Απόψεις

Η πολιτική ως αγώνας για την άσκηση εξουσίας

Ένα από τα θέματα που έχει κατά καιρούς μονοπωλήσει το ενδιαφέρον των πολιτών είναι η συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ. Είναι μια κυβερνητική συνεργασία των τριών τελευταίων ετών αρχής γενομένης από τον Ιανουάριο του 2015.

Οι δύο αυτοί διαφορετικοί ιδεολογικά σχηματισμοί αποφάσισαν να συνεργαστούν και έθεσαν από κοινού δύο στόχους: αφ’ ενός να αναδείξουν την αναποτελεσματικότητα των προηγουμένων κυβερνήσεων και αφ’ ετέρου να επιδείξουν αποφασιστικότητα ώστε η χώρα μας να φύγει από αυτήν την καταραμένη κρίση, η οποία έχει ταλαιπωρήσει τόσο τον πολιτικό κόσμο όσο και την ίδια την κοινωνία των πολιτών.

Τρία χρόνια μετά, ο καθένας μπορεί να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Το σίγουρο είναι ότι ο καθένας οφείλει να αποδεχτεί πως η συγκεκριμένη κυβερνητική συνεργασία βασίστηκε πάνω στο «διαφαινόμενο τέλος των μνημονίων». Η κοινή οικονομική πολιτική ένωσε τα δύο αυτά πολιτικά κόμματα. Ωστόσο, οι διαφορετικές ιδεολογικές αποχρώσεις του κάθε κόμματος είναι εμφανείς. Δείτε για παράδειγμα το Μακεδονικό. Πόσο διαφέρει ο κεντροαριστερός κυβερνητικός πόλος από τον συντηρητικό κυβερνητικό πόλο. Κρίνοντας από αυτά τα τρία χρόνια, εύκολα μπορούμε να βγάλουμε το συμπέρασμα πως ήταν μια συνεργασία με συγκεκριμένο σκοπό. Δεν την ενδιέφερε να δημιουργήσει πυλώνες εμπιστοσύνης με την κοινωνία αλλά ούτε υπήρχαν βαθιές κοινωνικές συναινέσεις.

Και πάμε, στο σήμερα. Τα στοιχεία για την οικονομία είναι θετικά. Υπάρχει μια ατμόσφαιρα αισιοδοξίας, ενώ το σενάριο της χρεωκοπίας πλέον δεν υφίσταται. Ήταν ένας εφιάλτης και εμείς ξυπνήσαμε. Ωστόσο, αυτό το θετικό κλίμα έχει αντικατασταθεί από ένα κλίμα αστάθειας που έχει άμεση σχέση με τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Η Τουρκία έχει αναβαθμίσει την αναθεωρητική της πολιτική σε «κρίσεις χαμηλής έντασης», ενώ οι πολιτικοί αναλυτές δε μπορούν να πάρουν ξεκάθαρη στάση ως προς τις σκέψεις του Τούρκου προέδρου, Ταγίπ Ερντογάν. Το τι θα έρθει είναι ένα ζητούμενο. Ένας γρίφος, θα έλεγα.

Σε αυτό το ασταθές κλίμα, όπως έχει διαμορφωθεί, μεταξύ εμάς και της Τουρκίας, είναι εύκολο να παρατηρήσουμε τη διαφορετική στάση που έχει ο κάθε κυβερνητικός εταίρος απέναντι στην Τουρκία. Ο Αλέξης Τσίπρας για παράδειγμα είναι υπέρμαχος μιας πιο μετριοπαθής εξωτερικής πολιτικής, ενώ δείχνει πως εμπιστεύεται την Ευρωπαϊκή Ένωση ώστε η Τουρκία να «πατήσει φρένο» ως προς τις αναθεωρητικές της επιδιώξεις. Από την άλλη, ο Καμμένος είτε δεν παίρνει στάση αφήνοντας υπονοούμενα είτε καταφεύγει σε πρωτόγονους εθνικιστικούς λόγους με αναφορές στο 1821, οι οποίοι πυροδοτούν το κλίμα. Σε κάθε περίπτωση, η διαφορά προσεγγίσεων ως προς την εξωτερική πολιτική που θα ακολουθήσει η Ελλάδα, αφήνει πολλά παραθυράκια ανοιχτά ως προς το μέλλον της κυβερνητικής συνεργασίας.

Σε αυτό το σημείο, οφείλω να πω πως δεν είναι μόνο η διαφορά εκτιμήσεων που φαίνεται πως έχουν οι δύο κυβερνητικοί εταίροι ως προς την αποκλιμάκωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Διαφορές θα υπάρξουν και ως προς τις επόμενες κινήσεις που θα κάνει η κυβέρνηση. Για παράδειγμα, η αναθεώρηση του Συντάγματος. Γιατί βλέπει με καλό μάτι ο Αλέξης Τσίπρας τις προτάσεις του Κινήματος Αλλαγής? Γιατί ξέρει πως οι Ανεξάρτητοι Έλληνες θα ταχθούν κατά σε σειρά μεταρρυθμίσεων, όπως: οι σχέσεις Εκκλησίας- Κράτους. Γι’ αυτό, λοιπόν, ο Αλέξης Τσίπρας προσπαθεί από τώρα να χτίσει «πλατιές συμμαχίες». Έτσι, εξηγείται η συνάντηση Αλέξη Τσίπρα- Σταύρου Θεοδωράκη για τη δημιουργία ενός Εθνικού Συμβουλίου Ασφάλειας. Έτσι, εξηγείται η επιδοκιμαστική στάση που κρατάει ο πρωθυπουργός ως προς τις σκέψεις του Κινήματος Αλλαγής για μια γενναία και ορθολογική αναθεώρηση του Συντάγματος.

Ο Αλέξης Τσίπρας προσπαθεί να πολιτικοποιήσει την έννοια της «πολιτικής». Και αυτό θα το δούμε πολύ πιο έντονα το επόμενο διάστημα. Ξέρει πως η επόμενη μέρα θα είναι δύσκολη. Σε εποχές, όπως οι σημερινές, όπου το πολιτικό σύστημα έχει απαξιωθεί ηθικά, ο Αλέξης Τσίπρας αναζητάει συμμάχους καθώς η επόμενη μέρα θα έχει σαφές ιδεολογικό χαρακτήρα.

Μια συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία κρίνεται ανέφικτη. Δύο πολιτικοί σχηματισμοί που κατά το παρελθόν έχουν σηκώσει τα μανίκια στο κοινοβούλιο, αποκλείεται να συνεργαστούν. Πάνω απ’ όλα η αξιοπρέπεια του κάθε κόμματος.Το κόμμα του κ. Λεβέντη, όπως και του κ. Καμμένου, το πιο πιθανό είναι μη μπουν στην Ελληνική Βουλή. Ποιοι μένουν;

Η Χρυσή Αυγή και το ΚΚΕ δε θα δώσουν άσυλο στις πολιτικές του ΣΥΡΙΖΑ. Έτσι και αλλιώς, ο ΣΥΡΙΖΑ δε θα διανοηθεί καν να συζητήσει συνεργασία με το ακροδεξιό μόρφωμα. Από την άλλη, το ΚΚΕ, με μια δόση πνευματικής ειρωνείας, θα κρίνει ως ανέφικτη τη συνεργασία με το ΣΥΡΙΖΑ. Άρα, το Κίνημα Αλλαγής κρίνεται ως ο πιο κατάλληλος εν δυνάμει συνεργάτης του ΣΥΡΙΖΑ.

Μια τέτοια συνεργασία ενδημεί κινδύνους για το ΣΥΡΙΖΑ, καθώς πολλοί θα ισχυριστούν πως ο Αλέξης Τσίπρας άλλαξε ριζικά την ταυτότητα του κόμματος, μετατρέποντας το και επίσημα σ΄ ένα ευρωπαϊκό συστημικό και σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Μια τέτοια πιθανή συνεργασία στο μέλλον θα έχει ως αποτέλεσμα σημαντικά στελέχη του Κινήματος όπως ο Ευάγγελος Βενιζέλος και ο Ανδρέας Λοβέρδος να το αποδοκιμάσουν. Δε νομίζω πως τα κορυφαία αυτά στελέχη θα επιθυμούσαν συνεργασία μ’ ένα πολιτικό φορέα που θέλει να τους φέρει ενώπιον της Δικαιοσύνης και τους κατηγορεί ευθέως και χωρίς αναστολές για διασπάθιση δημόσιου χρήματος.

Η προεκλογική εκστρατεία έχει αρχίσει και ο ΣΥΡΙΖΑ από τώρα προσπαθεί να χτίσει γερές βάσεις ώστε να κυβερνήσει εκ νέου. «Η πολιτικοποίηση της πολιτικής», όπως ανέφερα παραπάνω θα περάσει μέσα από τον προσδιορισμό της πολιτικής ως αγώνα για την άσκηση της κρατικής εξουσίας.

Ο Νίκος Κοσμαδάκης είναι πολιτικός επιστήμονας (nkosmadakis@ymail.com)

Σχόλια