι κι αλλιώς το Σύνταγμα. Στο προοίμιο του Συντάγματος γίνεται επίκληση «εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος», και η θρησκεία της «Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού» αναγνωρίζεται ως «επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα» στο Άρθρο 3 του Συντάγματος.

Από την αρχή της συνταγματικής μας πορείας, κανένας νομοθέτης δε διανοήθηκε να αλλάξει τη συγκεκριμένη διάταξη. Οι λόγοι για τους οποίους ένας νομοθέτης δεν ήθελε να αλλάξει τη συνταγματική διάταξη αλλά και την πεποίθηση κάποιων πως είμαστε θεοκρατία, ή αλλιώς ένα Κράτος του Θεού, είναι κατά βάση πολιτικοί, ή εάν προτιμάτε εξυπηρετούν μικροκομματικές σκοπιμότητες. Η συνταγματική αλλαγή δε γίνεται καθώς ο νομοθέτης γνωρίζει εκ των προτέρων πως ο ελληνικός λαός είναι ένας βαθιά θρησκευόμενος λαός και ακολουθεί πιστά τις εξαγγελίες των θεσμικών εκπροσώπων της Εκκλησίας.

Το ζήτημα παραμένει. Είναι σωστό εν έτει 2018 το Σύνταγμά μας να ορίζει ως επικρατούσα θρησκεία τη χριστιανική ορθόδοξη και με αυτόν τον τρόπο η Εκκλησία να συνιστά βραχίονας του Κράτους;
Στη βάση της ερμηνείας της συνταγματικής διάταξης, η Εκκλησία αποτελεί μέρος του κρατικού μηχανισμού. Η Εκκλησία μας δεν είναι ανεξάρτητη, αλλά εξαρτάται αποκλειστικά από τον κρατικό μηχανισμό. Οι θεσμικοί εκπρόσωποι της Εκκλησίας της Ελλάδας δεν είναι τίποτε άλλο παρά νόμιμοι και ισόβιοι δημόσιοι υπάλληλοι. Όπως ο κρατικός μηχανισμός δεν μπορεί να άρει τη μονιμότητα των δημόσιων υπαλλήλων, έτσι ακριβώς δεν μπορεί να άρει τη μονιμότητα των ανώτερων κληρικών κ.τ.λ.

Η Εκκλησία, επομένως, ζει εξαιτίας του κρατικού μηχανισμού και αυτό είναι που την κάνει νωθρή και τεμπέλικη.

Οι ανώτεροι αξιωματούχοι της Εκκλησίας έχουν ανάγκη το Κράτος, καθώς ξέρουν πως με αυτόν τον τρόπο θα μπορούν να έχουν μερίδιο της δημόσιας περιουσίας και κατ’ επέκταση να είναι φορείς δημόσιας εξουσίας. Επίσης, είναι σε θέση να κατανοήσουν πως ο λόγος τους αποκτάει ακροατήριο που δε βρίσκεται μέσα στους κόλπους της. Ο λόγος της Εκκλησίας, ως μέρος της κρατικής μηχανής, γενικεύεται σε όλη την ελληνική επικράτεια. Η Εκκλησία παίρνει συγκεκριμένες στάσεις σε ακανθώδη κοινωνικά ζητήματα, γενικεύοντάς τα, δημιουργώντας σύγχυση. Το αποτέλεσμα είναι ο λόγος της Εκκλησίας να δείχνει αιρετικός και αποτρεπτικός με όσους διαφωνούν.

Από την άλλη, η πολιτική εξουσία έχει την ανάγκη να έχει καλές σχέσεις με την Εκκλησία. Δεδομένου ότι είμαστε ένας λαός με έντονη θρησκευτική παράδοση, αυτό και μόνο καθιστά την Εκκλησία δυνατή.

Πολιτική και θρησκευτική εξουσία διαπλέκονται στη βάση κάποιων συμφερόντων, όπου τα συμφέροντα αυτά δεν αφορούν ούτε τον κατώτερο κληρικό αλλά ούτε και το μέσο πολίτη.
Προηγουμένως χαρακτήρισα την Εκκλησία της Ελλάδας τεμπέλικη και νωθρή. Ναι, έχει παραμελήσει το ποιμαντικό και ηθικό της έργο. Εάν η Εκκλησία της Ελλάδας ήταν ανεξάρτητη, τότε ίσως δε θα κλονιζόταν η πίστη που μέσου Έλληνα πολίτη. Αυτή είναι η αλήθεια.

Η Εκκλησία δεν ενδιαφέρεται πλέον να εντάξει στους κόλπους της πιστούς. Το θεωρεί ως κάτι το δεδομένο, με αποτέλεσμα να μην έχει έντονη κοινωνική παρουσία. Δεν ενδιαφέρεται για το πώς ο πολίτης θα αλλάξει τη σχέση του με τον Τριαδικό Θεό ή καλύτερα πώς ο μέσος πολίτης θα γίνει πιο ταπεινός, μετριοπαθής και λιγότερο επιρρεπής στα πάθη του. Έχει παρεκκλίνει από το δρόμο που έχουν χαράξει τα ευαγγέλια.

Η ανεξάρτητη Εκκλησία δε θα λογοδοτούσε σε κανένα. Θα ήταν οικονομικά αυτοδύναμη και οι ιερείς θα επιδίδονταν σε έναν αγώνα προσέλκυσης πιστών. Ο λόγος της Εκκλησίας θα αποκτούσε κύρος γιατί θα είχε ένα συγκεκριμένο ακροατήριο, ενώ θα επιδίωκε την ώσμωση με την κοινωνία.

Αλλά ας μην πάμε μακριά. Οι εκπρόσωποι της Αγγλικανικής και της Καθολικής Εκκλησίας έχουν ένα θεσμικό λόγο που έχει κύρος. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι είναι ανεξάρτητες Εκκλησίες, ενώ στο σύνολό τους οι πολίτες δεν αποδοκιμάζουν τις εξαγγελίες της εκάστοτε Εκκλησίας. Γνωρίζουν πως ο ανεξάρτητος λόγος των παραπάνω Εκκλησιών δεν είναι δεσμευτικός για τα μέλη της επικράτειας και ο καθένας μπορεί να εκφράσει τη διαφορετική του αντίληψη χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος να κατηγορηθεί ως ασεβής απέναντι στη θεϊκή εξουσία.

* Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymail.com).

Σχόλια